Ανάμεσα στη χρεοκοπία και τις μεταρρυθμίσεις: οι επιλογές για την Ελληνική οικονομία

Του Κώστα Μεγήρ*

Σ' αυτές τις στιγμές ακραίου κινδύνου για την Ελλάδα, είναι σημαντικό να καταλάβουμε ποια είναι τα πραγματικά ζητήματα, και ποιες μπορεί να είναι οι εναλλακτικές πορείες. Φτάσαμε σ' αυτό το σημείο μετά από δεκαετίες κακής διακυβέρνησης κατά την οποία οι κυβερνήσεις (κυρίως με το ΠΑΣΟΚ και με τη ΝΔ να έχουν μεγάλο μερίδιο της ευθύνης) ενίσχυσαν την εκλογική τους βάση με πελατειακού τύπου πολιτικές είτε με τη μορφή διορισμών στο δημόσιο τομέα, είτε με την αύξηση συντάξεων χωρίς να προβλέπεται η μακροχρόνια πηγή χρηματοδότησης τους, είτε με νομοθεσία που δημιουργούσε και προστάτευε κατεστημένα συμφέροντα, μειώνοντας τον ανταγωνισμό στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, εγείροντας εμπόδια στη συμμετοχή σε επαγγέλματα, περιορισμούς στο εμπόριο καθώς και ακραίους ρυθμιστικούς κανόνες στην αγορά εργασίας. Αυτό συνοδεύθηκε από μια σιωπηρή αποδοχή της φοροδιαφυγής.

Το τελικό αποτέλεσμα ήταν η μείωση της παραγωγικότητας σε σχέση με τους εταίρους μας (στεκόταν στο 70% του μέσου όρου της παραγωγικότητας της Ε.Ε. Το 2009), και μια τεράστια αύξηση στα ελλείμματα του προϋπολογισμού και του εμπορικού ισοζυγίου, που χρηματοδοτούνταν από δανεισμό. Έτσι λοιπόν τα πρωτόγνωρα επίπεδα χρέους προκλήθηκαν από τις πελατειακές πολιτικές και τροφοδότησαν ένα τεχνητό επίπεδο ανάπτυξης. Η ελληνική οικονομία οικοδομήθηκε γύρω από το Κράτος, που έγινε ο πιο σημαντικός εργοδότης, και από το οποίο στηριζόταν ένα σημαντικό κομμάτι του ιδιωτικού τομέα.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα δεν έχει αναπτύξει επαρκώς τον τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών. Οι εξαγωγές περιορίζονται σε κάποια αγροτικά προϊόντα και φυσικά στον τουρισμό, τομείς που υπόκεινται σε έντονο διεθνή ανταγωνισμό. Απόδειξη των παραπάνω αποτελεί το γεγονός ότι τα 3/4 της προσαρμογής στο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου (από 15% του ΑΕΠ το 2009) επετεύχθη με μείωση των εισαγωγών, παρά το γεγονός ότι οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα μειώθηκαν τουλάχιστον κατά 25%, κάτι που θα πρεπε να κάνει την Ελλάδα πιο ανταγωνιστική. Παρ' όλη τη μείωση του εργατικού κόστους δεν μπόρεσαν να αναπτυχθούν οι εξαγωγές λόγω των στρεβλώσεων στην οικονομία που από κοινού με τη διαφθορά και τη γραφειοκρατία εμποδίζουν τις σημαντικές επενδύσεις. Ο περιορισμένος εξαγωγικός τομέας είναι στην ρίζα της κρίσης, και το πρόβλημα δε μπορεί να διορθωθεί με την απλή μείωση της δημοσιονομικής λιτότητας.

Με αυτά σαν δεδομένα, ας επιστρέψουμε στις ατέρμονες διαπραγματεύσεις της Ελληνική κυβέρνησης με την Τρόικα των πιστωτών (ΕΚΤ, ΕΕ, και ΔΝΤ). Με την τεράστια αβεβαιότητα που έχουν δημιουργήσει, οι διαπραγματεύσεις έχουν ήδη προκαλέσει μεγάλη ζημιά στην ελληνική οικονομία, που έχει ξαναπεράσει σε ύφεση, και έχουν ξαναφέρει την δημιουργώντας απαγορευτικό κλίμα για επενδύσεις. Η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να αποφύγει οποιαδήποτε μεταρρύθμιση που θα ενίσχυε τις επενδύσεις και ταυτόχρονα απαιτεί από τους εταίρους δημοσιονομική χαλάρωση με πρωταρχικό σκοπό να επαναπροσλάβει τους απολυθέντες από τον δημόσιο τομέα. Τα όποια μέτρα έχουν προτείνει είναι φορολογικής φύσεως, όπως αύξηση στην φορολογία των επιχειρήσεων από 26% στο 29% (μειώνοντας περαιτέρω τα κίνητρα για επενδύσεις) και άλλα αμφίβολης αποτελεσματικότητας φορολογικά μέτρα όπως ο φόρος για τον on line τζόγο. Επιπλέον, έχουν αρνηθεί σημαντικές μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα (που είναι απολύτως μη βιώσιμο) και έχουν αποκλείσει μείωση στα τωρινά επίπεδα των συντάξεων, παρά το γεγονός ότι αυτές κυμαίνονται στο 16% του ΑΕΠ. Έχουν υπονοήσει επίσης ότι αν οι απαιτήσεις τους δεν ικανοποιηθούν, θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να πτωχεύσει και να βγει από το Ευρώ. Στην πραγματικότητα η Ελλάδα έχει δύο εναλλακτικές: είτε την χρεοκοπία και την έξοδο από το Ευρώ είτε να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα ευνοήσουν την ανάπτυξη μέσα από την απελευθέρωση των αγορών, συνοδευόμενη από μία διαπραγματεύσιμη αναδιάρθρωση του χρέους.

Έστω ότι η Ελληνική κυβέρνηση επιτρέψει τη χρεοκοπία. Σε αυτό το σημείο, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα μπορεί να μη θεωρούνται κατάλληλες εγγυήσεις για δανεισμό, και αφού αποτελούν σημαντικό κομμάτι της κεφαλαιοποίησης των Ελληνικών τραπεζών, η ΕΚΤ μπορεί να θεωρήσει τις ελληνικές τράπεζες αφερέγγυες. Σε αυτή την περίπτωση, η βοήθεια ρευστότητας έκτακτης ανάγκης (ELA), πάνω στην οποία στηρίζεται ο τραπεζικός τομέας για να ικανοποιήσει τα αιτήματα των αναλήψεων, μπορεί να διακοπεί. Αυτό θα σήμαινε κατάρρευση του τραπεζικού τομέα και θα είχε σαν αποτέλεσμα την άμεση απώλεια της χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα. Το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών συναλλαγών θα τερματιζόταν, και η εισαγωγή ακόμη και των πιο βασικών αγαθών όπως το φαγητό, τα φάρμακα και τα καύσιμα θα σταματούσε, και θα πρέπει να βασιζόμαστε στην βοήθεια από το εξωτερικό. Από τη στιγμή που θα σταματούσε το εμπόριο, τα έσοδα της κυβέρνησης θα εξαφανίζονταν, και συνεπώς δεν θα πληρώνονταν καθόλου συντάξεις ή μισθοί του Δημοσίου. Με το δανεισμό να είναι αδύνατος, τη λιτότητα των περασμένων πέντε ετών θα τη θυμόμαστε με νοσταλγία σα μια περίοδο αφθονίας. Σε αυτή την περίπτωση η Κυβέρνηση δεν θα είχε άλλη επιλογή από το να βγει από το Ευρώ και να τυπώσει δικό της νόμισμα, με πολύ χαμηλότερη ισοτιμία από τις 347 δραχμές του Ευρώ της περιόδου 2000. Αυτή η μαζική υποτίμηση δεν θα οδηγούσε σε σημαντική αύξηση των εξαγωγών γιατί δεν υπάρχει αξιόλογος εξαγωγικός τομέας και η πιστωτική ασφυξία, απόρροια της κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος, δεν θα επέτρεπε νέες επενδύσεις. Το αποτέλεσμα θα είναι πληθωρισμός, τεράστια μείωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών και παντελής αφανισμός των καταθέσεων των ιδιωτών. Η επιμονή τη Ελληνικής κυβέρνησης να μην πειράξει τις συντάξεις θα φαίνεται κωμική όταν η αγοραστική δύναμη των συντάξεων αυτών προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Μακροπρόθεσμα, η ανάπτυξη θα είναι νωθρή επειδή θα έχουμε επανεισάγει τεράστια συναλλαγματική και πολιτική αβεβαιότητα, και επειδή, κατά πάσα πιθανότητα, οι μελλοντικές κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να αρνούνται την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ελλείψει εξωτερικών πιέσεων. Η πρόσβαση στις αγορές για χρηματοδότηση μπορεί να αποκατασταθεί εν τέλει μετά από κάποιο σημαντικό χρονικό διάστημα (αν και το παράδειγμα της Αργεντινής δεν είναι ενθαρρυντικό), όμως η έλλειψη αξιοπιστίας στις πολιτικές που θα ακολουθηθούν, θα σημαίνει ότι θα είναι ακριβή με υψηλά επιτόκια. Επιπλέον, οι σημερινοί δανειστές πιθανό να συνεχίσουν να απαιτούν από την Ελλάδα έστω και μερική αποπληρωμή του χρέους, που τώρα θα έχει πολλαπλασιαστεί εξαιτίας της υποτίμησης (το Ελληνικό χρέος έχει εκδοθεί σε Ευρώ). Αλλά ακόμα και να μη συμβεί αυτό και οι δανειστές ξεχάσουν αυτά που τους χρωστάμε, η δυσλειτουργία της Ελληνικής οικονομίας θα εμποδίσει σοβαρές επενδύσεις. Έτσι η Ελλάδα θα συνεχίσει να βασίζεται στην χαμηλής προστιθέμενης αξίας παραοικονομία της. Η Ελλάδα θα παγιδευτεί σε μια κατάσταση χαμηλής ανάπτυξης και τα επίπεδα διαβίωσης θα συνεχίσουν να ολισθαίνουν.

Η προφανής εναλλακτική λύση, από την καταστροφή που θα επέφερε η χρεοκοπία, είναι να εφαρμοστούν πραγματικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Αυτό αρχικά θα προϋπέθετε μια συμφωνία με τους δανειστές για συνέχιση της χρηματοδότησης με αντίστοιχα δημοσιονομικά μέτρα. Ήδη οι δανειστές μείωσαν τις απαιτήσεις τους για πρωτογενές πλεόνασμα μόλις στο 1% του ΑΕΠ για φέτος. Αν υποθέσουμε ότι η Ελληνική κυβέρνηση ήθελε να κάνει μια καλόπιστη διαπραγμάτευση, θα δεσμευόταν να κάνει τα παρακάτω:

Πρώτον, θα έπρεπε να αναγνωρίσει ανοιχτά ότι η αιτία του χρέους και ο λόγος της τεράστιας ύφεσης δεν ήταν η συμφωνία διάσωσης αλλά η η κακή διακυβέρνηση της χώρας και οι στρεβλώσεις της οικονομίας εδώ και 35 χρόνια. Αξίζει να σημειωθεί ότι η όλη η λιτότητα που είδαμε μέχρι τώρα στην Ελλάδα ήταν απαραίτητη για να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό από το έλλειμμα του 16% του 2009 στο πρωτογενές πλεόνασμα, ώστε να μη χρειαζόταν να δανειστεί επιπλέον - δεν είχε να κάνει με αποπληρωμή κεφαλαίου ή τόκων. Όλη η κουβέντα περί παράνομου χρέους θα πρέπει να σταματήσει γιατί το μόνο που καταφέρνει είναι να υπονομεύει την αξιοπιστία της Ελλάδος στο παρόν και στο μέλλον.

Δεύτερον, θα πρέπει να εφαρμόσει άμεσα διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα απελευθέρωναν τα επαγγέλματα, θα σταματούσαν να προστατεύουν κλάδους από τον ανταγωνισμό (όπως πχ τα φαρμακεία), θα έκαναν τις αγορές πιο ανταγωνιστικές, και θα απομάκρυναν τους περιορισμούς στο εμπόριο (όπως περιορισμούς στο άνοιγμα των καταστημάτων). Ακόμη περισσότερο, όλα τα γραφειοκρατικά εμπόδια για ίδρυση και διαχείριση των επιχειρήσεων (από τα πιο δυσβάστακτα στον ΟΟΣΑ) θα πρέπει να εξαλειφθούν. Η διαφθορά και η φοροδιαφυγή θα πρέπει να παταχθούν σε όλα τα επίπεδα. Η αγορά εργασίας θα πρέπει να απελευθερωθεί εντελώς (εκτός από τους βασικούς κανόνες που διασφαλίζουν την υγεία, την ασφάλεια και προστατεύουν από τις διακρίσεις παντός είδους), οι μισθολογικές διαπραγματεύσεις θα πρέπει να γίνονται αποκλειστικά σε επίπεδο των επιχειρήσεων και όχι σε εθνικό συλλογικό επίπεδο. Τέτοιες κινήσεις θα τόνωναν τις επενδύσεις θα οδηγούσαν στην ανάπτυξη και θα εξάλειφαν την παραοικονομία που είναι τροχοπέδη στην ανάπτυξη.

Τρίτον, θα έπρεπε να ανακοινώσει μια ριζική αναθεώρηση του φορολογικού κώδικα, και φυσικά να μειώσει την φορολογία των επιχειρήσεων, κάνοντας την Ελλάδα ένα ελκυστικό προορισμό επενδύσεων. Μέρος της αναθεώρησης του φορολογικού συστήματος θα πρέπει να είναι και η δημιουργία προγράμματος πρόνοιας με ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, και με επιδότηση στους χαμηλά αμειβόμενους εργαζόμενους και απομάκρυνση της ανάγκης για κατώτατο μισθό. Όπως έχουμε δείξει σε άλλη εργασία, αυτό είναι δυνατό να συμβεί χωρίς ανάγκη νέων πόρων και θα βοηθούσε τους εργαζόμενους να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες της αγοράς εργασίας. Εξαιτίας της αχαλίνωτης φοροδιαφυγής αυτό το σύστημα θα πρεπε να γίνει ανταποδοτικό μετά από λίγο χρόνο μεταβατικής εφαρμογής.

Τέταρτον, απαιτείται εκ βάθρων μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα με πρωταρχικό στόχο να μειωθεί το μέγεθός του και να αξιολογείται η απόδοση του. Παράλληλα πρέπει να προχωρήσει η ιδιωτικοποίηση υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, όπως η ΔΕΗ, και φυσικά η ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ. Σε μακροπρόθεσμη βάση, το εκπαιδευτικό σύστημα χρειάζεται συστηματική αναδιοργάνωση, εισάγοντας υψηλής ποιότητας εκπαίδευση από τα πρώτα χρόνια μέχρι το Πανεπιστήμιο, αλλά και ένα σύστημα αξιολόγησης όλων των διδασκόντων και των ερευνητών. Την ίδια στιγμή, θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί η έρευνα με σκοπό να υποστηριχθεί η εγχώρια βιομηχανία της καινοτομίας. Τέλος, το σύστημα Δικαιοσύνης είναι εντελώς δυσλειτουργικό με τις εμπορικές υποθέσεις να απαιτούν πέντε χρόνια κατά μέσο όρο για να επιλυθούν - αυτό χρειάζεται ριζική αλλαγή.

Με αυτό το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων σε πορεία εφαρμογής, θα είναι σε θέση να ξεκινήσει μια διαπραγμάτευση για την αναδιάρθρωση του χρέους, που θα μπορεί να βασιστεί στην επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής και στη διατήρηση των επιτοκίων στα σημερινά χαμηλά επίπεδα. Αν η ελληνική κυβέρνηση δεσμευόταν σε ένα τέτοιο ριζικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων οι δανειστές θα αποδέχονταν με ευκολία μια τέτοια αναδιάρθρωση η οποία θα είναι προς το συμφέρον όλων. Με την επακόλουθη αύξηση στην ανάπτυξη, η αποπληρωμή του χρέους θα ήταν πολύ λιγότερο επαχθής.

Παρά τα 35 χρόνια κακοδιοίκησης, η Ελλάδα έχει ακόμα αποθέματα σε ανθρώπινο δυναμικό. Το μεταπολεμικό "success story", που βασίστηκε στην επέκταση της εκπαίδευσης και της επιχειρηματικότητας, παρά τα γνωστά μειονεκτήματα, άφησε μια χώρα με στέρεη υποδομή σε ανθρώπινο δυναμικό, που εν μέρει τουλάχιστον, αντέχει ακόμα και σήμερα. Επιπλέον, υπάρχουν πολυάριθμοι Έλληνες επιχειρηματίες που ζουν στο εξωτερικό και είναι έτοιμοι να επιστρέψουν αναπτύσσοντας την επιχειρηματικότητα, τόσο γιατί αγαπούν την πατρίδα τους, όσο και γιατί η Ελλάδα μπορεί να τους προσφέρει εξαιρετικές ευκαιρίες χάρη στην τοποθεσία της και την κουλτούρα της: μέρος της Δυτικής Ευρώπης αλλά με ευρεία κατανόηση της εικόνας στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα μπορεί να διαγωνιστεί σε κορυφαίο επίπεδο τόσο σε οικονομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο βιομηχανίας υψηλής τεχνολογίας, αλλά μόνο αν το υπάρχον κρατικίστικο σύστημα αντικατασταθεί με μια δυναμική οικονομία βασισμένη στις ελεύθερες αγορές.

Κώστας Μεγήρ, Καθηγητής Οικονομικών Πανεπιστημίου Yale