Αποκλειστικά υπέυθυνη η κυβέρνηση

Του Παναγιώτη Περιβολάρη

Όταν, τον περασμένο Ιανουάριο, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κέρδισε τις εκλογές και σχημάτισε κυβέρνηση, είχε την ευκαιρία να πετύχει μια περισσότερο συμφέρουσα για τη χώρα συμφωνία και ταυτόχρονα να λάβει κάποια μέτρα για την αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, χωρίς να καταφύγει σε καταστρατηγήσεις εργασιακών δικαιωμάτων. Κυρίως, όμως, η νέα συγκυβέρνηση είχε όλες τις προϋποθέσεις, ώστε να εφαρμόσει το πρόγραμμά της, στοιχείο το οποίο έλειπε από τους προκατόχους της.  

Αλήθεια, ποίος θα αποτελούσε ανυπέρβλητο εμπόδιο; Απέναντί της η συγκυβέρνηση είχε μια Ν.Δ. με ιστορικά χαμηλά ποσοστά και ένα πρόεδρο τραγικά λίγο, ένα ΠΑ.ΣΟ.Κ. που τρόμαξε μέχρι να μπει στη Βουλή, ένα Ποτάμι που δυσκολευόταν να πείσει κόσμο για τις προθέσεις του και ένα Κ.Κ.Ε. κλεισμένο στον κόσμο του και ανίκανο να εκμεταλλευτεί την οργή του κόσμου, ώστε να αυξήσει τα ποσοστά του. Είχε, επίσης, να αντιμετωπίσει μια Ε.Ε., αρκετές χώρες-μέλη της οποίας έβλεπαν με κακό μάτι τη γερμανική επιρροή και αναζητούσαν τρόπους περιορισμού της. Είχε ένα εκλογικό σώμα κουρασμένο και εξοργισμένο από την αποτυχία των δύο πάλαι ποτέ μεγάλων κομμάτων να δώσουν λύσεις στα προβλήματα της χώρας και πρόθυμο, κατά μεγάλο μέρος του, να τη στηρίξει, ακόμα πολλοί εξ όσων άκουγαν κάποτε τη λέξη "Αριστερά" και έφτυνε στον κόρφο του.

Κατάφερε και απέτυχε σε όλα. Η οικονομία συνέχισε να παραπαίει και κανένα διαρθρωτικό μέτρο δεν ελήφθη. Όχι μόνο δεν κατάφερε να προσεγγίσει όσους επιθυμούσαν διακαώς τον περιορισμό της Γερμανίας αλλά κατάφερε να συσπειρώσει όλους τους Ευρωπαίους εναντίον της, προκαλώντας αντιδράσεις ακόμα και στο εσωτερικό της. Έκανε "μάγκες" πολιτικά πρόσωπα της εγχώριας πολιτικής σκηνής με ελάχιστο πολιτικό βάρος και σοβαρές ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση στη χώρα μας και, επιπλέον, με την ολέθρια απόφαση περί αποχώρησης από τις διαπραγματεύσεις και διοργάνωσης δημοψηφίσματος - ας μην αναφέρουμε την καταβαράρθωση του εν λόγω θεσμού λόγω του τρόπου διεξαγωγής του - και ό,τι την ακολούθησε έχασε υποστηρικτές και οδήγησε πολύ κόσμο να αναζητήσει και πάλι τη σωτηρία στους προκατόχους της.

Θα ισχυριστεί κανείς, ότι στο αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων έπαιξε ρόλο και η στάση των θεσμών, οι οποίοι δεν είδαν ποτέ με καλό μάτι τη νέα συγκυβέρνηση. Αν, όμως, η νέα συγκυβέρνηση προκαλούσε πραγματικά αλλεργία στους ξένους λόγω του αριστερού χαρακτήρα της– οι οποίοι δεν πάσχουν από το συνηθισμένο στη χώρα μας μετεμφυλιακό σύνδρομο του αντιαριστερισμού – οι διαπραγματεύσεις δεν θα διαρκούσαν 5 μήνες. Επιπλέον, δεν πρέπει να μας διαφεύγει η επιμονή αρχικά της ελληνικής αντιπροσωπείας να εμμένει στην επιχειρηματολογία για ανούσια θέματα π.χ. αυτό της περί μη νομιμοποίησης της τρόικας, με το οποίο χάθηκε πολύτιμος χρόνος και δημιουργήθηκαν αρνητικές εντυπώσεις, ως, επίσης, ότι μόλις τον Ιούνιο η ελληνική αντιπροσωπεία υπέβαλε τις πρώτες προτάσεις της, όταν όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα αναλωνόταν να ζητεί επανειλημμένως χρονικά περιθώρια.

Δυστυχώς για την κυβέρνηση, για όλα τα παραπάνω δεν ευθύνεται ούτε η Ε.Ε. ούτε η Γερμανία ούτε η τραγικά λίγη για τις περιστάσεις αντιπολίτευση ούτε κανένας άλλος εκτός από την ίδια. Όταν μέσα σε 5 μήνες και κάτω από ευνοϊκές συνθήκες καταφέρνει να ηττηθεί σε όλα τα μέτωπα, η ευθύνη για το αποτέλεσμα είναι όλη δική της.