Στο Ηρώδειο

της Αθηνάς Τζολάκη

Πήγα προ ημερών στο Ηρώδειο, καλά ήταν, την ένιωθες όμως τη ψυχή να έχει βαρίδια, αγωνία, ανησυχία, θυμό. Κάναμε πως ξεχαστήκαμε για λίγο, κάπως αναπνεύσαμε.

Είναι όμορφες οι καλοκαιρινές βραδιές στο Ηρώδειο, θα χαίρεται η ψυχή της Ρήγιλλας  και θα ευφραίνεται η ψυχή του δωρητή Τιβέριου - Κλαύδιου -Αττικού Ηρώδη που το ωδείο που έχτισε για την μνήμη της αγαπημένης του συζύγου προσφέρει ακόμη ψυχαγωγία . 

Πάντα όμως όταν βρίσκομαι εκεί, η Ακρόπολη, ο Παρθενώνας, κλέβουν λίγο από την δόξα ακόμη και του πιο αγαπημένου μου καλλιτέχνη, ξεφεύγει που και που η ματιά μου και το μυαλό την ακολουθεί σε ένα παιχνίδι. Βάζω γλυπτά, κίονες, τοίχους, ξύλινες πόρτες και σκεπή στην θέση τους, το απαραίτητο χρώμα εκεί που πρέπει.  Να και η Αθηνά Πρόμαχος  ετοιμοπόλεμη  στα προπύλαια ενώ το χρυσελεφάντινο άγαλμα της συνονόματης με τα γαλάζια μάτια,  μέσα στον ναό  περιμένει τους πιστούς   να τους μεταδώσει την εξυπνάδα, τη μαχητικότητα, τη γενναιότητα, τη σύνεση, τη δύναμη.   Τα χρυσάφια, το ελεφαντοστό, τις πολύτιμες πέτρες, δεν μπορεί, θα τα είχε υποτάξει ο Φειδίας στην αρμονία. Βάζω και ανθρώπους, πολύχρωμο πλήθος, να μπαινοβγαίνουν, να προσεύχονται, να ικετεύουν  να τραγουδούν. Καμιά φορά σκέφτομαι και το ταμείο της συμμαχίας, στην δυτική πλευρά ήταν θαρρώ. Και ο Φειδίας που καταδικάστηκε για αλαζονεία τι τύπος να ήταν εκτός από μοναδικός καλλιτέχνης;

Μου αντιστέκεται  όμως ο Παρθενώνας, θέλει πολλή προσπάθεια να τον κρατήσω έτσι, στο δευτερόλεπτο ξαναγίνεται φωτισμένο μάρμαρο. Όμορφος  που είναι και έτσι, τον έχουμε ντύσει, τόσες γενιές, με τον θαυμασμό μας, τη λατρεία μας, το φως της ψυχής μας, που λάμπει σαν αυτό που ποθούμε μια μέρα να γίνουμε, ελαφρότεροι από τα αμαρτήματά μας.