Βουλευτικές εκλογές στην Τουρκία- Τέλος της αρχής ή η αρχή του τέλους

του Γιάννη Γιγουρτσή

Λίγες ώρες μας χωρίζουν από τις κρισιμότερες ίσως εκλογές  στην Τουρκία από τη εποχή που καθιερώθηκε το πολυκομματικό κοινοβουλευτικό σύστημα στα τέλη της δεκαετίας του 1940.

Για άλλη μία φορά τα τελευταία 15 χρόνια μια εκλογική αναμέτρηση στη χώρα έχει για πρωταγωνιστή της -ως μη όφειλε σε πρώτη ανάγνωση-  τον Πρόεδρο της χώρας και επί σειρά ετών Πρωθυπουργό Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ωστόσο στις εκλογές της 7ης Ιουνίου διακυβεύονται πολύ περισσότερα από το πολιτικό μέλλον του Τούρκου Προέδρου. Κρίνεται το μέλλον της ίδιας της χώρας και η πορεία η οποία θα ακολουθήσει κατά τις επόμενες δεκαετίες. Εξηγούμαι:

Ο κ. Ερντογάν εμφανίστηκε στο πολιτικό στερέωμα το 1994 ως επιτυχημένος δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης και έκτοτε ακολούθησε μια πορεία συνεχούς ανόδου στην πολιτική ζωή της χώρας που τον οδήγησε στο ανώτατο αξίωμα της χώρας του. Το  2001 ίδρυσε με μια σειρά άλλα στελέχη που προέρχονταν κυρίως από το χώρο του πολιτικού Ισλάμ και το κόμμα της Ευημερίας του Νετσμετίν Ερμπακάν το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του οποίου και ηγήθηκε με την υποστήριξη άλλων εμπειρότερων στελεχών όπως ο Αμπτουλάχ Γκιούλ λόγω της χαρισματικής επαφής του με τον κόσμο. Το κόμμα κέρδισε ένα χρόνο αργότερα της εκλογές και έκτοτε κυβερνά αδιάλειπτα την Τουρκία καταφέρνοντας να αυξήσει τα ποσοστά του από την μία εκλογική αναμέτρηση στη  άλλη και να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια που του έφερε αρχικά το παλιό κεμαλιστικό κατεστημένο.

Το κόμμα του κ. Ερντογάν κατάφερε να κερδίσει την πλειοψηφία της τουρκικής κοινής γνώμης αλλά και των  ψήφων των Τούρκων, προχωρώντας σε μια σειρά από φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις στην κοινωνία και στην οικονομία που οδήγησαν την χώρα σε έξοδο από τη κρίση και σε οικονομική ανάπτυξη αλλά και μεγάλα μέρη του πληθυσμού της, που ως τότε ζούσα στο περιθώριο, στο προσκήνιο της κοινωνικής και πολιτικής σκηνής. Οι θρησκευτικές ελευθερίες αποτέλεσαν την ναυαρχίδα των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεών του και αυτές ευνόησαν και τις μη μουσουλμανικές κοινότητες της χώρας, ενώ η ελεύθερη χρήση της μαντήλας από τις γυναίκες που το επιθυμούν στο δημόσιο χώρο έγινε το σύμβολο της αγώνα έναντι του προηγούμενου κατεστημένου και της προώθησης αυτού που ονομάστηκε πολιτικό ( ή δημοκρατικό) Ισλάμ. Η ιδεολογία αυτή που προσπαθεί να συνδυάσει τις δυτικές αξίες της ελευθερίας και της δημοκρατίας με αυτές του Ισλάμ αγαπήθηκε και προωθήθηκε ιδιαίτερα και από τον δυτικό κόσμο, και ειδικά τις ΗΠΑ, οι οποίες έβλεπαν την ευκαιρία για την δημιουργία ενός πολιτικού μοντέλου διακυβέρνησης που θα μπορούσε να μεταφερθεί και στις γειτονικές μουσουλμανικές και ως επι το πλείστον στρατοκρατικές αραβικές χώρες . Θεωρητικός άλλωστε και υποστηρικτής αυτής της πολιτικής γραμμής, που προϋπέθετε την προσέγγιση και με την ΕυρωπαΪκή Ενωση, ήταν ο εξόριστος στις ΗΠΑ θρησκευτικός ηγέτης Φετουλάχ Γκουλέν, στενός σύμμαχος ως πρόσφατα του κ. Ερντογάν, ο οποίος μέσα από ένα ευρύτατο παγκόσμιο δίκτυο σχολείων, φιλανθρώπικων ιδρυμάτων και επιχειρήσεων καλλιεργούσε και προωθούσε την ιδεολογία του φιλελεύθερου δημοκρατικού Ισλάμ.

Παράλληλα σημαντικά ήταν τα βήματα που έγιναν τα τελευταία χρόνια σε αυτό που είναι το μεγαλύτερο εσωτερικό πρόβλημα της Τουρκίας, το Κουρδικό. Οι παραχωρήσεις που έκανε η κυβέρνηση στους Κούρδους της χώρας οδήγησε πολλούς Κούρδους ψηφοφόρους στο κυβερνών κόμμα. Παράλληλα ξεκίνησα οι συνομιλιών με πολιτικούς φορείς των Κούρδων- εμμέσως και με το παράνομο κουρδικό κόμμα ΡΚΚ, σε μία διαδικασία που ονομάστηκε « Πορεία Ειρήνης» και η οποία στοχεύει σε μια βιώσιμη λύση για το Κουρδικό.

Τα πράγματα ωστόσο άρχισαν να αλλάζουν τα τελευταία χρόνια σε μία κατεύθυνση αμφισβήτησης κάποιων επιλογών της κυβέρνησης, η οποία την έφερε σε στάση άμυνας αλλά και την οδήγησε σταδιακά στον αυταρχισμό και στην άρση πολλών από τις φιλελεύθερες μεταβολές που ή ίδια είχε περάσει σε θέματα ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης. Τα πράγματα έγιναν πολύ πιο σφιχτά τα τελευταία δύο χρόνια μετά από τα επεισόδια που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη αλλά και σε πολλές ακόμα πόλεις της χώρας,  με αφορμή την αντίδραση στην ανοικοδόμηση του πάρκου  της πλατείας Ταξίμ, του κεντρικότερου σημείου της Κωνσταντινούπολης.

Δεκάδες δημοσιογράφοι βρέθηκαν στην φυλακή ή κατηγορούμενοι, εκατοντάδες πολίτες συνελήφθησαν και κατηγορούνται για τα επεισόδια εκείνα, αλλά και για συμμετοχή σε άλλες διαδηλώσεις. Παράλληλα στα τέλη του 2013 ξεκίνησε και η σύγκρουση του κ. Ερντογάν με τον πρώην πιστό σύμμαχό του Φετουλάχ Γκιουλέν. Αφορμή η αποκάλυψη κάποιων σκανδάλων διαφθοράς που άγγιζαν την κυβέρνηση και το ίδιο το οικογενειακό περιβάλλον του Τούρκου (τότε) πρωθυπουργού. Έκτοτε έχει ξεκινήσει ένας ανηλεής πόλεμος εναντίον αυτού που ο κ. Ερντογάν ονομάζει «παράλληλο κράτος», ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα ευρύτατες εκκαθαρίσεις στη αστυνομία και την δικαιοσύνη, αλλά και ένα κυνήγι μαγισσών και σε  όποιους φορείς (συγκροτήματα τύπου, τράπεζες, ιδιωτικά σχολεία) ή ιδιώτες η κυβέρνηση θεωρεί ότι εντάσσονται στις «παράλληλες» δομές που επιθυμεί να εξαρθρώσει.

Την ίδια ώρα η οικονομία εμφανίζει σημαντικά στοιχεία κόπωσης και επιβράδυνσης,  η ανεργία σταδιακά ανεβαίνει, ενώ και οι συνομιλίες για το Κουρδικό δεν φαίνεται να προχωρούν ικανοποιητικά και έχουν τελευταία βαλτώσει.

Ο Τούρκος Πρόεδρος που αρέσκεται να παρουσιάζει τον εαυτό του και το κόμμα του θύμα και διωκόμενο υποστηρίζει πως όλα τα προβλήματα στην χώρα ξεκινούν από το παράλληλο κράτος, από διάφορα λόμπυ συμφερόντων (εκδοτικά, τραπεζικά κα) αλλά και από το ξένο παράγοντα (ξένες δυνάμεις και ξένα ΜΜΕ) που ζηλεύουν την Τουρκία και δεν επιθυμούν να την αφήσουν να γίνει μια ανεπτυγμένη και ισχυρή χώρα με ευρύτερο ρόλο στην περιοχή, όπως ο ίδιος ο Τούρκος Πρόεδρος και ο Πρωθυπουργός του ο κ. Νταβούτογλου οραματίζονται.

Τον περασμένο Αύγουστο ο κ. Ερντογάν κατόρθωσε να εκλεγεί με πλειοψηφία 52%  Πρόεδρος της χώρας. Έκτοτε έχει ασκήσει τα καθήκοντά του δυναμικά, λαμβάνοντας έναν ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή και αναμειγνυόμενος άμεσα στα θέματα της διακυβέρνησης.  Την de facto αυτή ανάμειξη στη τρέχουσα πολιτική, η οποία κατά τους αντιπάλους του ξεπερνά τα όρια που το Σύνταγμα της χώρας επιβάλει, θέλει ο κ. Ερντογάν να τη κάνει de jure. Στόχος του είναι πλέον η κατάργηση του κοινοβουλευτικού συστήματος και η εισαγωγή ενός ισχυρού Προεδρικού συστήματος διακυβέρνησης, το οποίο θα φέρει στην ουσία στα χέρια του όλες τις εξουσίες στη χώρα, καθιστώντας τον απόλυτο κυρίαρχο για την επόμενη τουλάχιστον δεκαετία.

Στο σχέδιο αυτό αντιτάσσονται σθεναρά όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ενώ δεν φαίνεται να συμφωνεί και ένα μέρος των ψηφοφόρων του κυβερνώντος κόμματος. Για να πραγματοποιηθεί το σχέδιο αυτό χρειάζεται το κυβερνών κόμμα δικαιοσύνης και ανάπτυξης να κερδίσει και πάλι τις εκλογές αλλά με ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, έτσι ώστε να μπορέσει είτε να αλλάξει το σύνταγμα κατευθείαν είτε να παραπέμψει το θέμα σε δημοψήφισμα (αναλόγως με τον αριθμό των εδρών που θα έχει). Εμπόδιο ωστόσο σε αυτή την επιδίωξη δεν είναι τα δύο μεγάλα κόμματα της αντιπολίτευσης  τόσο (το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) του κ. Κιλιντσάρογλου και το Εθνικό Λαικό Κόμμα (MHP) του κ. Μπραχτσελί, αμφότερα με κεμαλιστικές ρίζες) αλλα το τρίτο κόμμα της αντιπολίτευσης το Κόμμα της Δημοκρατίας των Λαών (HDP), το οποίο αποτελει μετεξέλιξη του παλαιότερου κουρδικού κόμματος BDP. Αλλάζοντας την ρητορική και τους στόχους των προηγούμενων φιλοκουρδικών κομμάτων, το αριστερό ως προς  τις δομές του αυτό κόμμα που ιδρύθηκε πριν δύο χρόνια κατόρθωσε να επηρεάσει εκλογικά στρώματα ευρύτερα και να αποκτήσει απήχηση τόσο στην  πολυδιασπαμένη τουρκική αριστερά, όσο – και αυτό είναι το σημαντικότερο- σε ευρύτερε ομάδες φιλελεύθερων αστών, διανοουμένων, επιχειρηματιών, τραπεζιτών. Στόχος του κόμματος – το οποίο κατεβαίνει για πρώτη φορά αυτόνομο στις εκλογές, είναι η υπέρβαση του υψηλότατου εκλογικού φράγματος του 10%.

Του κόμματος ηγείται ο Σελαχετίν Ντεμιρτάς, ένας νέος, ήπιος και χαρισματικό πολιτικός με μεγάλη προσωπική δημοφιλία και απήχηση, ο πρώτος πολιτικός μετά από δεκαετίες που μπορεί να συναγωνιστεί σε συμπάθειες τον κ. Ερντογάν

Δεδομένου των αριθμών των εδρών που το HDP  θα κερδίσει εφόσον περάσει το όριο και κατόπιν της ρητής και ξεκάθαρης δέσμευσης ότι δε καμία περίπτωση δεν θα υποστηρίξει το Προεδρικό όνειρο του Προέδρου Ερντογάν, το διακύβευμα των εκλογών καθίσταται πολύ μεγάλο.
Το σύνολο των δυνάμεων της αντιπολίτευσης αγωνίζονται για να περιορίσουν την νίκη του κυβερνώντος κόμματος και να θέσουν τέρμα στις φιλοδοξίες του  κ. Ερντογάν να γίνει (λένε) στην πράξη  ένας εκλεγμένος δικτάτορας. Ο ίδιος ο Τούρκος Πρόεδρος από την άλλη δεν άφησε τα πράγματα στην τύχη τους και συμμετείχε ενεργά (παρά την συνταγματική απαγόρευση) στην προεκλογική εκστρατεία της κυβέρνησης, εφευρίσκοντας διάφορες προφάσεις για την συμμετοχή του σε προεκλογικές ομιλίες.
Τα πράγματα για πρώτη φορά στην εικοσάχρονη και πλέον πορεία θριάμβου του κ. Ερντογάν μοιάζουν δύσκολα. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν το κυβερνών κόμμα να χάνει σημαντικές δυνάμεις εις βάρος της αντιπολίτευσης συνολικά και – κυρίως- το HDP  να περνά το όριο του 10% με τάσεις αυξητικές.  

Η  εκλογική μάχη είναι για μία ακόμα φορά μια προσωπική μάχη για τον κ. Ερντογάν. Μοιάζει αρκετά πιθανόν για πρώτη φορά στην θριαμβευτική πολιτική διαδρομή του αυτή τη μάχη να μην την κερδίσει
Βεβαίως, όπως έλεγε και ένας παλιός Έλληνας πολιτικός, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, «η κάλπη είναι σαν την έγγυο γυναίκα. Μέχρι να έρθει το παιδί στον κόσμο δεν ξέρεις πως θα είναι.»

Η αντιπολίτευση εν τω μεταξύ έχει οργανώσει ένα τεράστιο δίκτυο εκλογικών αντιπροσώπων για να παρακολουθήσει την εξέλιξη των αποτελεσμάτων, δεδομένου ότι υπάρχουν φόβοι και υποψίες για προσπάθειες νοθείας. Ο κ. Ντεμιρτάς του HDP έδωσε εντολή την Παρασκευή σε όλους τους εκλογικούς αντιπροσώπους του να παραμείνουν μέσα στα εκλογικά τους τμήματα μέχρι τη επίσημη ανακοίνωση των αποτελεσμάτων
«Να μη βγείτε να πανηγυρίσετε, αν νικήσουμε. Δεν θα πανηγυρίσουμε στις 7 του μήνα , αλλά την επομένη στις 8» τόνισε.

Στις 7 Ιουνίου η Τουρκία συναντά ένα σταυροδρόμι και καλείται να αποφασίσει προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί. Ο πρώτος και ο τελευταίος λόγος για αυτή την απόφαση ανήκει φυσικά  στον τουρκικό λαό. Όμως, η όποια απόφαση θα πάρει, θα επηρεάσει το μέλλον όχι μόνο την ζωή των πολιτών της Τουρκίας αλλά και τον γεωστρατηγικό ρόλο της Τουρκίας, θα επηρεάσει συνεπώς, μεσοπρόθεσμα, όλη τη περιοχή, και ιδίως την Μέση Ανατολή.

Σε ότι αφορά τον μεγάλο πρωταγωνιστή της εκλογικής βραδιάς, τον κ. Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η 7η Ιουνίου θα είναι η ημέρα που θα σηματοδοτήσει ένα τέλος και μία νέα αρχή.
Το θέμα είναι αν αυτή η αρχή θα είναι η αρχή της παντοκρατορίας του κ. Ερντογάν ως μόνου και  αδιαφιλονίκητου ηγέτη της νέας Τουρκίας που οραματίζεται, ή η αρχή  του τέλους της ως τώρα απόλυτης κυριαρχίας του στο πολιτικό παιχνίδι της  χώρας του.

Όποιο και να είναι το αποτέλεσμα των εκλογών , είναι βέβαιο πως θα σηματοδοτήσει τη είναι αρχή πολιτικών εξελίξεων που η απήχησή τους θα κρατήσει για χρόνια, ίσως και για δεκαετίες ακόμα, επηρεάζοντας την Τουρκία και την ευρύτερη γειτονιά της.