Η φρόνηση, το Όχι και το Ναι

του Γιώργου Θωμαϊδη

Η ανάγκη για φρόνηση, τη Δευτέρα 6 Ιουλίου και ένα ζωτικής σημασίας υστερόγραφο.

Πόση μοναξιά μπορεί να αισθανθεί κάποιος, στην άκρη του διπολικού, μάλλον μεταιχμιακού τοπίου της Ελλάδας λίγο πριν το δημοψήφισμα: Ένα τοπίο ακραίο, που αναμφισβήτητα δεν προέκυψε με την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, ούτε άρχισε να εκδηλώνεται ξανά μέσα από το δημοψήφισμα. Άνθρωποι που γνωρίζουν τα κίνητρα των μνημονιακών πολιτικών, φοβισμένοι για το Όχι, να ψηφίζουν Ναι,  και –πολύ έντονα- άνθρωποι από όλο το πολιτικό φάσμα, κουρασμένοι από τις παρεμβάσεις των ξένων και γνωρίζοντας ότι το Ναί θα τις θεμελιώσει οριστικά, να στηρίζουν ανεπιφύλακτα το Όχι. Πώς να σταθείς απέναντι στο τέρας; Να του θέσεις τα όριά σου προσπαθώντας τολμηρά να διαπραγματευτείς ξανά (και να σώσεις το ΕΚΑΣ των φτωχών σε κάποια μορφή του- όπως πιστεύω ότι κάνουν κάποιοι από όσους ζήτησαν το δημοψήφισμα και στηρίζουν το Όχι) ή να πας να το καλοπιάσεις λέγοντας Ναι, υποθέτοντας πως για μια φορά θα σου χαριστεί λίγο, αλλά με κίνδυνο να εσωτερικεύσεις για δεκαετίες (για «πάντα») μια υποταχτική στάση, όπως νομίζουν πολλοί απλοί ψηφοφόροι και κάποιοι πολιτικοί του Ναί;  

Πίσω όμως από τα μηνύματα των ελάχιστων ανεξάρτητων διεθνών εμπειρογνωμόνων και διεθνών δημοσιογράφων υποστηρικτών του Όχι, του Ναι ή της αναβολής/ακύρωσης του Δημοψηφίσματος, υπάρχουν η βαθιά γνώση και η σίγουρη πληροφόρηση για τις άγριες διαθέσεις ενάντια στη Δημοκρατία, στις οποίες έχει καθιζάνει ξανά ένα μέρος της Δύσης, μετά την περιπέτεια του μοντέρνου και της μεταμοντέρνας νεωτερικότητας. Παντού οι καλοί γνώστες της διεθνούς πολιτικής, έχουν πολύ συγκρατημένη στάση απέναντι στο ΟΧΙ ή το ΝΑΙ. Και αυτών την ανάγκη έχουν –όπως είχαν πάντα- η χώρα και η κοινωνία, ειδικά τώρα:

Δυστυχώς, αν και υπάρχουν χίλιοι λόγοι για ένα δημοψήφισμα, καλούμαστε να ψηφίσουμε επάνω σε ένα γενικό πλαίσιο, στο οποίο δεν ψηφίζεις κατά θέμα, αλλά με ένα γενικό Ναι ή Όχι, όπως όταν ήμασταν φοιτητές στο πανεπιστήμιο (κάτι που επεσήμανε ορθότατα το Συμβούλιο της Ευρώπης ως ανεπάρκεια του Δημοψηφίσματος). Ακόμη και οι πιο ενημερωμένοι, καλούνται να αποφασίσουν χωρίς αρκετό χρόνο (κάτι που επίσης επεσήμανε ορθά το Συμβούλιο της Ευρώπης), χωρίς καμία ένδειξη των τάσεων του εκλογικού σώματος, ώστε να σταθμίσουν και αυτό ως παράγοντα επιλογής, αλλά και (οι εν Ελλάδι μη βαθύτατα μυημένοι) υπό την πίεση ξένων κρατών και χωρίς πλήρη γνώση των παρουσών διεθνών ισορροπιών. Κάτι ανάλογο έγινε και με το Σχέδιο Ανάν, στο οποίο οι Κύπριοι αποφάσισαν χωρίς να υποστούν τις επαπειλούμενες «συνέπειες» της ΕΕ και των ΗΠΑ (τώρα οι ΗΠΑ είναι κοντά στις πιο πολλές ελληνικές θέσεις για τη λιτότητα). Αποφασίζουμε λοιπόν με το ένστικτο και όχι με τη λογική –και ίσως- το συχνά θετικότατο για τη χώρα μας, Συμβούλιο της Ευρώπης, να μας έδωσε μόλις τα μέσα για μια κομψότατη λύση (την ακύρωση στη βάση της γνωμοδότησής τους), που θα σώσει και την αξιοπρέπεια της κυβέρνησης. Επίσης, θα διασώσει το –βασικότερο από κάθε μνημόνιο- παλλαϊκό αίτημα για απαλλαγή της χώρας από το καθεστώς της διαπλοκής. Θα ήταν λοιπόν και δημοκρατικό και διπλωματικά και πολιτικά σημαντικό για άλλες υποθέσεις της χώρας, να ακολουθήσουμε τη γνωμοδότησή του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Η καλύτερη λύση πέρα από την ακύρωση θα ήταν μια αποχή της τάξης του 80%, ώστε να γίνει αντιληπτό πως ο πληθυσμός επιθυμεί σαφείς ερωτήσεις στο κάθε Δημοψήφισμα (π.χ. «Να καταργηθεί το ΕΚΑΣ,  ενώ πλέον (λόγω των μέτρων) δεν θα υπάρχουν βέβαιοι πόροι για να αντικατασταθεί με κάτι άλλο;», «να καταργηθεί η έκπτωση στο πετρέλαιο στους πραγματικούς αγρότες;»), για να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις. Ίσως έτσι τα διλήμματα περί διχασμού, ισχυρού νικηφόρου ΝΑΙ/ΟΧΙ ή ισχυρού χαμένου ΝΑΙ/ΟΧΙ θα έχαναν πλήρως το νόημά τους, και θα έμπαιναν στο τραπέζι τεκμηριωμένες απορίες και τεκμηριωμένες προτάσεις. Από τη στιγμή όμως που ούτε καν οι πιο προβληματισμένοι πολίτες αντιστέκονται στη δύναμη του κύματος του Όχι ή του Ναι, το ερώτημα γίνεται ξανά δίπολο, και άρα διχαστικό. Ό,τι χειρότερο δηλαδή για μια καθημαγμένη κοινωνία, με μεγάλα προβλήματα διαλόγου σε κάθε επίπεδο.

Τη Δευτέρα λοιπόν, όποιο και εάν είναι το αποτέλεσμα, είναι ανάγκη, στο στρατόπεδο του Ναι και στο στρατόπεδο του Όχι, να υπάρχουν άνθρωποι που διάλεξαν με κόπο, και όχι με παρόρμηση ή από άγνοια ενός κομματιού του κόσμου που βλέπουν αλλά δεν έχουν κατανοήσει. Δεν ξέρω αν θα υπάρξουν, αν και, με βάση πληροφορίες που υπάρχουν, καποιοι άνθρωποι με γνώση της διεθνούς πολιτικής που στήριξαν την κυβέρνηση θα ψηφίζουν Ναι, και κάποιοι άνθρωποι με γνώση της διεθνούς πολιτικής που την πολέμησαν, κατέληξαν στο Όχι.

Εάν κερδίσει το Ναι, (πράγμα που δεν αποκλείεται πλήρως ακόμη, παρά τη γενική τάση του κόσμου δημόσια ή στις δημοσκοπήσεις να λέει Όχι), θα είναι ανάγκη να υπάρξουν άνθρωποι ανεξάρτητοι στο στρατόπεδο του Ναι, άνθρωποι χωρίς τυφλώσεις, που η φρόνησή τους θα αφήσει ελπίδα ότι μπορεί να περισωθούν άνθρωποι θεσμοί και καταστάσεις: Είναι τέτοια η εμπάθεια και η ματαιοδοξία των πιο πολλών πολιτικών υποστηρικτών του Ναι (για κάποιους του Όχι μιλώ παρακάτω), που εάν κερδίσουν κατόπιν και τις αναπόφευκτες εκλογές μετά μια νίκη του Ναί,  είναι σχεδόν βέβαιες η διάσπαση της κοινωνίας, η (δηλωμένη π.χ. ακόμη και από την βουλευτή κ. Λυμπεράκη του Ποταμιού) πολιτική και οικονομική περιθωριοποίηση των φτωχών, η σπίλωση, και την μεθοδευμένη εκδίκηση κατά των αντιμνημονιακών πολιτών από τα πράσινμπλε κομματικά παρακράτη, που θα σαρώσουν την Ελλάδα υποδαυλιζόμενα από τους Γερμανούς και τη μνημονικακή κλεπτοκρατία (πόσο γνωστή εικόνα). Αν πάλι κερδίσει το Όχι, (πράγμα που επιβεβαιώνονταν στην αρχή της εβδομάδας από την εμπειρική εκτίμηση των δημόσιων δηλώσεων των πολιτών, αλλά με ένα μεγάλο ερωτηματικό για την επίπτωση των διαφόρων μέτρων, της τρομοκράτησης του πληθυσμού και της κομματικής εμπάθειας στη συλλογική ψυχολογία), είναι ανάγκη να υπάρξουν ανεξάρτητοι άνθρωποι που είπαν Ναι, που θα κληθούν να κρίνουν δημόσια την πύρρειο νίκη του Όχι και να υπερασπιστούν τη χώρα μαζί με τους βαλλόμενους διεθνώς νικητές του Όχι.

Το ίδιο ισχύει και για την πλευρά του Όχι: Είναι ανάγκη να υπάρξουν ψύχραιμοι άνθρωποι, πρώτα από όλα μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι –σε περίπτωση νίκης του Όχι, και μάλιστα σημαντικής, δεν θα παρασυρθούν από την πίεση του θρησκευτικού τάγματος της «ρήξης εδώ και τώρα» (άλλο πράγμα το υποθετικό, «σκανδιναβικό» μοντέλο εναντίωσης στην Ευρωζώνη του Κρούγκμαν, άλλο οι τοπικοί rixistas), ούτε θα εντυπωσιαστούν από πρόσωπα στην κυβέρνηση που δεν χάνουν ευκαιρία να επιδείξουν αμετροέπεια ή/και να παράγουν διχαστικό λόγο. Αντίθετα θα προσπαθήσουν να πετύχουν τον δραστικό μετριασμό της επιρροής όσων επέδειξαν κυβερνητική αμετροέπεια, όχι ως θυσία για τον εξευμενισμό των μαύρων θεών της Ευρωζώνης, αλλά ως έναρξη της από-τύφλωσης της κοινωνίας και των συνομιλητών μας. Σε περίπτωση νίκης του Ναι πάλι, οι μετριοπαθείς οπαδοί του Όχι, έχουν καθήκον να συγκρουστούν μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ και να κινητοποιηθούν πολιτικά και πέρα από αυτόν, με στόχο τον μετασχηματισμό του –αν όχι ηττημένου, πάντως τότε (και πριν) αποπροσανατολισμένου-  αντιμνημονιακού κινήματος.

Μιλώ με ιατρικούς όρους (τύφλωση), αλλά ατυχώς, πλέον, δεν μιλούμε για μόνο για λογικές οντότητες που στελεχώνουν μηχανισμούς και κόμματα, αλλά και για πολλούς ανθρώπους τυφλωμένους από αρχέγονους φόβους και για αυτό πολύ επικίνδυνους, σε κάθε πλευρά.

Ατυχώς, πολλά στελέχη των κομμάτων του Όχι, δύσκολα θα δεχτούν εύκολα ανθρώπους που ψήφισαν το Ναι λόγω των υποψιών τους απέναντι στους υποστηρικτές του Ναι, όπως δεν θα δεχτούν ούτε όψιμους σοβαρούς ανθρώπους του Ναι (και κανέναν του Όχι), τα στελέχη των μνημονιακών κομμάτων και μηχανισμών, παρά μόνο επειδή λίγους θα τους έχουν απόλυτη ανάγκη ώστε να μην βουλιάξει στα χέρια τους το καράβι.

Ξαναγυρίζοντας λοιπόν στην αρχή, ίσως η πιο μεγάλη μοναξιά, είναι εκείνη της απόστασης από τις κλίκες, την πόλωση και την έλλειψη ορίου: Με μια λέξη, όσων νοοτροπιών κατέστρεψαν την πατρίδα μας δηλαδή. Και για αυτή τη μοναξιά, δεν θα γίνει για καιρό ακόμη,  δημοψήφισμα με ένα Ναι ή με ένα Όχι…..

Υ.Γ.: Η απόφαση του πρωθυπουργού αρχικά να «μην είναι πρωθυπουργός του Ναι», σήμερα μεταβλήθηκε στο ότι «τη Δευτέρα θα δώσει το παρόν στη διαπραγμάτευση με κάθε αποτέλεσμα». Αυτή η αλλαγή είναι εξαιρετικά σωστή: Οι κυβερνήσεις, σε ζητήματα οριακά που υπερβαίνουν την αρμοδιότητά τους, είναι εκεί για να εκτελέσουν την απόφαση του λαού, όμως υπάρχει και όλο το υπόλοιπο πρόγραμμά τους, το οποίο δεν αρχίζει και δεν τελειώνει με ένα δημοψήφισμα. Το αίτημα για μακροπρόθεσμη εξυγίανση των θεσμών της χώρας και αντιμετώπισης της κλεπτοκρατίας, είναι πολύ πιο σημαντικό από οποιοδήποτε Μνημόνιο, Ναι ή Όχι, και το γνωρίζουν όλοι οι πολίτες. Η κυβέρνηση –και προσωπικά ο πρωθυπουργός ως φορέας ανανέωσης και παραμένουσας δημοτικότητας, έχουν καθήκον να μείνουν και να εφαρμόσουν την κύρια λαϊκή εντολή του. Άνθρωποι, ανοχή και χρόνος υπάρχουν, ακόμη και με Μνημόνιο.