Η Ελλάδα θέλει επενδύσεις και απασχόληση, όχι άλλα δάνεια

Του Δημήτρη Ραπίδη

Βρισκόμαστε σε ένα ακόμη κομβικό σημείο. Οι διαπραγματεύσεις παρατείνονται γιατί πολύ απλά η κυβέρνηση δεν θέλει να λάβει νέα υφεσιακά μέτρα, δεν θέλει να λάβει ένα νέο δανειακό πακέτο που θα βυθίσει την οικονομία ακόμη βαθύτερα στην δίνη του χρέους. Λίγοι αντιλαμβάνονται ότι η συνεχής υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από τους περίφημους «οίκους αξιολόγησης» δεν είναι προϊόν καθυστέρησης της λήψης νέου δανείου ή της αρχικής, τεχνητής ρευστότητας και δήθεν ανακούφισης που θα προκαλέσει ένα τέτοιο δάνειο στην αγορά, αλλά αποτέλεσμα της έλλειψης προοπτικών της ελληνικής οικονομίας για δύο βασικούς λόγους: πρώτον, για το δυσθεώρητο χρέος της οικονομίας που όμοιό του δεν υπάρχει για τα κυβικά και τις δυνατότητες της χώρας. Δεύτερον, για την έλλειψη προοπτικής επενδύσεων στον τόπο.

Για το μεν πρώτο, αρκεί μονάχα να κοιτάξει κανείς τους οικονομικούς δείκτες παγκοσμίως για να συνειδητοποιήσει ότι η Ελλάδα από το 2010 και μετά έλαβε δάνεια που από την αρχή ήταν δεδομένο ότι δεν θα μπορούσε να αποπληρώσει. Αυτό το γνώριζαν πολύ καλά τόσο οι Ευρωπαίοι εταίροι και το ΔΝΤ, όσο και οι προηγούμενες κυβερνήσεις που σκόπιμα δεν κατέβαλαν προσπάθειες αναδιάρθρωσης της οικονομίας, στηρίζοντας συγκεκριμένα συμφέροντα και δημιουργώντας ακόμη χειρότερες συνθήκες για την παραγωγή. Το πρωτογενές πλεόνασμα για το οποίο επαίρεται η προηγούμενη κυβέρνηση προέκυψε από τις συνεχείς περικοπές και την αύξηση της άμεσης και έμμεσης φορολογίας. Δεν προέκυψε ούτε από αύξηση της παραγωγής, ούτε από αύξηση των επενδύσεων, ούτε από αύξηση του ΑΕΠ. Ήταν μια τεράστια απάτη για την οποία, και πάλι, συνηγόρησαν οι δανειστές και η προηγούμενη κυβέρνηση. Κατά συνέπεια, είναι πολύ φυσικό τα κόμματα της προηγούμενης κυβέρνησης, αλλά και Το Ποτάμι (ένα θολό κατασκεύασμα και δεκανίκι της μνημονιακής νομενκλατούρας), να επιθυμούν συνέχιση του δανεισμού με τους ίδιους όρους και με κάθε κόστος.

Για το μεν δεύτερο λόγο υποβάθμισης της οικονομίας, για το ζήτημα δηλαδή της έλλειψης προοπτικής επενδύσεων, η ευθύνη βαραίνει περισσότερο τους Ευρωπαίους εταίρους. Η μη περικοπή μεγάλου τμήματος τους χρέους δεν αφήνει περιθώρια επενδύσεων. Αλλά ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, οι Ευρωπαίοι αντί να διαχειριστούν εποικοδομητικά το ζήτημα του ελληνικού χρέους και να διευκολύνουν την ελληνική κυβέρνηση (και τους ίδιους) αποδεχόμενη είτε πάγωμα αποπληρωμής δόσεων για ένα διάστημα είτε εισαγωγή της ρήτρας ανάπτυξης για αποπληρωμή του, συνεχίζουν να μην επιθυμούν μια λογική και αμοιβαία επωφελή οικονομικά λύση.

Παρενθετικά να τονίσουμε ότι ανεξαρτήτως της εξέλιξης των διαπραγματεύσεων, το ζήτημα του ευρωπαϊκού χρέους θα απασχολήσει αναπόφευκτα την Ευρωζώνη, με την Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία να είναι οι πρώτες, μεγάλες οικονομικά, χώρες στις οποίες θα προκύψει ζήτημα αποπληρωμής και διαχείρισης χρέους. Απλά, όλες οι παραπάνω χώρες, οι κυβερνήσεις δηλαδή αυτών, δεν επιθυμούν λύση του ελληνικού ζητήματος χρέους προκειμένου και οι ίδιες να μην μπουν σε μια διαδικασία ρύθμισης των δικών τους, που συνεπάγεται περικοπές στον προϋπολογισμό, αύξηση φορολογίας, αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους. Τέτοιες επιλογές είναι κοινωνικά οδυνηρές, και φυσικά δεν οδηγούν πουθενά την πραγματική οικονομία.

Η Ελλάδα θέλει επενδύσεις και απασχόληση, όχι άλλα δάνεια. Οι εταίροι το αντιλαμβάνονται, αλλά δεν το επιθυμούν. Οι επενδύσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα έρθουν. Παρόλα αυτά όμως, δεν αφήνουν την Ελλάδα να διευρύνει τις εμπορικές, οικονομικές και επενδυτικές της συνεργασίες με χώρες εκτός ΕΕ και Ευρωζώνης. Πολύ απλά, για να ελέγχουν πλήρως την οικονομική πορεία του τόπου, να γνωρίζουν ότι η χώρα θα είναι μια ατελείωτη μπανανία χρέους, αδύναμη να σταθεί ανεξάρτητη πολιτικά, οικονομικά και επενδυτικά σε ένα περιβάλλον υψηλής γεωπολιτικής αστάθειας. Η παρούσα κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί παρόλα αυτά να αξιοποιήσει το πολιτικό της κεφάλαιο, την υποστήριξη της κοινωνίας, να διευρύνει συνεργασίες, να δημιουργήσει προοπτικές για την χώρα, να χτίσει πάνω σε νέες βάσεις, αντιλαμβανόμενη ότι η αύξηση των επενδύσεων θα αυξήσει την απασχόληση, θα αναζωογονήσει την αγορά και τα ασφαλιστικά ταμεία, θα αυξήσει την κατανάλωση, και θα δώσει την δυνατότητα στην χώρα να διαχειριστεί την αποπληρωμή των δόσεων όχι ασθμαίνοντας, αλλά με μια φυσιολογική και διαχειρίσιμη ροή. Οι δανειστές το γνωρίζουν αυτό, αλλά δεν το θέλουν.

Το μεγάλο λοιπόν πρόβλημα της χώρας δεν είναι το νόμισμα, αλλά η απασχόληση και οι επενδύσεις. Είναι ακόμα οι άκρως αρνητικοί συσχετισμοί εντός Ευρωζώνης. Ας το κρατήσουμε καλά στο μυαλό μας αυτό για να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε το επίπλαστο δίλημμα «ευρώ ή δραχμή» και να στοχαζόμαστε περισσότερα κριτικά για όσα θα κληθούμε ως κοινωνία να αντιμετωπίσουμε.

 

*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι Πολιτικός Αναλυτής και Επικοινωνιολόγος. Twitter: @rapidis