Αναζητώντας το χαμένο χρόνο

Του Στάθη Κουβελάκη

Χρειάστηκαν λοιπόν πέντε μήνες για να αποχωρήσει επιτέλους η ελληνική κυβέρνηση από μια διαδικασία εξουθενωτική για την ίδια, την κοινωνία και την χώρα. Όσοι χρειάστηκαν και για να αποφασίσει να δώσει (προσωρινό;) τέλος στην αιμορραγία της αποπληρωμής των δόσεων προς τους δανειστές και για να απευθύνει το κυβερνών κόμμα ένα κάλεσμα για επανεκκίνηση της λαϊκής κινητοποίησης που διέκοψε η καταστροφική από κάθε άποψη συμφωνία της 20ης Φλεβάρη.

Με στραγγιγμένα τα δημόσια ταμεία, με την οικονομία να υφίσταται τις συνέπειες του ελέω ΕΚΤ χρηματοδοτικού στραγγαλισμού, με τον λαό αδρανοποιημένο και σε σύγχυση, το ερώτημα που αβίαστα προκύπτει είναι εάν όλα τα προηγούμενα, πέρα από ανεπαρκή, έρχονται πολύ αργά. Εάν, με άλλα λόγια, είναι δυνατόν να καλυφθεί ο χρόνος που άρχισε να κυλά σε βάρος της ελληνικής κυβέρνησης από τότε που η ίδια προσπάθησε να παρουσιάσει ως «διαπραγματευτική επιτυχία» την αδυναμία της να κάμψει στο ελάχιστο την στάση των δανειστών.

Σε πείσμα λοιπόν της ξύλινης γλώσσας περί «προόδου» και «επικείμενης συμφωνίας», αυτό που ήρθαν να επιβεβαιώσουν οι τελευταίες εξελίξεις είναι ότι η παράσταση του τελευταίου πεντάμηνου δεν ήταν παρά μια παρωδία «διαπραγμάτευσης». Διότι πως αλλιώς να χαρακτηρίσουμε μια διαδικασία όπου η πρόταση που καταθέτει τελεσιγραφικά, μετά από τέσσερις μήνες, η άλλη πλευρά, προφανώς αυτή που διαθέτει την ισχύ, αποτελεί, κατ’ομολογία του υπουργού Εσωτερικών  μια ιδιαίτερα βεβαρυμμένη εκδοχή του σημείου εκκίνησης, των όσων δηλαδή είχε αποδεχθεί η προηγούμενη ελληνική κυβέρνηση με το διαβόητο «μέηλ Χαρδούβελη»;  Το λιγότερο που μπορεί να περιμένει κανείς είναι ότι μετά από ένα τέτοιο ναυάγιο, είναι η αποχώρηση. Το πιο κρίσιμο όμως, εάν δεν θέλουμε να επαναληφθεί αυτό το εφιαλτικό σενάριο, είναι η συνειδητοποίηση, δηλαδή η δημόσια αναγνώριση, ότι αυτή η διαδικασία ήταν μια παγίδα, στην οποία εγκλωβίστηκε η ελληνική πλευρά, με πολύ δυσάρεστα αποτελέσματα, που, ας το πούμε ευθέως, μόνο με ριζική αλλαγή πορείας είναι αναστρέψιμα.

Διότι ο χρόνος που «χάθηκε» σε αυτές τις ατέλειωτες «συνομιλίες» δεν χάθηκε για όλους. Προφανώς δεν χάθηκε για την πλευρά των δανειστών που ακολούθησαν με απόλυτη συνέπεια την στρατηγική του «κλοιού ρευστότητας» που εγκαινίασε δέκα μόλις μέρες μετά τις εκλογές ο Μάριο Ντράγκι. Και που πέτυχαν κάτι, που τουλάχιστον στα μάτια όσων στήριξαν και συνέβαλαν στην υπόθεση μιας αριστερής κυβέρνησης, φάνταζε αδιανόητο πριν από μερικούς μήνες: να σύρουν μια κυβέρνηση που εκλέχτηκε με διακηρυγμένο στόχο την κατάργηση των Μνημονίων στην αποδοχή του «κάδρου» των πολιτικών λιτότητας. Διότι, και πάλι, πως αλλιώς μπορεί να χαρακτηρισθεί το απίστευτο «κείμενο των 47 σελίδων», όπως έχει πλέον καταχωρηθεί η τελευταία ολοκληρωμένη εκδοχή της ελληνικής πρότασης; (Το πλήρες αναρτήθηκε από το ThePressProject) Ενα κείμενο που κινείται στην γνώριμη, και σαφέστατα μνημονιακή, λογική των δημοσιονομικών πλεονασμάτων, των ιδιωτικοποιήσεων, της διαρκούς αύξησης της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης, της παγίωσης της ληστρικής υπερφορολόγησης των τελευταίων ετών με ταυτόχρονη αύξηση της έμμεσης φορολογίας, την μείωση της προστασίας της πρώτης κατοικίας και την μετάθεση σε ένα ακαθόριστο μέλλον του συνόλου σχεδόν των προγραμματικών δεσμεύσεων  του Σύριζα που δεν έχουν ντε φάκτο ήδη αναιρεθεί;

Ας είμαστε σαφείς: στην διαρκή διολίσθηση των ελληνικών θέσεων κατά τη διάρκεια της δήθεν διαπραγμάτευσης, το κείμενο των 47 σελίδων αποτελεί σημείο τομής. Ακόμη κι αν οι προτάσεις της ελληνικής πλευράς γίνονταν αποδεκτές ως «βάση συζήτησης», και ξέρουμε ότι από τότε υπήρξαν και περαιτέρω βήματα ευθυγράμμισης με τις απαιτήσεις των δανειστών (με πιο χαρακτηριστικό την πλήρη αποδοχή των στόχων για δημοσιονομικά πλεονάσματα), το αποτέλεσμα θα ήταν και πάλι η συνέχιση της λιτότητας και η εμπέδωση του μνημονιακού καθεστώτος. Με αυτήν την έννοια μπορούμε να πούμε ότι η παραβίαση της λαϊκής εντολής έχει ήδη συντελεσθεί.
Ο «χαμένος χρόνος» δεν σημαίνει όμως μόνο διαρκή υποχώρηση των ελληνικών θέσεων. Εξ’ίσου καίρια είναι  η αδρανοποίηση της κοινωνίας, ο εθισμός στο κατέβασμα του πήχη, το αίσθημα ανημπόριας που γενικεύεται. Η τομή εδώ ήρθε με την συμφωνία της 20ης Φλεβάρη που έδωσε τέλος στο κλίμα ελπίδας και αγωνιστικής εγρήγορσης που είχε πυροδοτήσει η εκλογική νίκη. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε εδώ ο επίσημος κυβερνητικός λόγος αλλά και η αδυναμία του Σύριζα ως κόμματος να δώσει ένα διαφορετικό στίγμα. Αυτό που εν τέλει κυριάρχησε, και συνεχίζει εν μέρει μια μετά θάνατον διαδρομή, ήταν η ατέρμονη «διαπραγματευσιολογία», η φιλολογία περί της επί θύραις «συμφωνίας» και του δήθεν «έντιμου συμβιβασμού», όλα αυτά κατά στιγμές διανθισμένα με πιο επιθετικές κορώνες που «έπαιζαν» με το ενδεχόμενο της «ρήξης» - χωρίς ποτέ όμως να το προετοιμάζουν και να το εξηγούν σαν μια βιώσιμη και θετική επιλογή. Δεν μπορεί λοιπόν να προκαλεί έκπληξη ο σκεπτικισμός με τον οποίο αντιμετωπίζεται ένα καθυστερημένο, πρόχειρο και με θολή στόχευση κάλεσμα για λαϊκή κινητοποίηση όπως αυτό της Τετάρτης 17 Ιούνη.

Είναι πλέον προφανές η κυβέρνηση αλλά και γενικότερα ο Σύριζα έχουν να αντιμετωπίσουν ένα θέμα αξιοπιστίας. Διότι ποιά αξιοπιστία μπορεί άραγε να έχει η δήλωση ότι «τώρα αρχίζει η πραγματική διαπραγμάτευση» μετά από τους εξαντλητικούς πέντε μήνες που πέρασαν; Τι νόημα έχει η επανάληψη της εκτίμησης περί «θετικής συμφωνίας της 20ης Φλεβάρη» όταν οι πάντες περίπου έχουν δεχθεί ότι έδεσε τα χέρια της κυβέρνησης χωρίς να εξασφαλίσει την παραμικρή χαλάρωση του χρηματοδοτικού κλοιού; Πόσοι πιστεύουν ακόμη ότι το «Brussels group» και τα «τεχνικά κλιμάκια» είναι κάτι διαφορετικό από την Τρόϊκα, ότι η λεγόμενη «πέμπτη αξιολόγηση» έχει αποσυρθεί από το τραπέζι ή ακόμη ότι δεν υφίσταται Μνημόνιο ακόμη κι αν τώρα το λέμε «πρόγραμμα» (κατά το «Θεσμοί»); Αυτή η διαρκής λεκτική ταχυδακτυλουργία δεν αποτελεί εξ’ άλλου και μια ομολογία αποτυχίας (όταν δεν μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα, αλλάζουμε την ονομασία τους) και συνάμα σύμπτωμα προϊούσας αποσάθρωσης του ίδιου του πολιτικού λόγου;

Με το μνημειώδες έργο του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», ο Μαρσέλ Προυστ κατέδειξε αυτό που είχε συνοψίσει ο Ηράκλειτος με το ρητό του «Ποταμώ ουκ έστιν εμβήναι δις τω αυτώ» («είναι αδύνατο να μπεις στο ίδιο ποτάμι δεύτερη φορά»). Ο «χαμένος χρόνος» έχει περάσει ανεπιστρεπτί, και η αναβίωσή του, με οδηγό την μνήμη, δεν νοείται παρά ως αφηγηματική αναδημιουργία σε ένα άλλο επίπεδο, αυτό της μυθιστορίας και του φαντασιακού. Και για να το κάνει αυτό ο Προυστ σταμάτησε να ζει, διέκοψε τρόπον τινά για τον ίδιο την ροή του χρόνου για να αφήσει την γραφή του να ανεμετρηθεί με την εμπειρία της απώλειας.

Εστω και έτσι όμως, ο γάλλος συγγραφέας έχει κάτι καίριο να πει σε όσους κάνουν την αντίθετη από τον ίδιο επιλογή, σε όσους να συνεχίζουν να ζουν και να δρουν σε αυτόν τον κόσμο, με τη γνώση όμως ότι το καθετί κρατάει κάτι από την γεύση του παρελθόντος, που δεν είναι παρά η γεύση του ανεκπλήρωτου. Μόνο η δημιουργία καινούργιου χρόνου μπορεί να δικαιώσει όσα τραυμάτισε αυτός που πέρασε. Με αυτήν την έννοια, τίποτε δεν είναι σήμερα πιο επίκαιρο από το πρόγραμμα του Σύριζα, από τις δεσμεύσεις που ανέλαβε και που τον οδήγησαν σε μια ιστορικής σημασίας νίκη, ακριβώς επειδή ξέρουμε ότι η υλοποίησή τους δεν μπορεί να γίνει όπως αρχικά είχαμε σκεφτεί. Νέα αρχή δεν γίνεται εκ του μηδενός, ούτε όμως και χωρίς ρήξη με αυτό προηγήθηκε.

Η κυβέρνηση, ο Σύριζα, ο ελληνικός λαός βρίσκονται σήμερα μπροστά σε ένα απλό, στη διατύπωσή του και μόνον, δίλημμα: συνθηκολόγηση ή ρήξη, παράδοση ή ανοιχτό στοίχημα για το μέλλον. Η δεύτερη επιλογή ενέχει αναμφισβήτητα ρίσκο, η πρώτη όμως δεν έχει να προσφέρει παρά την ασφάλεια μιας θανάσιμης, ατελείωτης, αγωνίας. Για λίγο ακόμη το μέλλον είναι ανοιχτό. Κανείς δεν μπορεί εξ’άλλου να πει τι θα είχε κάνει ο Προυστ αν δεν είχε δοκιμάσει αυτό το μικρό κομμάτι κέηκ που οι Γάλλοι ονομάζουν Μαντλέν.
 
ΥΓ. Ο Παύλος Ζάννας (1929-1989) άρχισε να μεταφράζει το έργο του Μαρσέλ Προυστ στη φυλακή όπου βρισκόταν για την αντιδικτατορική του δράση και τη συμμετοχή στην οργάνωση «Δημοκρατική Αμυνα». Οταν οι συγκρατούμενοί του, ή οι κατοπινότεροι, τον ρωτούσαν γιατί, στις δεδομένες συνθήκες, δεν είχε διαλέξει να ασχοληθεί με κάτι «πιο πολιτικό», απαντούσε ότι το να μεταφράζεις Προυστ ακριβώς σε εκείνες τις συνθήκες συνιστούσε κατ’ εξοχήν πολιτική πράξη και αναπόσπαστο μέρος της αντιστασιακής του δράσης.

του Στάθη Κουβελάκη, στη μνήμη του Παύλου Ζάννα