Στο Βερολίνο ή στην Κρήτη (σήκουελ)

Της Ελίνας Σκαρπαθιώτη

"Βγήκε η ζωή μας στο σφυρί μας παίρνουν, μας πουλάνε στα ξένα χάνεται η ζωή μας στύβουν, μας πετάνε"
Στίχοι από το τραγούδι "Βγήκ'η Ζωή Μας Στο Σφυρί" του ποιητή Φώντα Λάδη, μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη,
από τον δίσκο "Γράμματα από την Γερμανία" (1975)

Έχεις κάνει αίτηση σε δημόσια υπηρεσία με την επισήμανση "επείγον" και περιμένεις εναγωνίως την απάντηση, καθώς έχει ήδη παρέλθει η προθεσμία που σου έχουν δώσει κατά κάμποσες ημέρες. Ξαναπηγαίνεις εκεί για να λάβεις την απάντηση άμεσα. Στο γκισέ της υποδοχής τούς δίνεις τα στοιχεία σου. Σε βρίσκουν στον υπολογιστή τους, σου λένε ότι πρέπει να περάσεις για ραντεβού με εκπρόσωπο της υπηρεσίας, για να ενημερωθείς καλύτερα για την πορεία της αίτησής σου. Παίρνεις νουμεράκι και περιμένεις στην αίθουσα αναμονής. Έρχεται η ώρα σου, πηγαίνεις να συναντήσεις τον υπάλληλο νούμερο τάδε. Δίνεις και σ' αυτόν τα στοιχεία σου κι αυτός σε βρίσκει στη βάση δεδομένων του υπολογιστή του. Σου λέει να περιμένεις λίγο στην αναμονή, καθώς ψάχνουν να φέρουν το φάκελό σου με όλα τα έγγραφα που τους έχεις καταθέσει. Λίγα λεπτά αργότερα, ο υπάλληλος νούμερο τάδε σε ξανακαλεί και σου ζητάει τα χαρτιά που έχεις ήδη καταθέσει πριν από 40 τόσες μέρες, το ένα μετά το άλλο. Βγάζει και κάποιες φωτοτυπίες. Αντιλαμβάνεσαι ότι κάτι δεν πάει καλά. Ρωτάς τί απέγιναν τα χαρτιά που είχες καταθέσει τότε. Χαλαρά αυτός απαντάει ότι "δεν υπάρχουν στο φάκελό σου". Εκεί κάπου χρειάζεσαι ένα υπογλώσσιο, το οποίο όμως δεν έχεις πρόχειρο. "Δηλαδή τί εννοείτε; Χάθηκαν έτσι απλά;" Ο υπάλληλος νούμερο τάδε, χαλαρός πάντα, δε γνωρίζει να σου απαντήσει. Στο κάτω-κάτω, δικό σου είναι το πρόβλημα, δικό του είναι; Σπρώχνοντας με βία τον ειρμό της σκέψης σου εκείνη τη δύσκολη στιγμή, ζητάς από τον υπάλληλο νούμερο τάδε να τσεκάρει αν τα στοιχεία από όλα αυτά τα έγγραφα πρόλαβαν τουλάχιστον να καταχωρηθούν στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων της υπηρεσίας προτού ξαφνικά εξαφανιστούν μυστηριωδώς. Ο υπάλληλος τσεκάρει και απαντάει ότι όχι, τα στοιχεία αυτά δεν έχουν καταχωρηθεί στο σύστημά τους. Χωρίς πολλή σκέψη πλέον, αντιλαμβάνεσαι ότι η αίτησή σου και τα χαρτιά σου κατέληξαν σε κάποιο καλάθι αχρήστων όταν τα κατέθεσες πριν από 40 τόσες μέρες.

Και φυσικά σε δούλευαν ψιλό γαζί οι υπάλληλοι όσες φορές στήθηκες εκεί στο μεσοδιάστημα για να ρωτήσεις σχετικά με την πορεία της αίτησής σου. Σεβασμός στον πολίτη; Υπευθυνότητα του κράτους; Αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των δημοσίων υπηρεσιών; Ενδεχομένως, αλλά μόνο σε άλλες περιοχές της πόλης και της χώρας. Στις "καλές" περιοχές με τους "αξιοσέβαστους", ευκατάστατους κατοίκους, την άριας φυλή. Το Neukolln σίγουρα δεν είναι ένα τέτοιο μέρος. Πρόκειται για έναν τεράστιο Άγιο Παντελεήμονα, μια βρώμικη αποθήκη ανθρωπίνων ψυχών όπου καταλήγει η πλειοψηφία των νέων κυμάτων μεταναστών από τις πιο πρόσφατα εξαθλιωμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όλου του κόσμου, για να συνυπάρξουν μαζί με τους παλιότερους μετανάστες από την Τουρκία και διάφορες αραβικές χώρες, και οι οποίοι ζουν εκεί εδώ και δεκαετίες. Για το γερμανικό κράτος, οι κάτοικοι μιας περιοχής όπως το Neukolln δεν είναι τίποτ' άλλο από ποντικάκια στη φάκα, πάμφθηνο εργατικό δυναμικό, παιδιά ενός κατώτερου θεού που θα πρέπει να είναι και ευχαριστημένοι που τους επιτρέπεται να βρίσκονται στη χώρα αυτή και να αναπνέουν τον ίδιο αέρα με τους Αρίους. Λες και το κράτος αυτό δεν είχε γνώση και ανάμιξη στην καταστροφή των χωρών αυτών και στην εισροή όλου αυτού του κόσμου εντός των συνόρων του. Έτσι λοιπόν, στο πλαίσιο της ανεκτικότητας με τη γραφειοκρατία του παντοδύναμου κράτους, και κυρίως του φόβου μην τυχόν και δυσαρεστήσεις το "ιερατείο" του, προκειμένου να πετύχεις μια υποτιθέμενη καλύτερη έκβαση στο θέμα σου, είσαι υποχρεωμένος να φανείς ελαστικός, διαλλακτικός, υπομονετικός και ψύχραιμος. Γιατί είσαι κατώτερός τους. Γιατί τους έχεις ανάγκη. Γιατί πρέπει να τους παρακαλέσεις κι άλλο για να βρεις άκρη πιο γρήγορα. Το σκεπτικό που σου εμφυτεύουν είναι "όσο πιο δουλικά τους φερθείς, τόσο πιο γρήγορα και καλά θα σε εξυπηρετήσουν".

Το μόνο που μπορείς να κάνεις εσύ εκείνη τη στιγμή για να βοηθήσεις τον εαυτό σου είναι να ξανακαταθέσεις όλα τα απαιτούμενα έγγραφα, καθώς και να ξανασυμπληρώσεις όλες τις φόρμες και να τις καταθέσεις κι αυτές. Τρέχεις σαν τον Βέγγο να βγάλεις φωτοτυπίες από όλα τα πρωτότυπα, μία-μία με προσοχή μη γίνει κι άλλο λάθος, συμπληρώνεις πάλι ολόκληρες σελίδες από προσωπικές σου πληροφορίες σε φόρμες και ερωτηματολόγια, κι επιστρέφεις στο γκισέ της δημόσιας υπηρεσίας. Αυτό σε παραπέμπει και πάλι σε υπάλληλο. Πίσω στην αίθουσα αναμονής λοιπόν με νουμεράκι. Έχουν ήδη περάσει κάπου τρεις ώρες από τη στιγμή που πάτησες το πόδι σου στη συγκεκριμένη υπηρεσία, κάτι το οποίο προφανώς δεν είχες φανταστεί, και έχεις ήδη αργήσει σε άλλα ραντεβού και υποχρεώσεις. Περιμένεις αναγκαστικά κανένα μισαωράκι ακόμα, με τα νεύρα κυριολεκτικά στην τσίτα. Έρχεται επιτέλους η ώρα σου, πας στον υπάλληλο δείνα αυτή τη φορά, του δίνεις πάλι τα στοιχεία σου, λες για μία ακόμη φορά την πονεμένη ιστορία σου, αλλά με τρόπο ώστε να μην προσβληθεί κανείς ή θιχθεί το κύρος της υπηρεσίας, του δίνεις κι όλα τα επίσημα έγγραφα σε φωτοτυπία και τις φόρμες όλες συμπληρωμένες. Ο υπάλληλος δείνα, χαλαρός κι αυτός, τα τσεκάρει όλα, ένα-ένα, και τα αντιπαραβάλλει με μια λίστα απαιτούμενων εγγράφων, την οποία η υπηρεσία σου είχε αποστείλει πριν λίγες ημέρες, αλλά εσύ δεν έλαβες ακόμα γιατί έχουν απεργία τα ταχυδρομεία. Το βλέμμα σου είναι καρφωμένο πάνω του. Ξαφνικά τον βλέπεις να πιάνει ένα φωσφοριζέ μαρκαδόρο και να υπογραμμίζει ένα, δύο, τρία, κάπου έξι-εφτά έγγραφα από τη λίστα που υπολείπονται ακόμα για να γίνει πλήρης η αίτησή σου. Έγγραφα που κανείς δε σου είχε ζητήσει ή αναφέρει καν μέχρι εκείνη τη στιγμή, μέρες αφού έχει παρέλθει ήδη η προθεσμία που σου είχαν δώσει για να απαντήσουν στο αρχικό αίτημά του. Σηκώνεις ψηλά το βλέμμα σου κι αναρωτιέσαι: υπάρχει θεός στο Neukolln;

Το πρώτο μέρος της περιπέτειας εδω