Η ρήξη θα έρθει αναπόφευκτα

Του Δημήτρη Ραπίδη

Η ελληνική κυβέρνηση διαπραγματεύεται εδώ και έξι μήνες για τα αυτονόητα, για να δώσει ανάσες στην ελληνική οικονομία που πάσχει σε εξαντλητικό βαθμό από ρευστότητα, για να απομακρύνει περαιτέρω φορολογικά και δημοσιονομικά βάρη στους μη έχοντες, για να κρατήσει με νύχια και με δόντια την χώρα στην Ευρωζώνη.  Ωστόσο σχεδόν το σύνολο των προτάσεών της, είτε είναι μεταρρυθμιστικές, είτε φορολογικές είτε παρεμβατικές στην εξισορρόπηση του δημοσιονομικού κόστους για την κοινωνία και τις επιχειρήσεις, πέφτει στο κενό. Αυτό αποδεικνύει δύο πράγματα σε πρώτη φάση: πρώτον, ότι οι δανειστές δεν διαπραγματεύονται, σέρνοντας εκβιαστικά την κυβέρνηση στο δικό τους πεδίο επιβολής θέσεων. Δεύτερον, αποδεικνύει ότι στόχος είναι ο πλήρης εξευτελισμός της ελληνικής κυβέρνησης στα μάτια των Ελλήνων πολιτών που την ψήφισαν και συνεχίζουν να την υπερασπίζονται μαζικά την ύστατη ώρα, προκειμένου να δημιουργήσουν εξελίξεις στο εσωτερικό, εξαντλώντας την υπομονή των πολιτών, και επαναφέροντας στην εξουσία εκείνα τα κόμματα και τις πολιτικές συμμαχίες που έφτασαν την ελληνική οικονομία σε αυτή την κατάσταση, και που είναι πρόθυμα να υπογράψουν οποιαδήποτε συμφωνία τους ερχόταν στο τραπέζι.

Είναι αλήθεια ότι εάν δεν είχαν προηγηθεί εκλογές και παρέμενε η κυβερνητική συμμαχία ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, η συμφωνία θα είχε τώρα κλείσει. Θα ήταν περισσότερο επώδυνη με την προηγούμενη του 2012. Θα έδινε στην οικονομία την ψευδαίσθηση της προσωρινής ρευστότητας και δήθεν ασφάλειας και σταδιακά σε βάθος τριμήνου και τετραμήνου θα συζητούσαμε πάλι για το αδιέξοδο των πολιτικών λιτότητας, για το ανυπέρβλητο βάρος της φορολογίας, για την έλλειψη αναπτυξιακής προοπτικής, για την ανεργία και ούτω καθεξής. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα έβγαινε ακόμη περισσότερο ενδυναμωμένος, έτοιμος να διεκδικήσει την εξουσία και να συντρίψει τα θρύψαλα της πρώην συγκυβέρνησης, σαρώνοντας εκλογικά με ποσοστό πάνω από 40% και πιάνοντας απόλυτη πλειοψηφία. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση όμως, το πρόβλημα θα παρέμενε.

Και ποιο είναι το πρόβλημα; Ότι η ελληνική οικονομία και το ελληνικό κράτος έχουν τόσα πολλά δομικά προβλήματα που είναι αδύνατον να λυθούν σε καθεστώς ασφυκτικής δημοσιονομικής πίεσης και δανειακής εξάρτησης με τέτοιους επαχθείς όρους. Το πρώτο βασικό ζήτημα που προκύπτει είναι ότι όπως είναι δομημένο το χρηματοδοτικό πρόγραμμα για την Ελλάδα δεν αφήνει περιθώρια ομαλούς μετάβασης σε μεταρρυθμίσεις, εκβιάζοντας αλλαγές σε όλα τα επίπεδα με απότομο και επώδυνο τρόπο, προκαλώντας συνεχή σοκ στην οικονομία, στα νοικοκυριά, στις επιχειρήσεις, και εξαντλώντας πλήρως και σε σύντομο χρονικό διάστημα τις όποιες αντοχές. Κατά συνέπεια, όσο η Ελλάδα βρίσκεται σε καθεστώς δημοσιονομικού μαστιγώματος, είναι αδύνατον να μεταρρυθμιστεί. Και αυτό αφορά τόσο τις προηγούμενες κυβερνήσεις, όσο και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Το δεύτερο βασικό ζήτημα είναι ότι στη χώρα, από την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο και μετά, εμφανίστηκε ένας άκρατος δωσιλογισμός και μια επικίνδυνη ρητορική προπαγάνδας που θόλωσε ένα τμήμα της κοινωνίας. Αυτά τα φαινόμενα καλλιεργήθηκαν συστηματικά, συντονισμένα και με εντατικό τρόπο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης και από συγκεκριμένα δίκτυα ενημέρωσης του εσωτερικού και εξωτερικού. Ένα από τα βασικά αποτελέσματα αυτής της προπαγάνδας, ποντάροντας κυρίως  στην συνεχή τρομολαγνεία της εξόδου από το ευρώ, είναι ο διχασμός της ελληνικής κοινωνίας. Ένας διογκούμενος διχασμός, που πάντοτε σιγόβραζε στους κόλπους της κοινωνίας, αλλά κρατούταν καλά φυλαγμένος από βίαια εξωτερικά ερεθίσματα.

Συνεπώς, εκείνο που αξίζει να κρατήσουμε από μία ακόμη πολύ μεγάλη περιπέτεια, άκρως οδυνηρή και βασανιστική για τους περισσότερους από εμάς, είναι το εξής: οι διαστάσεις των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας και ο κίνδυνος διχασμού της ελληνικής κοινωνίας με βίαια ξεσπάσματα είναι ζητήματα που μας απέδειξε η επταετής περίπου βαθύτατη κρίση ότι δεν μπορούν να λυθούν εντός Ευρωζώνης. Τουλάχιστον έτσι όπως είναι δομημένη η σημερινή Ευρωζώνη και με βάση τον τρόπο που λειτουργεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε και κάνει μια τιτάνια προσπάθεια, για πρώτη φορά, σε πολιτικό και κινηματικό επίπεδο, να ανατρέψει αυτή την κατάσταση, αλλά αντιμετωπίζει ισχυρές, δομικές, ακλόνητες αντιστάσεις σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο στις Βρυξέλλες, το Βερολίνο, το Παρίσι, την Ουάσινγκτον.  

Για όλους αυτούς τους λόγους, και έχοντας μάθει ποιοι είναι οι μηχανισμοί και τα όρια του συστήματος της Ευρωζώνης,  δεν θα πρέπει να δαιμονοποιούμε την έξοδο από το ευρώ ή τουλάχιστον ό,τι μπορεί να προκύψει εκτός του πλαισίου της νομισματικής ένωσης. Ειδικά για εκείνους που εκτιμούν ότι η Ευρωζώνη αποτελεί δίχτυ ασφαλείας για την χώρα σε χαλεπούς οικονομικά καιρούς, αρκεί να αναλογιστεί ποια ασφάλεια έχουμε σαν χώρα και οικονομία όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης. Ούτε οικονομική σταθερότητα έχουμε, ούτε ανάπτυξη έχουμε, ούτε μέλλον για τις νεότερες γενιές υπάρχει. Τίποτα απολύτως.

Με ψυχραιμία και μεγάλη προσπάθεια, πρέπει να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση στα ίσα: όχι άλλα ημίμετρα.   

 

*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι Πολιτικός Αναλυτής και Επικοινωνιολόγος (Twitter: @rapidis)