Το μνημόνιο του Μυστήριου Τρένου - Μέρος Πρώτο

του Κωστή Α. Μακρή

Διευθυντής: Μα προ παντός πρέπει να δείξετε πολλά,
ο κόσμος που ‘ρχεται να δει, αυτό ζητά,
κι απ’ τα πολλά που βλέπει στη σκηνή
και που να χάσκει κάνουν τον κάθε θεατή,
πολύ θε να ‘σαι τότε κερδισμένος
στον κόσμο λατρευτός κι αγαπημένος.

Η μάζα την ποσότητα ζητά,
κάτι ο καθένας τους διαλέγει απ’ τα πολλά
κι όταν κάτι απ’ το θέατρο έχουν πάρει,
φεύγουν όλοι κερδισμένοι με καμάρι.

Κομμάτιασε το έργο απ’ την αρχή,
σου πετυχαίνει τότε το γιαχνί
και το σερβίρεις μια χαρά κομματιαστό.

Σύνολο μην τους δίνεις στα χαμένα,
ο θεατής τα θέλει να ‘ν’ κομματιασμένα.

Ποιητής: Αυτό δεν είναι τέχνη αληθινή,
κι ένας σωστός τεχνίτης δεν την κάνει,
αυτή ‘ναι βρώμικη δουλειά σκιτζή,
μα, όπως φαίνεται, αυτό σας φτάνει.

Φάουστ, του Γκαίτε, Α’ ΜΕΡΟΣ, σελ. 10
Απόσπασμα από τον «Πρόλογο στο θέατρο»
Μετάφραση – Σχόλια: Ι. ΠΑΥΛΑΚΗ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «ΑΣΤΗΡ», ΑΛ. & Ε. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΑΘΗΝΑ 1982

 

Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια μέγγενη. Που, όπως κάθε μέγγενη, έχει δυο σαγόνια: από τη μια μεριά τα δύσκολα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα και από την άλλη οι συλλογικές και ατομικές φαντασιώσεις που μεταφράζουν στη γλώσσα του καθενός τα φαινόμενα της πραγματικότητας.

Και στα δύο αυτά σαγόνια, βρίσκονται κολλημένα σαν πεταλίδες μεγάλα κομμάτια του πολιτικού κόσμου, των κομματικών μηχανισμών και διάφοροι παρατρεχάμενοι, συγγενείς και φίλοι που ψωμίζονται και από τον πολιτικό κόσμο και από τους κομματικούς μηχανισμούς και από τον κρατικό μηχανισμό. Που μπορεί να δέχονται κι αυτοί την πίεση, αυξάνουν όμως τον πόνο στους άλλους πιεζόμενους εξαιτίας της τραχύτητας του οστράκου που τους καλύπτει.

Για να κλείσει μια μέγγενη και να ασκήσει πίεση σ’ αυτό που υπάρχει ανάμεσα στα σαγόνια της, χρειάζεται κάποιος να τη σφίξει, να στρίψει δηλαδή τον μοχλό  της βίδας που την κλείνει.

Εδώ οι γνώμες, σχετικά με το ποιοι ή ποιος σφίγγει τη μέγγενη, διίστανται.

Οι συμφορές, ατομικές ή συλλογικές, ωθούν μερικούς στην απόγνωση ή στην παράνοια κι αυτό με τη σειρά του οδηγεί πολλούς να φαντάζονται ότι κάποια εχθρικά χέρια, εκτός του συστήματός τους, κλείνουν τη μέγγενη. Ούτε αυτό είναι καινούριο. Ο κάθε άνθρωπος, ακόμα και οι καλύτεροι από εμάς, κάποιον ―κάποτε― έχουν κλείσει σε μια μέγγενη. Από απληστία, από μισαλλοδοξία, από άγνοια ή κι από αγάπη. Δικόν τους ή ξένο.

Η πραγματικότητα που βιώνει ο καθένας, ωθεί μερικούς στην απόγνωση και κάποιους άλλους στην προβολή των επιθυμιών τους πάνω στην πραγματικότητα που βιώνουν. Παλιό κι αυτό.

Το αποτέλεσμα δεν είναι και τόσο διαφορετικό και στις δυο περιπτώσεις: Παραλογισμός.

Αλλά πότε παρουσίασε έλλειμμα στον παραλογισμό η ανθρωπότητα; Ίσα ίσα, εκεί είναι που εμφανίζονται διεθνώς τα μεγαλύτερα πρωτογενή πλεονάσματα.

Οι Έλληνες εξάλλου έχουν εμπνεύσει διαχρονικά πολλούς διανοητές με τον ιστορικά καταξιωμένο παραλογισμό τους.

Ο Γιούνγκ λέει κάτι πάνω στο θέμα της φαντασίας που εμένα μου φαίνεται ενδιαφέρον και επίκαιρο, παρ’ όλο που γράφτηκε σχεδόν έναν αιώνα πριν:

«Η δυναμική της φαντασίας είναι το παιχνίδι, που ιδιάζει και στο παιδί και που είναι ασυμβίβαστο με τη σοβαρή εργασία. Αλλά χωρίς αυτό το παιχνίδι της φαντασίας, δεν έχει δει το φως κανένα γόνιμο έργο. Οφείλουμε άπειρα πράγματα στο παιχνίδι της φαντασίας.  Έτσι βλέπουμε μυωπικά τα πράγματα όταν μεταχειριζόμαστε με περιφρόνηση τη φαντασία εξ αιτίας του τυχοδιωκτικού και του απαράδεκτου που έχει μέσα της. Ας μην ξεχνάμε πως στη φαντασία μπορεί να έγκειται η μεγαλύτερη αξία ενός ανθρώπου. Λέω επίτηδες: “μπορεί”, γιατί άλλωστε οι φαντασιώσεις δεν έχουν καμιάν αξία αφού δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ακατέργαστο υλικό. Για να δώσουμε την αξία που βρίσκεται μέσα τους, πρέπει να τις αναπτύξουμε. Και αυτή η ανάπτυξη δεν γίνεται με απλή ανάλυση, αλλά με συνθετική εργασία, μ’ ένα είδος αναγωγικής διεργασίας.».

C. G. JUNG, ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ, Μετάφραση Μίνας Ζωγράφου-Μεραναίου, (γραμμένο περ. το 1920)
Εκδόσεις ΜΑΡΗ, Αθήνα 1954, σελ. 64

 

Θα έδειχνα υποκριτής και ψεύτης αν έλεγα ότι υποτάσσω πάντοτε τη φαντασία μου στην πραγματικότητα ή ότι επιτρέπω στην πραγματικότητα να βάλει στιβαρά χαλινάρια στη φαντασία μου.

Πώς αλλιώς θα έγραφα παραμύθια και φανταστικά αφηγήματα ή θα σχεδίαζα παιδιόθεν τέρατα και παράξενα πλάσματα αν δεν μπορούσα μέσα απ’ αυτά να προβάλλω κάποιους από τους «ουτοπικούς» στόχους μου; Με την ελπίδα ή τη ματαιοδοξία κάποιος άλλος να τους προσαρμόσει σε μια πιο λειτουργική για το κοινωνικό σύνολο «επιστημονική» και εφαρμόσιμη πρόταση. Όπως έγινε με τον Ναυτίλο, το υποβρύχιο του Κάπτεν Νέμο, που φαντάστηκε ο Ιούλιος Βερν. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διανοούμαι να συγκριθώ με τον διάσημο Γάλλο συγγραφέα. Όχι τόσο από σεμνότητα όσο από αυτογνωσία. Που ίσως να είναι το ίδιο…

Αλλά όσες και όσοι πλάθουν φανταστικούς κόσμους, από τα αρχαία χρόνια, κάποιον σαν τον εαυτό τους κι αυτούς που αγαπούν θα ήθελαν να τοποθετήσουν εκεί μέσα. Εκτός αν σκάβουν μια κόλαση για να χώσουν εκεί μέσα τους «εχθρούς» τους ή τους εφιάλτες τους.

Όταν ήμουν μικρός και ξεδίπλωνα τις ονειροφαντασίες μου στο οικογενειακό τραπέζι, ο πατέρας μου έλεγε ότι είμαι «μυστήριο τρένο». Το έλεγε χαμογελαστά κι έτσι δεν με πείραζε ο χαρακτηρισμός του· παρ’ όλο που ούτε ιδιαίτερα «μυστήριο» θεωρούσα τον εαυτό μου αλλά ούτε και «τρένο».

Πέρασαν πολλά χρόνια και οι ονειροφαντασίες μου μεγάλωσαν, με ξεπέρασαν στο μπόι και πλέον δεν μπορούν να κρύβονται στη σκιά μου ακόμα και το ξημέρωμα ή το σούρουπο, όταν η σκιά μου με δείχνει ψηλότερο απ’ όσο πραγματικά είμαι.

Και τώρα ονειρεύομαι ξύπνιος πολλά. Και φαντάζομαι ακόμα περισσότερα. Και μ’ αρέσει αυτό. Και όσο μετατρέπω τις «ονειροφαντασίες» μου σε ιστορίες, τόσο περισσότερο τείνω να συμφωνήσω με αυτά που λέει ο Γιούνγκ.

Αλλά ας γυρίσω στο πρόβλημα της Ελλάδας και στη μέγγενη που τη σφίγγει μέχρι ασφυξίας.

Το Θέατρο αποτέλεσε για την αρχαία Ελλάδα ένα μέσο άσκησης εξουσίας, θρησκευτικής και πολιτικής, όσο και εφαρμοσμένης συλλογικής παιδείας. Μετά αποκλήθηκε “τέχνη”. Η πολιτική σκηνή κάθε χώρας έχει πάντοτε στοιχεία από το θέατρο. Δράμα, τραγωδία ή κωμωδία. Και θέατρο χωρίς τη φαντασία των συντελεστών του δεν υπάρχει. Αυτός είναι κι ο λόγος που ξεκίνησα αυτό το τερατωδώς μεγάλο (για άρθρο ηλεκτρονικού περιοδικού) κείμενο με ένα απόσπασμα από τον πρόλογο στον Φάουστ, του Γκαίτε, όπου μιλάει ο Διευθυντής ενός Θεάτρου και απαντάει ένας ―ή «Ο»― Ποιητής.

Δεν επιλέγω τυχαία γι’ αυτό το κείμενό μου ―μεγάλο όσο σχεδόν και η κρίση που περνάμε― αποσπάσματα από δυο εκπροσώπους της «Γερμανικής» κουλτούρας, του Γερμανού Γκαίτε και του Ελβετού Γιούνγκ.

Και οι δυο τους, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, είχαν κάνει θαυμαστά μακροβούτια στοχασμού μέσα σ’ έναν φαντασιακό Ελληνικό κόσμο.

Μιλώντας λοιπόν για φαντασία και φαντασιώσεις, θέλω να μοιραστώ με μερικούς υπομονετικούς αναγνώστες και αναγνώστριες κάποιες από τις φαντασιώσεις μου σχετικά με την Ελλάδα.

Φαντασίωση Πρώτη:

Έχω πάρα-πάρα πολλά λεφτά διαθέσιμα. Πάνω από 400 δισεκατομμύρια ευρώ. Έχω και μια διαβεβαίωση μακροζωίας από το «συνωμοτούν Σύμπαν».

Φαντασίωση Δεύτερη:

Αξιοποιώ τα υπερβολικά πολλά λεφτά μου για το καλό της πατρίδας μου με τον εξής τρόπο:

Φροντίζω να ξεχρεωθεί με μετρητά το συνολικό χρέος της Ελλάδας (που σήμερα είναι περίπου 380 δισ. Ευρώ όλο μαζί) και μου περισσεύουν και αρκετά δισ. για την ενίσχυση κάποιων σημαντικών έργων ή την ανακούφιση μερικών από τους πιο αδύναμους συμπολίτες μου.

Αυτή, η δεύτερη, φαντασίωση μου φαίνεται ηλίθια και τη διαγράφω.

Είναι ανόητο, όταν έχεις τόσα πολλά λεφτά, να τα ξοδεύεις για να ξεχρεώσεις όταν μπορείς να τα αξιοποιήσεις για να δημιουργήσεις πλούτο πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο απαιτεί η εξυπηρέτηση του χρέους σου. Άλλωστε κανένας δεν ζορίζει τον οφειλέτη του όταν ξέρει ότι είναι αηδιαστικά πλούσιος και ισχυρός.

Οπότε, δημιουργώ μια Τρίτη φαντασίωση, με βάση τα πολλά λεφτά που φαντάζομαι ότι έχω.

Και επειδή θέλω να τη θυμάμαι, την οργανώνω κάπως σαν Μνημόνιο και τη σπάω στα πιο κάτω κομμάτια 

[που επειδή είναι δύσκολο να χωρέσουν σε ένα άρθρο, τα μεταφέρω σε επόμενη δημοσίευση, αύριο Τρίτη, εδω στο toportal.gr]

Πρώτη δημοσίευση: Το μνημόνιο του μυστήριου τρένου, Κωστής Α. Μακρής www.iporta.gr