Γιατί το Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου με αφήνει παγερά αδιάφορο

του Κωστή Α. Μακρή

Μόλις ακούστηκε η είδηση για Δημοψήφισμα, το ενδιαφέρον μου ήταν θερμό.

Όταν άκουσα το ερώτημα, απόρησα. Και μετά, όταν διάβασα τις λεπτομέρειες και τους όρους στα Αγγλικά, κάτι ακούστηκε μέσα στο κεφάλι μου.

Δεν ξέρω αν προερχόταν από το αριστερό ή από το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου μου.

Σας έχει τύχει ποτέ να βάλετε παγάκια στην κατάψυξη; Ειδικά όταν περιμένετε κόσμο. Με πόση αγωνία περιμένετε να παγώσουν πριν έρθουν οι καλεσμένοι. Έχει τύχει να στήσω αυτί για να τα ακούσω να παγώνουν. Αν εστιάσετε στους ήχους της κατάψυξης, μπορεί να ακούσετε έναν ελαφρύ αναστεναγμό, ένα ανεπαίσθητο τρίξιμο που κάνει το νερό στα σακουλάκια καθώς παγώνει, έναν ήχο λίγο λυπημένο, σαν αυτόν που βγάζουν οι σκέψεις όταν αποσύρονται για ύπνο ή για ανακύκλωση.

Αυτό έπαθα και με το Δημοψήφισμα.

Κάθε ενδιαφέρον μου γι’ αυτό πάγωσε μόλις πληροφορήθηκα το ερώτημα: «Ναι ή όχι στη συμφωνία που προτείνουν οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο».

Πόσο ρηχό! Πόσο μακριά από κάθε τι που θα ζέσταινε το ενδιαφέρον μου!

Και με το πάγωμα του ενδιαφέροντός μου, συνέβη κάτι που για μερικούς, όπως ας πούμε μερικούς καπετάνιους παγοθραυστικών με ζήλο, δεν είναι και τόσο παράδοξο: ένα θερμό ρεύμα αέρα με διαπέρασε και με τη ζεστή του ανάσα ξύπνησε έναν παλιό μου έρωτα.

Τον έρωτά μου για μια Ελλάδα που ποτέ δεν γνώρισα και πάντα την ποθώ.

Για μια Ελλάδα που κομμάτι της, μικρό μόνο, μου αποκαλύφθηκε πριν από χρόνια• όταν έτυχε να θαυμάσω τον έφιππο ανδριάντα ενός Ούγγρου ήρωα.

Τότε, μερικά χρόνια πριν την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, σε κάποιους Ούγγρους φίλους φαινόμουνα σαν φανατικός καλόγερος της Ιεράς Εξέτασης δηλώνοντάς τους οπαδός του ευρωκομουνισμού. Την ίδια ώρα, εκείνοι βύζαιναν περηφάνια κι αξιοπρέπεια από τους ανύπαρκτους μαστούς του αλόγου ενός ήρωά τους που είχε κάνει αξέχαστες παλικαριές αντιμετωπίζοντας Τούρκους.

Τώρα που το σκέφτομαι, δεν αποκλείω να ένιωθα κάτι ανάλογο βλέποντας το άγαλμα ενός Τούρκου, Βολιβιανού ή Σουηδού ήρωα.

Κάθε χώρα πλάθει με τα υλικά που κρύβει το χώμα της τα σύμβολα που χρησιμοποιεί για να συγκινεί τα παιδάκια της και για να καταφέρει να τα κάνει ―όταν μεγαλώσουν― να της είναι πιστά, φανατισμένα και με σκέψη παγωμένη, αν και αιχμηρή, σαν τους χαυλιόδοντες ενός από αιώνες θαμμένου στη Σιβηρία μαμούθ.

Εμένα όμως δεν είχε καταφέρει η πατρίδα μου να με κάνει φανατικό οπαδό της γιατί οι όποιοι αγώνες των προγόνων μου είχαν εφοδιάσει την παιδική μου ηλικία αλλά και την εφηβεία μου με αρκετές μνήμες, αμφιβολίες και βιβλία που η ζέστη τους ―χωρίς ποτέ να κάψω ούτε μία μνήμη, ούτε μία αμφιβολία, ούτε ένα βιβλίο― κρατούσε ευκίνητη και ζωντανή την προβοσκίδα των αναζητήσεών μου.

Είχε βοηθήσει σ’ αυτό και η Χούντα, με τις σιχαμένες εθνικόσουπες που με τάιζε.

Όμως, βλέποντας τον ανδριάντα του Ούγγρου ήρωα, και νιώθοντας σαν ρέψιμο με άρωμα γκούλας την εθνικιστική περηφάνια των Ούγγρων φίλων μου, συνειδητοποίησα ότι μπορεί να μην ήμουν φανατικός οπαδός της Ελλάδας αλλά είχα μεταμορφωθεί σε Πολίτη της. Και ταυτόχρονα σε Πολίτη της Ευρώπης.

Δηλαδή σε άνθρωπο που αγαπάει την πόλη του, έχει πόλη, είναι πολιτισμένος ―ή πιστεύει ότι είναι― και λαχταράει να ζει με κανόνες, νόμους και θεσμούς που να τον σέβονται και να τους σέβεται.

Να μπορεί να ξεχωρίζει έτσι από τους άνομους κι απολίτιστους Κύκλωπες που ―όπως νομίζω― το μεγαλύτερό τους μειονέκτημα ήταν η απουσία στερεοσκοπικής όρασης, πράγμα που τους εμπόδιζε να διακρίνουν τα βάθη των πολυεδρικών πραγματικοτήτων όπως και να εκτιμούν σωστά τις αποστάσεις.

Και μέσα από μια τέτοια περιπλάνηση ―με μπόλικο Όμηρο, σαν γλώσσα και μνήμη μέσα μου― σε παλιά βιώματα που έχουν αφήσει τα σημάδια τους στο δέρμα της μνήμης μου, σαν από ανεμοβλογιά σε παιδί που δεν έχει την αυτοπειθαρχία να μην ξύνεται όταν πάσχει, ξανάρχομαι στο Δημοψήφισμα.

Ξέρω, αναγνώστρια και αναγνώστη μου, ότι μπορεί να βλαστημάς μέσα σου και να λες: «Τελείωνε, μωρέ αδερφάκι μου! Άντε! Φτάσε στο “δια ταύτα” να ξεμπερδεύουμε!».

Και σε καταλαβαίνω. Κατανοώ αλλά δεν συμμερίζομαι τη βιασύνη σου.

Θέλεις με τη μία να πιάσεις αυτό που θέλω να πω σχετικά με το Δημοψήφισμα.

Ένα γρήγορο συμπέρασμα θέλεις, για να μπορέσεις να με κατατάξεις σε αυτούς που θα παινέψεις ή σε αυτούς που θα χέσεις πατόκορφα. Θέλεις μια φασματοσκόπηση στα γρήγορα για να εντοπίσεις το χρώμα της ετικέτας που θα μου κολλήσεις. Θέλεις ένα “Ναι” ή ένα “Όχι”.

Χωρίς να έχεις τη στοιχειώδη υπομονή και επιμονή να παρακολουθήσεις τη διαδρομή μου.

Αν θέλεις, το κάνω και λίγο επίτηδες.

Γιατί αν δεν έχεις την υπομονή και την επιμονή να διαβάσεις μια δυο σελίδες παραπάνω, πώς μπορείς να θεωρείς τον εαυτό σου επαρκώς ενημερωμένο και κατάλληλα εφοδιασμένο για να αποφασίσεις σωστά στο Δημοψήφισμα;

Και εδώ έρχομαι στο κρίσιμο ερώτημα: Γιατί δεν με ενδιαφέρει το αποτέλεσμα, αλλά και το ίδιο το Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου του 2015;

Η αιτία που το Δημοψήφισμα, για το τι θα γίνει ή δεν θα γίνει με τους “Θεσμούς της Ε.Ε.” και με το Δ.Ν.Τ., με αφήνει παγερά αδιάφορο είναι ότι δεν αγγίζει ούτε στο ελάχιστο τον φλογερό έρωτά μου για μια Ελλάδα που ποθώ κολασμένα αλλά που ποτέ δεν μου δόθηκε.

Η Ελλάδα που ποθώ κι ονειρεύομαι είναι μια Ελλάδα με Πολίτες κοινωνικά μορφωμένους και συνειδητούς και Θεσμούς άρτιους και δίκαιους. Πολίτες και Θεσμούς που θα σέβονται οι μεν τους δε σαν εραστές ολοκληρωμένοι.
Και το ερώτημα για το Δημοψήφισμα που θέλω, είναι: 

«Θέλετε ένα Κράτος σύγχρονο, δημοκρατικό, δίκαιο και αξιοκρατικό, με Πολίτες που σέβονται τους Κανόνες, τους Νόμους και τους Θεσμούς και Κανόνες, Νόμους και Θεσμούς που σέβονται τους Πολίτες;»

Με ένα πλειοψηφικό “ΝΑΙ”, θα είχα ολοκληρώσει κι εγώ τον έρωτά μου για την Ελλάδα, την ιδιαίτερη πατρίδα μου.

Και η Ελλάδα θα ήταν το πιο πολύτιμο και δυναμικό κομμάτι της Ενωμένης Ευρώπης, της μεγάλης πατρίδας μου, που κι αυτή την αγαπάω πολύ. Σχεδόν όσο και τον Δον Κιχώτη, τον Γιάννη Αγιάννη, την Πολυάννα, τον Άμλετ, την Νόρμα της Μαρίας Κάλλας, τον Νάφτα, τον Σετεμπρίνι, τον Νιλς Χόλγκερσον και πολλές και πολλούς άλλους.

Και τότε, ίσως, η Ενωμένη Ευρώπη να μπορούσε να ζήσει έναν όμορφο έρωτα με την Ελλάδα.

Με ένα «ΟΧΙ» όμως… μάλλον θα έπρεπε να φύγω.

Αλλά, πάλι, γιατί μένω ακόμα εδώ;

Ίσως γιατί ελπίζω ότι θα γίνει κάποτε ένα Δημοψήφισμα που δεν θα με αφήνει παγερά αδιάφορο.