Μπορεί η Ελλάδα να αναγνωρίσει την Παλαιστίνη;

του Γιώργου Θωμαϊδη

Προχθες, 11 Ιουνίου το βράδυ, αναμεταδόθηκε η είδηση ότι ¨σε συνεννόηση με την πρόεδρο της βουλής η κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ θα πάρει πρωτοβουλία, για να ληφθεί απόφαση στη βουλή των Ελλήνων, υπέρ της αναγνώρισης παλαιστινιακού κράτους¨ (1). Στη συνάντηση με την Παλαιστινιακή αντιπροσωπεία, μετείχαν κορυφαία στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ (Ζ.Κωνσταντοπούλου, Δ.Βίτσας), και εκδόθηκε η σχετική ανακοίνωση. Σύμφωνα με άλλες πηγές (2), η κυβέρνηση αν και γνωρίζει ότι εξελίσσεται μια σχετική κίνηση, δεν έχει δώσει δείγματα ότι θα προχωρήσει σε αναγνώριση της Παλαιστίνης, δηλαδή σε αναβάθμιση της ¨μικρότερης¨ διπλωματικής αντιπροσώπευσης που ισχύει τώρα, ακόμη και εάν περάσει από τη Βουλή το σχετικό ψήφισμα. Καταρχήν λοιπόν υπάρχει μια ασάφεια για τις προθέσεις της κυβέρνησης.

Τα μεγάλα κράτη της διεθνούς διπλωματίας (π.χ. οι ΗΠΑ, το Ην. Βασίλειο, η Γερμανία κλπ), τα ισχυρά μικρότερα (π.χ. το Ισραήλ) αλλά και οι διεθνείς οργανισμοί, έχουν από πολύ παλιά ως κύριο χαρακτηριστικό των σχεδιασμών τους την πρόληψη: Δεν σου δίνουν απολύτως τίποτε, εάν δεν έχεις πείσει όχι απλά ότι είσαι κάπως αξιόπιστος, αλλά και ότι δεν προτίθεσαι να τους βλάψεις, όπως αυτοί το εννοούν (και όχι όπως εσύ μπορεί να ήθελες ή να νομίζεις ότι το εννοούν). Είναι πάρα πολλά τα παραδείγματα κρατών που δεν κατάλαβαν τι εννοούσε ο απέναντί τους, και το πλήρωσαν ακριβά, για παράδειγμα η Ελλάδα το 1920-23. Η Ελλάδα τότε, ερμήνευσε τη μερική συνδρομή της Βρετανίας, ως έγκριση για τη μέχρι τέλους εμπλοκή της στη Μικρασιατική εκστρατεία και ως εγγύηση ότι, για κάποιο μαγικό λόγο, άλλες αυτοκρατορίες της εποχής, η Γαλλία, οι ΗΠΑ και η Ιταλία, θα υπάκουαν στη Βρετανία ή ότι η Ρωσία δεν θα έκανε το δικό της παιχνίδι.

Η (πλήρης) αναγνώριση της Παλαιστίνης -ακόμη και η συμβολική κοινοβουλευτική της αναγνώριση- αποτελούν το κόκκινο πανί της ισραηλινής και της αμερικανικής διπλωματίας σήμερα. Για λόγους ιστορικούς και πολιτιστικούς, όχι συνωμοσιολογικούς όμως, αυτά τα δυο κράτη παραμένουν -με κάποιες μικρές διακυμάνσεις πλέον- πολύ ισχυρά συνδεδεμένα μεταξύ τους, και τα ίδια ή άνθρωποι, ιδρύματα και χώρες με μεγάλη συμπάθεια σε αυτά, επηρεάζουν κάποια από τα κομβικά σημεία (όχι όμως πλήρως όπως λένε οι συνωμοσιολόγοι) της παγκόσμιας οικονομίας. Η Ελλάδα, αυτό τον καιρό (και για άγνωστα πολύ καιρό ακόμη) έχει απόλυτη ανάγκη τη βοήθεια των ΗΠΑ (οι οποίες είναι κατά της λιτότητας -ειδικά ο Ομπάμα- και ασκούν μεγάλη επιρροή στο ΔΝΤ). Επίσης, έχει ανάγκη τη μη εχθρότητα του Ισραήλ, τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ακόμη και εάν η Ελλάδα δεν πετύχει να κερδίσει τη θέση της Τουρκίας ως συμμάχου του Ισραήλ (3) είναι βέβαιο ότι δεν το θέλει για εχθρό της. Επίσης, η Ελλάδα έχει ανάγκη τον δυτικό χρηματοπιστωτικό κόσμο (καθώς ούτε η Ρωσία ούτε η Κίνα μπορούν να βοηθήσουν αρκούντως οικονομικά χώρα και η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία και Σιγκαπούρη ως πηγές κεφαλαίου είναι άγνωστες λέξεις στους Έλληνες πολιτικούς, οι οποίο γνωρίζουν μόνο την ΕΚΤ, το ΔΝΤ ή τους BRICKS).

Και η Παλαιστίνη; Ας δούμε λοιπόν εάν συμφέρει την Παλαιστίνη η αναγνώρισή της τώρα από την Ελλάδα, και εάν είναι σωστό να ζητείται, φιλικά πάντα από την πλευρά τους. Τα πράγματα είναι πολύ απλά: Η Παλαιστίνη, έχει μόνιμη, αναγνωρισμένη αντιπροσωπεία στην Ελλάδα, καθώς και τη συμπαράσταση (ηθική και υλική), για μεγάλο μέρος των αιτημάτων του κράτους και του πληθυσμού της. Σε πρακτικό λοιπόν επίπεδο, λίγα θα αλλάξουν, όσον αφορά στο τι μπορεί οι Παλαιστίνιοι να λάβουν από τους Έλληνες- και η ευτυχία της Ελλάδας είναι ελπίδα για κάθε άνθρωπο, κάθε θρησκείας, ώστε να μπορεί να πάρει όταν έχει ανάγκη ένα κομμάτι ψωμί και ένα φάρμακο και -ακόμη πιο εύκολα- να το δει σταλμένο στον τόπο του και όχι να έρθει ως εδώ πρόσφυγας. Αν όμως, φανεί πως η κοινοβουλευτική πλειοψηφία (η οποία μακροπρόθεσμα, σε κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, επηρεάζει τις κυβερνητικές πολιτικές) λαμβάνει μια απόφαση η οποία θα αποξενώσει όλες τις επόμενες αμερικανικές κυβερνήσεις από την Ελλάδα, η Ελλάδα θα βρεθεί σε μια πάρα πολύ δύσκολη διαπραγματευτική και οικονομική θέση. Μια τέτοια Ελλάδα, μπορεί να γίνει από ένας εσωστρεφής, ακόμη πιο ρατσιστικός και φοβικός τόπος, μέχρι μια σκληροπυρηνικά αντιϊσλαμική, απολύτως δυτικότροπη χώρα, η οποία θα έχει «σωθεί» από τη χρεοκοπία όπου την οδήγησαν οι λαθεμένες γεωπολιτικές επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ. Και αυτό, είναι το καλό σενάριο, διότι μπορεί,  μαζί με τη βέβαιη οικονομική πίεση για να ¨συνετισθεί¨ η Χ ελληνική κυβέρνηση, να υπάρξουν διάφορα ¨συμβάντα¨ στα δυτικά (Αλβανία), βόρεια (ΠΓΔΜ) ή ανατολικά (Αιγαίο, υπό μια κυβέρνηση π.χ. Ερντογάν - Τούρκων Εθνικιστών) σύνορα της χώρας. Άλλωστε, οι ¨μικροατυχίες¨ που υπέστη το ρωσικό ρούβλι, δείχνουν ότι άλλες, μη δυτικές χώρες, έχουν πολύ τρωτές οικονομίες για να εμπλακούν σε παρεμβάσεις στα ¨παραδοσιακά¨ πολιτικά και οικονομικά  νερά¨ της Αμερικής.

Φυσικά, πολλές και πολλοί θα πουν ότι και η Κύπρος, και η Σουηδία και η Ρουμανία αναγνώρισαν την Παλαιστίνη. Σωστά. Η Σουηδία, ασφαλής και ουδέτερη 3000 μίλια μακριά από τη σύρραξη (αλλά ούτε ασφαλής, ούτε τελείως ουδέτερη όταν είχε τον Χίτλερ στην πόρτα της), έχει την πολυτέλεια των δικών της επιλογών. Η Κύπρος, συνδεδεμένη με το αραβικό (και ρωσικό) κεφάλαιο, έκανε το απολύτως αναγκαστικό για την οικονομική της επιβίωση: Άλλωστε, για χρόνια, ο αραβικός κόσμος στήριξε τη Κύπρο στον ΟΗΕ κατ' επανάληψιν, μέχρι πρόσφατα. Ωστόσο, η Κύπρος είναι σε σκληρά ελεγχόμενο μνημόνιο, ο υπουργός οικονομικών της αρνείται στα δυτικά ΜΜΕ ότι είναι Έλληνας και ότι τον νοιάζει η ελληνική αντιμνημονιακή πολιτική, οι κυβερνήσεις της έχουν στρατιωτική συμμαχία με το Ισραήλ και κυρίως είναι σε θέση κλειδί για την προστασία των κοιτασμάτων του Ισραήλ προς την Ευρώπη. Η Πολωνία, μια άλλη περίπτωση, επηρεάζεται πάρα πολύ από την καθολική εκκλησία, η οποία έχει αναγνωρίσει την Παλαιστίνη, για ανθρωπιστικούς και πολιτικό- θρησκευτικούς λόγους. Τέλος, η Ρουμανία, έχει μεγάλα συμφέροντα στον αραβικό κόσμο, έχει μια μακρά ιδιότυπη σχέση με τις εβραϊκές κοινότητες της Ευρώπης και κυρίως, δεν απειλείται από κανέναν εξωτερικό αντίπαλο, ούτε εξαρτάται οικονομικά όσο η νυν Ελλάδα.

Η Ελλάδα αντίθετα. Δεν έχει ούτε δεκάρα, έχει μια κυβέρνηση κόκκινο πανί για τους πιο αδιάλλακτους νεοφιλελεύθερους, και μια εμβρυώδη συνδρομή από φιλελεύθερους -και όχι από ¨σοσιαλιστές¨-  ευρωπαίους και την -πολύ μικρή, πολύ μακριά ακόμη από κάθε εξουσία-  ευρωπαϊκή αριστερά για να πάρει μικρές ανάσες οικονομικής ζωής. Επίσης, έχει μια διακριτική, διακυμαινόμενη συνδρομή των ΗΠΑ, οι οποίες επηρεάζουν το ΔΝΤ (το οποίο γίνεται όλο και πιο επιθετικό όσο η Ελλάδα προσεγγίζει εμμονικά την σχεδόν αδιάφορη Ρωσία) και του Ην.Βασιλείου. Πολλοί όμως από τους φιλελεύθερους ¨συμβούλους¨ της Ελλάδας, η συντηρητική κυβέρνηση της Βρετανίας και φυσικά οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ (οι οποίες μπαίνουν και σε προεκλογική περίοδο -κάτι που αυξάνει την επιρροή των εκεί ευαίσθητων θεμάτων όπως η ενίσχυση του Ισραήλ), είναι κάθετοι οπαδοί της μη αναγνώρισης της Παλαιστίνης. Και, ακόμη και γεωπολιτικά, προτιμούν την επιδέξια συμπίεση της Ελλάδας,  δηλαδή τη σταδιακή, επιμηκυνόμενη σύνθλιψη αυτού που απέμεινε από την ελληνική οικονομία, από αλλαγή των σχεδίων και της πολιτικής τους στη Μ.Ανατολή.

Ξεκινώντας αυτό το άρθρο, έγραψα ότι η γνώση του άλλου (όχι η συμφωνία μαζί του) και η πρόληψη, είναι κεντρικά στοιχεία μιας πετυχημένης διπλωματίας, σε κάθε επίπεδο, από το καθημερινό ως το διακρατικό. Δεν ανέφερα εάν η Ελλάδα είχε δικαίωμα (και σε ποιο βαθμό) να επεκταθεί στη Μικρασία. Ούτε εάν η Παλαιστίνη δικαιούται (και σε ποιο βαθμό) τη βοήθεια της Ελλάδας. Ανέφερα, ότι και στις δύο περιπτώσεις, γεωπολιτικοί λόγοι έκτακτης ανάγκης, επιβάλλουν φρόνιμες αποφάσεις. Ανέφερα επίσης την πρόληψη: τα δυτικά κράτη, δεν θα μας δώσουν χρήματα επειδή θα τους υποσχεθούμε πως η αναγνώριση θα γίνει . αφού μας τα δώσουν. Τα δυτικά κράτη, δεν θα μας δώσουν χρήματα, εάν δεν εγγυηθούμε πως, το λιγότερο, στο ζήτημα της αναγνώρισης της Παλαιστίνης, θα ακολουθήσουμε την πολιτική της πλειοψηφίας των κρατών της ευρωπαϊκής ένωσης, όποια και εάν είναι αυτή. Επίσης, ότι δεν θα δημιουργηθεί καμία απολύτως ρωγμή στην κυβερνητική γραμμή στο θέμα, δηλαδή ότι κανένας υπουργός, κανένας υφυπουργός κανένας κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος και κανένας πολιτειακός παράγοντας (π.χ. η πρόεδρος της Βουλής) δεν θα σπάσει την κοινή γραμμή της κυβέρνησης. Δεν είναι πράξη υποταγής. Είναι πράξη δημιουργίας εμπιστοσύνης, μέσα από μια πάγια δέσμευση.

Είμαι σίγουρος πως, όταν θα διαβάσουν αυτό το άρθρο, θα συμφωνήσουν μαζί μου και πάρα πολλοί Παλαιστίνιοι, οι οποίοι έχουν και οι ίδιοι υποστεί τις συνέπειες της παρόρμησης ή της υπερβολής και των ηγετών, και των φίλων, και των ¨φίλων¨ (1947) και των απέναντι τους. 

Παραπομπές:

(1) http://left.gr/news/palaistini-syriza-protovoylia-apo-tin-ko-toy-syriza-gia-anagnorisi-toy-palaistiniakoy-kratoys

(2) http://www.ekathimerini.com/4dcgi/_w_articles_wsite1_1_21/05/2015_550220

(3) Στ.Λυγερός - Κώστας Μελάς. ¨Μετά τον Ερντογάν τι;¨ σελ. 124-131. Εκδ. Πατάκη, 2013.

 

*Ο Γιώργος Θωμαϊδης είναι  Ειδικευόμενος Ψυχίατρος, (Θεσσαλονίκη)