Ναι ή Όχι;

της Βασιλικής Νευροκοπλή

Το κείμενο επιχειρεί μία προσπάθεια διαλεύκανσης των συγχύσεων που επικρατούν, αναλύοντας σε αδρές γραμμές επτά περιπτώσεις προσώπων, θεσμών και επιλογών που είναι στο προσκήνιο.


1. Η περίπτωση του Τσίπρα

Ο ελληνικός λαός στις 25 Ιανουαρίου εξέλεξε νέα κυβέρνηση. Αυτό αποτελεί ένα δεδομένο. Ο νέος πρωθυπουργός μέσα σ' αυτούς τους πέντε μήνες φάνηκε να μην έχει τα γνωστά χαρακτηριστικά του πολιτικού, όπως τα γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια από τους φέροντες το αξίωμα. Διότι δύο από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά ήταν "να τα βρίσκεις" και "να βάζεις και κάτι στην τσέπη σου". Ο Τσίπρας, όπως αποδείχθηκε, ούτε τα βρήκε, ούτε βέβαια, αφού δεν τα βρήκε, έβαλε κάτι στην τσέπη του. Επιτρεπτό; θα ρωτήσει κανείς. Στην παρούσα συνθήκη ναι, γιατί αν μη τι άλλο ο Τσίπρας δείχνει πως υπερασπίζεται πρώτα απ' όλα την Ελλάδα, ακόμη και με μη συνήθεις πολιτικές. Να θυμίσω εδώ πως όταν ο Καραμανλής μάς έβαλε στην Ευρώπη, θεωρούσε πως δε μας χωρίζει και δε μας διαφοροποιεί τίποτα από τους εταίρους μας. Ήταν τόσος ο ενθουσιασμός του που στην ομιλία που εξεφώνησε στο Στρασβούργο εισηγήθηκε την αλλαγή του αλφαβήτου μας και την αντικατάσταση του από το λατινικό. Για καλή μας τύχη βρέθηκε τότε ο Παπανούτσος και ο Τσάτσος που τον συγκράτησαν. Ο Τσίπρας δε φάνηκε διατεθειμένος να εκχωρήσει ανάλογα, αλλά και άλλα δικαιώματα στους εταίρους. Μας χωρίζουν βέβαια αρκετά χρόνια από τη στιγμή της ένταξης, αλλά πρέπει νομίζω να σημειώσουμε πως τα λίγα, αλλά ισχυρά περιουσιακά στοιχεία που έχει ένας μικρός και φτωχός τόπος σαν την Ελλάδα, οφείλει να τα διαφυλάξει και να τα υπερασπίσει με νύχια και με δόντια σε όποιο πλαίσιο κι αν εντάσσεται, πολύ δε μάλλον εντασσόμενος σ' ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο καθορισμένο από χώρες κολοσσούς.
 

2. Η περίπτωση του Βαρουφάκη.
Όπως όλοι διαπιστώσαμε, ανεξάρτητα αν αυτό προκάλεσε τη συμπάθεια ή την αντιπάθειά μας, η περίπτωση του Βαρουφάκη είναι ξεχωριστή και με ειδικό ενδιαφέρον. Η είσοδός του στα υπουργικά συμβούλια της Ευρώπης εξαρχής δεν ήταν καλοδεχούμενη. Όχι επειδή οι άλλοι ήταν οι καλοί κι αυτός ο κακός ή το αντίθετο, αλλά γιατί εγκλωβισμένος στην αυταρέσκεια και τον ναρκισσισμό του υπουργός, δεν κατάφερε να μιλήσει στη γλώσσα των εταίρων, πράγμα που αποτελεί βασικό διαπραγματευτικό προσόν. Όσο δεν στερείται ευφυΐας, άλλο τόσο στερείται διπλωματίας και διαπραγματευτικής ικανότητας. Ωστόσο, ακόμα κι έτσι, θεωρώ πως ήταν χρήσιμος. Καμιά φορά η διαπραγμάτευση προχωρά ακριβώς επειδή παρεισφρέουν στους κόλπους της άνθρωποι που δημιουργούν έντονες κόντρες. Θεωρώ πως κάποιοι απ' αυτούς που βρίσκονται μέσα σ' αυτά τα διαπραγματευτικά συμβούλια έπρεπε κάποτε να "τ' ακούσουν", έστω και σε μια άλλη γλώσσα απ' αυτήν που είχαν συνηθίσει. Δεν ωφελεί να τ' ακούν διαρκώς, αλλά για λίγο καλό ήταν. Εξάλλου, σε κάποιες περιπτώσεις ο εφευρετικός νους του Βαρουφάκη αποδείχτηκε επίσης χρήσιμος. Ίσως όμως ο ρόλος του να έχει πλέον ολοκληρωθεί.

3. Η περίπτωση των Ευρωπαίων ηγετών
Εάν το πρόσωπό τους κατάφερε να παραμείνει συγκαλυμμένο μέχρι πρότινος, μετά την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, αποκαλύφτηκε. Είχε δικαίωμα ο πρωθυπουργός της χώρας να την οδηγήσει σε δημοψήφισμα; Και βέβαια το είχε και μάλιστα ως ευρωπαϊκό κεκτημένο. Είχαν δικαίωμα να το αποτρέψουν ή να το διαστρεβλώσουν; Κατηγορηματικά όχι και σε καμία περίπτωση. Εάν ο πρωθυπουργός ξεκαθαρίζει πως το δημοψήφισμα αφορά στο ναι ή όχι στις προτάσεις των εταίρων, οι εταίροι σε καμία περίπτωση δεν έχουν το δικαίωμα να το μεταφράσουν όπως αυτοί θέλουν. Μεταφράζοντάς το όπως θέλουν, στην προκειμένη περίπτωση ως ναι ή όχι στην Ευρωζώνη και το νόμισμά της, στην πραγματικότητα ακυρώνουν την ύπαρξη και το κύρος του Έλληνα πρωθυπουργού ως εκλεγμένου πρωθυπουργού της χώρας μας. Είχαν αυτό το δικαίωμα; Και βεβαίως, όχι. Η Ευρώπη δεν είναι ένα λόμπυ που δικαιούται να επικυρώνει ή να παραιτεί κυβερνήσεις. Όποιος κι αν είναι ο πρωθυπουργός μας, δεν μπορεί να τον εξευτελίζουν κατ' αυτόν τον τρόπο. Ακόμη και στην περίπτωση που δεν του έδωσαν τελεσίγραφο ή δεν ήταν αυτή η οριστική τους πρόταση, ο πρωθυπουργός νομιμοποιούταν, -γιατί έτσι έκρινε-, να πάει σε δημοψήφισμα. Είναι αναφαίρετο δικαίωμά του και δεν πέφτει λόγος σε κανέναν από τους εταίρους.
Οι ηγέτες της Ευρώπης των διακηρύξεων υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της κατάργησης των διακρίσεων,  αμφισβητούν με τη συμπεριφορά τους την κυβέρνησή μας και κάνουν τα πάντα για να τη σβήσουν απ' το χάρτη. Μπορούμε να τους χειροκροτήσουμε;

4. Η περίπτωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Μπαίνοντας στην Ευρωζώνη κάθε χώρα παραχωρεί τα δικαιώματα των τραπεζών της στην Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα. Αυτό όχι μόνο δε σημαίνει πως στην περίπτωση κρίσης, η τελευταία αποφασίζει ερήμην της χώρας που βρίσκεται σε κρίση, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Για οποιαδήποτε κίνησή της, οφείλει να την ρωτά. Είναι παράνομο αυτό που κάνει τώρα; Και βέβαια είναι.

5. Η περίπτωση Σαμαρά
Η λυσσαλέα αντίδραση του πολιτικού αυτού που φέρει μεγάλη ευθύνη για την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, οφείλεται κατά κύριο λόγο στο ότι το πρόσωπό του ταυτίστηκε με τους δανειστές και τις πρακτικές τους. Θα ήθελε πολύ να βγάλει αυτή τη ρετσινιά, αλλά είναι μάλλον αργά γι' αυτό. Δικαιούται, ωστόσο, να παραποιεί το στόχο του δημοψηφίσματος, όπως καθορίστηκε από τον πρωθυπουργό; Όχι, δεν το δικαιούται. Το πρώτο πράγμα που ένιωσαν οι περισσότεροι Έλληνες την ώρα της ανακοίνωσης του Τσίπρα για το δημοψήφισμα ήταν πως ο πρωθυπουργός  παίζει την καρέκλα του κορώνα γράμματα. Το αίσθημα αυτό άρχισε να διαταράσσεται και να εξανεμίζεται μέσα σε λίγες ώρες, μετά τη σφοδρή, έως χυδαία επίθεση, από τον Σαμαρά που προσπάθησε να κακοποιήσει και να διαστρεβλώσει την έννοια του δημοψηφίσματος.

6. Οι δύο περιπτώσεις της επόμενης μέρας.
Ρώτησαν τον πρωθυπουργό στη συνέντευξη που έδωσε στην ΕΡΤ, ποια θα είναι τα ενδεχόμενα της επόμενης μέρας στην περίπτωση του ναι και στην περίπτωση του όχι. Εκτός απ' την περίπτωση του ναι που ο Τσίπρας απάντησε πως δε θα το υπηρετήσει, κατά τα άλλα δεν απάντησε. Και ορθώς δεν απάντησε. Αν απαντούσε θα έλεγε ψέματα. Ένας κανονικός πολιτικός θα απαντούσε, αλλά αυτός δεν είναι κανονικός πολιτικός, -πράγμα που στην παρούσα φάση της έσχατης ταπείνωσης και εκμηδένισης της αξιοπρέπειάς μας είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσαμε να έχουμε. Έχει, δεν έχει κάτι στο κεφάλι του, δεν έπρεπε να απαντήσει, πρώτον, διότι οτιδήποτε προκύψει θα είναι θέμα χειρισμών που από πριν μάλλον ούτε και ο ίδιος γνωρίζει. Δεύτερον, διότι ακόμα κι αν το γνωρίζει δεν έπρεπε να το φέρει εκ των προτέρων στη δημοσιότητα -είναι πρωθυπουργός και όχι διαφημιστής. Τρίτον, διότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ούτε στη μια, αλλά ούτε και στην άλλη περίπτωση, κι αυτός το ξέρει.
Ποιος μπορεί να είναι βέβαιος ότι ψηφίζοντας το ναι, οι Ευρωπαίοι μεθαύριο δε θα ζητήσουν κι άλλα; Αυτό κάνουν διαρκώς, αυτή είναι η τακτική τους. Και δεν μιλούμε μόνο για οικονομικά μέτρα. Μεθαύριο αυτοί οι άνθρωποι που ζητούν να καθορίζουν τις τύχες των λαών, μπορούν να ζητήσουν για παράδειγμα να ενοποιηθούν οι γλώσσες, να γράφουμε και να μιλάμε όλοι αγγλικά, γαλλικά ή γερμανικά. Θα διστάσουν; Φαίνονται αδίστακτοι. Ποιος θα είναι ο πρωθυπουργός που θα μπορέσει να τους αντισταθεί τότε, ή να πάει τη χώρα σ' ένα άλλο δημοψήφισμα; Δεν ξέρω. Μπορεί και ο Τσίπρας που είναι κατάλληλος τώρα για τις παρούσες περιστάσεις, αύριο μεθαύριο να μην είναι. Θα φανεί. Η Ιστορία έχει αποδείξει πως η παραμονή στην εξουσία αλλάζει τους ανθρώπους -δυστυχώς προς το χειρότερο.

7. Η περίπτωση του ξεροκόμματου
Αυτή τη στιγμή πολλοί συμπολίτες μας σκέφτονται πως είναι προτιμότερο να ψηφίσουν ναι, προκειμένου να έχουν έστω ένα σίγουρο ξεροκόμματο. Αυτό είναι πολύ ανθρώπινο. Το θέμα είναι ότι κι αυτό δεν είναι καθόλου σίγουρο. Άλλοι δε θέλουν να γίνουμε Σκόπια ή Ουγκάντα. Μα κι αυτό δεν είναι βέβαιο. Κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει. Πέρα απ' το γεγονός ότι μας αδικεί να κινούμαστε από φόβο. Δε μας αξίζει.

Βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα σταυροδρόμι. Οι δρόμοι όλοι μπροστά μας είναι άγνωστοι. Η μοίρα μας, το ίδιο. Πώς αποφασίζει, λοιπόν, κανείς;

Επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω ένα άλλο ιστορικό παράδειγμα: Το φαινόμενο των Γενιτσάρων. Για πολλούς λόγους άντεξε για τόσα χρόνια η Τουρκοκρατία. Ένας απ' αυτούς ήταν και οι γενίτσαροι. Στην αρχή τους άρπαζαν με τη βία. Όταν έβλεπαν καλοκαμωμένα αγόρια, τα έπαιρναν και τα μεγάλωναν μέσα στον τούρκικο στρατό. Αυτό είναι γνωστό. Αυτό που ίσως λίγοι γνωρίζουν είναι ότι παράλληλα για τις οικογένειές τους εξασφαλίζονταν κάποια ξεχωριστά και ελκυστικά προνόμια. Αυτό οδήγησε μετά από τα πρώτα χρόνια, στο να παραδίδουν μόνες τους πολλές οικογένειες τα παιδιά τους στους Τούρκους για να τα κάνουν γενίτσαρους, ώστε αυτές να απολαμβάνουν τα προνόμια.
Είναι μάλλον σαφές αυτό που θέλω να πω, οπότε δε θα το ερμηνέψω. Ωστόσο δεν προτίθεμαι να κλείσω μ' αυτό.

Είναι δικαίωμα του καθενός να ψηφίσει ό,τι θέλει. Υπάρχουν άνθρωποι άρρωστοι που η ζωή τους κρέμεται από μια κλωστή και αν δεν έχουν φάρμακα, σε μια ενδεχόμενη αναταραχή, η κλωστή θα κοπεί. Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν όντως μ' ένα ξεροκόμματο και δε θα ζήσουν αν έστω και για λίγο το στερηθούν κι αυτό. Κανείς δεν μπορεί αυτούς τους ανθρώπους ούτε να τους κρίνει για την επιλογή τους ούτε και να τους κάνει μάθημα ελευθερίας και δημοκρατίας. Όλοι οι υπόλοιποι όμως οφείλουμε να σκεφτούμε. Μπροστά σε δυο αβεβαιότητες ποια προτιμούμε; Αυτήν που σημαίνει υποδούλωση, κατοχή, εξευτελισμό, ή αυτήν που μεταφράζεται σε ελευθερία με ρίσκο, μόχθο και ανάληψη ευθύνης; Ας αποφασίσει καθένας αυτό με το οποίο νιώθει άνετα χωρίς να επικρίνει τον άλλον.

Για να γράψω αυτό το κείμενο συζήτησα πολύ με ανθρώπους που ξέρουν περισσότερα από μένα και προσπάθησα να εντοπίσω τα ουσιώδη ερωτήματα και ζητήματα γιατί κι εγώ ταλανίστηκα πολύ τις περασμένες μέρες. Η σοφότερη κουβέντα που είπε στη συνέντευξή του ο πρωθυπουργός, ήταν πως ο πολιτισμός δεν έχει σχέση με τις τράπεζες. Καλές οι τράπεζες μέχρι εκεί που μας εξασφαλίζουν τα προς το ζην. Μέχρι εκεί. Αλλά αν πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στη δουλεία και στην ελευθερία, τι θα προτιμήσουμε; Κακά τα ψέματα, ο μεγαλύτερος πολιτισμός είναι ο πολιτισμός του υπάρχειν. Του ελεύθερου υπάρχειν, χωρίς βεβαιότητες, με όλα τα ρίσκα της ελευθερίας. Κι ο Θεός βοηθός.