Μάνος Χατζιδάκις: ένας αστροναύτης ανάμεσά μας

Του Φοίβου Δεληβοριά

Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι 23 ετών. Το θέατρο Μουσούρη στην πλατεία Καρύτση λέγεται τότε θέατρο «Αλίκη», ανήκει στην Αλίκη Θεοδωρίδου και παραχωρείται στα χρόνια αμέσως μετά τον πόλεμο στον Κάρολο Κουν και στο νεαρό ακόμη Θέατρο Τέχνης του. Η μεγάλη επιτυχία της μουσικής του Μάνου για το «Ματωμένο Γάμο» του Κουν συζητιέται σ' όλη την Αθήνα. Πολλοί μιλούν ήδη με ένα μείγμα ενόχλησης και θαυμασμού για τον λεπτό τρόπο με τον οποίο έχουν διεισδύσει μέσα στις μελωδίες του έργου δύο τραγούδια του Τσιτσάνη -το «Μπαξέ Τσιφλίκι» και η «Αρχόντισσα». Ο Τσιτσάνης δεν είναι τότε το ιερό τέρας το σημερινό, σχεδόν δε μπορείς να πεις χωρίς ντροπή τη λέξη «συνθέτης» δίπλα στο όνομά του. Ιδιαιτέρως δε μπροστά σε ένα ακροατήριο αστών ή νεαρών αριστερών διανοουμένων, που -για τους δικούς της λόγους η κάθε πλευρά- συνδυάζουν το λαϊκό τραγούδι με μιαν ανεπιθύμητη παρακμή. Ο κόσμος λοιπόν που είχε την περιέργεια να ακούσει το νεαρό σ' αυτήν την διάλεξη της 31ης Ιανουαρίου 1949 για το Ρεμπέτικο είναι πολύς και το θέατρο γεμίζει ασφυκτικά. Τότε ο Μάνος Χατζιδάκις ανάμεσα στ' άλλα λέει και τα εξής:

«Η εποχή μας δεν είναι ούτε ηρωική ούτε επική και το τελείωμα του Δεύτερου παγκοσμίου πολέμου άφησε σχεδόν όλα τα προβλήματα άλυτα και μετέωρα. Τα μετέωρα αυτά προβλήματα δημιουργούν περιφερόμενα ερωτηματικά που δεν περιορίζονται φυσικά μόνο στον τομέα της πολιτικής και της κοινωνιολογίας μα εξαπλώνονται με την ίδια δύναμη και στη φιλοσοφία και την τέχνη, ακόμη και στην πιο καθημερινή στιγμή τ΄ ανθρώπου. Ο τόπος μας επιπλέον εξακολουθεί, σχεδόν δίχως διακοπή, ένα πόλεμο με επιμονή και με πίστη για την τελική νίκη, μα πάντα και ιδιαίτερα σήμερα, κοπιαστικό και οδυνηρό. Σκεφθείτε τώρα κάτω απ΄ αυτές τις αδυσώπητες συνθήκες την παρθενική ψυχικότητα του λαού μας - παρθενική, γιατί τα εκατό χρόνια μόνον ελεύθερης ζωής δεν ήσαν ικανά ούτε να την ωριμάσουν ούτε και ν΄ αφήσουν περιθώριο για να ριζωθούν τα τελευταία ευρωπαϊκά ρεύματα.

Φανταστείτε λοιπόν αυτή τη στοιβαγμένη ζωτικότητα και ωραιότητα συνάμα ενός λαού σαν του δικού μας, να ζητά διέξοδο, έκφραση, επαφή με τον έξω κόσμο και να αντιμετωπίζει όλα αυτά που αναφέραμε πιο πάνω σαν κύρια γνωρίσματα της εποχής, κι ακόμη τις ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες του τόπου μας. Η ζωτικότητα καίγεται, η ψυχικότητα αρρωσταίνει, η ωραιότητα παραμένει. Αυτό είναι το ρεμπέτικο. Κι από ΄δω πηγάζει η θεματολογία του

Πολύ αργότερα κι ενώ το σκάνδαλο που προκαλεί στους Αθηναίους η διάλεξη αυτή έχει γίνει κοινός τόπος (όλοι πια οι συνθέτες, από τους φανατικούς αριστερούς συμφωνιστές του '49 μέχρι τους συντηρητικούς δημιουργούς τανγκό και σουίνγκ της δεκαετίας του '50 γράφουν λαϊκότροπα τραγούδια, άλλοι με ιδεολογικό και άλλοι με εμπορικό πρόσχημα), ο Μάνος Χατζιδάκις είναι πάλι μόνος του-και κάπου αλλού. Είναι στην Αμερική, στη Νέα Υόρκη, ζει απέναντι ακριβώς από το Κάρνεγκι Χολ, ακούει αποκλειστικά δίσκους νεαρών μουσικών της ψυχεδελικής ροκ και βλέπει στους κινηματογράφους του Μανχάταν το «Μπλόου Απ», το «Σατυρικόν», το «Θεώρημα», τον «Καουμπόϋ του μεσονυκτίου».

Σε ένα γράμμα του στις 21 Ιουλίου του 1968 προς τον φίλο του νεαρό σκηνοθέτη Δημήτρη Βερνίκο στην Ελλάδα, λέει μεταξύ άλλων τα εξής:

« Ετούτη τη στιγμή είμαι βαθύτερα Έλληνας από κάθε άλλη φορά. Κι όταν λέω Έλληνας εννοώ στο σώμα μου, στη σκέψη μου, στο αίσθημά μου. Και για να γίνω τέτοιος Έλληνας, προετοιμάστηκα χρόνια και χρόνια μες στον τόπο μου. Κι έγινα 42 χρονών. (Που έπρεπε να διαλέξω ή να γίνω μεγάλος ή να συνεχίσω νέος. Που σημαίνει ανασφάλεια, επαναστατικότητα, αναρχισμό, πλάτος στον ορίζοντα και βάθος στο αίσθημα. Τα πάντα μέχρι θανάτου). Η λειτουργία όμως αυτής της τόσον απαιτητικής νεότητος με κανένα τρόπο δεν μπορεί να υπάρξει στον σημερινό Ελληνικό χώρο. Μοιάζω με τον Αστροναύτη που βρίσκεται εκατομμύρια μίλια μακριά απ' τη γη. Και γνωρίζεις πως η πιο επικίνδυνη αρρώστεια για έναν αστροναύτη, είναι η νοσταλγία. Μπορεί να χάσει το λογικό του και να πεθάνει. Μα σαν αντιδράσει και ανθέξει, τότες νίκησε και θετικά θα επιστρέψει στη γη. Κινδύνευα -στον πατρικό μου χώρο- να γίνω τρελλός ή σιωπηλός. Γιατί για μένα, που παραμένω πάντα ένας ευαίσθητος δέκτης της κάθε χρονικής στιγμής, είχεν παρέλθει οριστικά η εποχή του Ρεμπέτικου, των "Εξι λαϊκών ζωγραφιών", "Του Φιδιού", της "Ερημιάς" και της "Οδού Ονείρων". Κι ας τ' αναμασάν σήμερα τόσοι και τόσοι, και θα τ' αναμασήσουν για πολλά χρόνια ακόμη. Κι εφόσον δεν γεννήθηκα "ακαδημαϊκός", που σημαίνει να περιβληθώ τον μανδύα του ιστορικού μου έργου και να ζήσω "εν ειρήνη" τον θαυμάσιο βίον μου, απολαμβάνοντας τιμές και σεβασμό, εφόσον λοιπόν γεννήθηκα επαναστάτης, πρέπει να βρω τον τρόπο να συνεχίσω να υπάρχω τέτοιος, ίσαμε να πεθάνω... Και κάτι τρελλό. Έχω την εντύπωση πως από δω και μπρος θα πρέπει οι εμπειρίες μου να προέρχονται από την μελλοντική μου ζωή κι όχι από αυτήν που πέρασε. Θα μου πεις βέβαια, μα και η λέξη εμπειρία, περιέχει αυτό που πέρασε. Αρκεί -σ' απαντώ- ν' αντικαταστήσουμε την προηγούμενη πράξη με την επιθυμητή. Η εμπειρία ν' αποκτήσει την έννοια της αποκάλυψης. Να γνωρίζουμε αυτό που επιθυμούμε να κάμουμε κι από κει ν' αντλούμε χαρακτήρα, κι όχι απ' ό,τι πράξαμε. Να ένας νόμος που θα πρέπει να ψηφίσουμε, κι οι δυό για μας και για το περιβάλλον μας

Ανάμεσα σ' αυτά τα δυο αποσπάσματα κρύβεται το κλειδί για ν' απολαύσετε για πρώτη ή για πολλοστή φορά το έργο του Χατζιδάκι. Ο τραυματισμένος από την Κατοχή και τον Εμφύλιο νέος, που θεραπεύεται απ' την ταπεινότητα και τον ερωτισμό του μπουζουκιού και ο ελεύθερος από οποιαδήποτε ετικέτα επαναστατημένος άνθρωπος, έτοιμος για το ταξίδι στο άστρο της επιθυμητής ζωής, όχι της παρελθοντικής. Μέχρι ο ένας να συναντηθεί με τον άλλο μέσα μας σ' αυτήν τη νεοκατοχική-νεοεμφυλιακή περίοδο που ζούμε και μέχρι να βρούμε κι εμείς τη δύναμη για μια προσωπικά κατακτημένη ελευθερία, ας ξανασυναντήσουμε τη Μελισσάνθη, τη Μάγδα, τη Μαριάνθη των Ανέμων κι όλα τ' άλλα χαμένα κορίτσια της Μυθολογίας του, ας βρούμε το νήμα που ενώνει τον Αριστοφάνη και τη Μήδεια με το μπαρόκ της Κρήτης και όλ' αυτά με τη μεσοπολεμική παρακμή και με τους μύθους των επαναστάσεων του 20ού αιώνα.

Εκείνος άφησε τα ίχνη του ταξιδιού του για μας. Εμείς οφείλουμε να το συνεχίσουμε. Κι όχι μόνο αναπαράγοντας τσιτάτα και κείμενά του στο facebook, για να στηρίξουμε την όποια βέβαιη -και αφόρητα τεμπέλικη- ιδεολογία μας. Κυρίως, ακούγοντας προσεκτικά τη μουσική του και απαντώντας στους γρίφους της. Μέσα στη μουσική του υπάρχει ένα συγκεκριμένο μέρος -δεν σας λέω ποιο- που όταν το φτάσεις ή θα φοβηθείς και θα γυρίσεις πίσω τρέχοντας ή θα γίνεις ένας ελεύθερος άνθρωπος-για πάντα. Ζηλεύω αυτούς που θα βρεθούν σήμερα ανυποψίαστοι για πρώτη φορά σ' εκείνο το μέρος. Μ' αυτούς τους συγκεκριμένους είναι σίγουρο πως θα συναντηθούμε κάποια μέρα τυχαία στο δρόμο. Και θα αναγνωριστούμε.