Το φορτίο

του Βαγγέλη Προβιά

Η αδελφή μου, για χρόνια, όπου πήγαινε κουβαλούσε μαζί της, πάντα, το φέρετρο με τη μητέρα μου. Φίλοι και γνωστοί την συναντούσαν, έτσι μικροκαμωμένη και αδύνατη, εύθραυστη, να αγωνίζεται να το μεταφέρει στα πλατιά πεζοδρόμια της Αλεξάνδρας, τις σκοτεινές διαβάσεις της Συγγρού, την γιορτινή, χριστουγεννιάτικη Πατριάρχου Ιωακείμ. Στις δουλειές, στις διασκεδάσεις, στις βόλτες, παντού είχε μαζί της το μεγάλο, ανοιχτόχρωμο, ξύλινο κουτί.

Την έβλεπες στα περίπτερα, να ακουμπά το φέρετρο προσεκτικά στο πλάι, για να αγοράσει τσίχλες, εισιτήρια για το λεωφορείο, τσιγάρα, όταν ακόμα κάπνιζε… ή στην ουρά στην τράπεζα να το αφήνει στο χώρο υποδοχής και μετά, στην ουρά, να στρέφει το κεφάλι συνεχώς να κοιτάξει αν είναι εντάξει, καλά στερεωμένο στον τοίχο όπου το ακούμπησε. Να βεβαιωθεί πως δεν υπάρχει κίνδυνος να πέσει.

Όταν αγόρασε ένα φθηνό, μεταχειρισμένο αυτοκίνητο – είχε πια κουραστεί να παρακαλάει τους ταξιτζήδες να της επιτρέψουν να έχει μαζί της στην κούρσα το φορτίο της και δεν άντεχε άλλο να την κοιτάζουν, απροκάλυπτα, ξεδιάντροπα, σαν τρελή στα μέσα μαζικής μεταφοράς – η ζωή της έγινε καλύτερη.

Στην αρχή το ακουμπούσε δίπλα της. Πέσαμε όλοι πάνω της, εγώ πρώτος. Της είπα «βάλε το ρε παιδί μου το ρημάδι στο πίσω κάθισμα, τι το θες στην θέση του συνοδηγού, δεν βλέπεις ότι σε εμποδίζει να αλλάξεις ταχύτητες; Άσε που κόβει και την οπτική επαφή με τον δεξιό καθρέφτη… Σε παρακαλώ, θα πάθεις κανένα ατύχημα, και μετά τι θα γίνω; Άλλον από σένα δεν έχω, είσαι όλη μου η οικογένεια τώρα πια!». Με άκουσε και με το φέρετρο στο πίσω κάθισμα οι ημέρες της έγιναν πιο εύκολες, πιο συμβατικές. Αν μη τι άλλο, όσοι την έβλεπαν στο τιμόνι από μακριά, δεν υποψιάζονταν ότι αυτή η ζωντανή, όλο ενέργεια και νεύρο κοπέλα που οδηγούσε με ένταση ήταν η «τρελή που κουβάλαγε το φέρετρο» για την οποία συζητούσαν στην πόλη.

Είχε χαθεί με όλους σχεδόν τους φίλους της… πάλι καλά που δεν ήταν εντελώς όλοι! Φαντάσου να πηγαίνεις να πιεις ένα καφέ με την παλιά σου συμμαθήτρια και εκείνη να εμφανίζεται στην καφετέρια με το φέρετρό της μάνας της – όχι, δεν τους κατηγορώ όσους την απέφευγαν, δεν μπορώ να τους κατηγορήσω. Της έμειναν μόνο ένας δύο παιδικοί, πολύ αγαπημένοι, φίλοι, που γνώριζαν και τη μάνα μας. Κάνανε τις συναντήσεις τους στο σπίτι της ή στο δικό τους, απέφευγαν το έξω. Όχι πως και εκεί δεν τους αγρίευε το φέρετρο, αλλά τουλάχιστον είχαν να αντιμετωπίσουν μόνο αυτό, όχι και τα σχόλια των γύρω, τις διαμαρτυρίες, τα κλάματα και τις φωνές από τα φοβισμένα παιδάκια στα διπλανά τραπέζια.

Είναι δυνατή η αδελφή μου. Είχε καταφέρει να μπορεί να σηκώνει το φέρετρο με το ένα χέρι, να το χειρίζεται σαν να είναι προέκταση του κορμιού της. Όταν βάδιζε, το ακουμπούσε στον ώμο, πότε τον δεξί πότε τον αριστερό, ή, για πιο βολικά, το ισορροπούσε στο κεφάλι της, να έχει τα χέρια ελεύθερα, να μπορεί να απαντά στο κινητό τηλέφωνο, να πάρει κάτι από την τσάντα της, να φάει μία τυρόπιτα, να πιει νερό. Όταν την έβλεπα με το φέρετρο στερεωμένο στο κεφάλι, αλλά και τώρα που τη θυμάμαι, γέμιζε η καρδιά μου γλύκα και τα μάτια μου τρυφερά δάκρυα.

Μου θύμιζε τις Αφρικανές που είδα πριν από πολλά χρόνια σε ένα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση. Κουβαλούσαν με τον ίδιο τρόπο καλάθια με τα μωρά τους ή δοχεία με νερό. Μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση, πλημμύρισα αγάπη αλλά με έσφιξε και η αγωνία. «Δεν φοβούνται καθόλου μην τους πέσει το παιδί και χτυπήσει; Δεν ανησυχούν μην αναποδογυρίσει το δοχείο και χυθεί όλο το νερό και πάει στράφι ο κόπος τους;» αναρωτιόμουν… Αυτές, σαν να ήταν το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο, κυκλοφορούσαν με άνεση και αυτοπεποίθηση. Κοιτούσαν την κάμερα – εμένα – γελαστές και μου έλεγαν γελώντας κελαριστά «σταμάτα επιτέλους να ανησυχείς, θα βάζαμε το μωρό μας σε κίνδυνο; Δεν το βλέπεις πώς χαμογελά και χαίρεται πάνω στο κεφάλι μας; Νοιώθει ασφάλεια και σιγουριά – και εσύ να νοιώθεις έτσι, να μην έχεις αγωνία καμία…» ή «τόσα χιλιόμετρα περπατήσαμε για λίγο νερό, νομίζεις θα το διακινδυνεύαμε να μας χυθεί; Φοβητσιάρη!!!» Να πω την αλήθεια, τα χαρούμενα τραγουδίσματά τους δεν κατάφερναν να με καθησυχάσουν… αλλά όταν είδα πόσο σβέλτα η αδελφή μου μετέφερε το φέρετρο με την μάνα μου πάνω στο κεφάλι της, καταλαβαίνω ότι είχαν δίκιο και λυπάμαι που δεν μπόρεσα να αποφύγω όλη εκείνη την αγωνία.

Εγώ το διάλεξα αυτό το φέρετρο. Η αδελφή μου, 23 χρονών, 4 χρόνια μεγαλύτερη, θα είχε κανονικά εκείνη το προνόμιο αυτής της επιλογής, όμως το βράδυ που πέθανε η μητέρα μου, έλειπε σε άλλη πόλη, για δουλειά. Ήμουν μόνος στο νοσοκομείο και όταν ο γιατρός μου είπε να βγω από το δωμάτιο για να κάνουν με το ειδικό μηχάνημα τις τυπικές, υποχρεωτικές από τον νόμο εξετάσεις που επιβεβαιώνουν τον θάνατο, πήγα στο καρτοτηλέφωνο του ορόφου για να τηλεφωνήσω. Η αδελφή μου περίμενε το νέο, το ξέραμε ότι θα συνέβαινε από στιγμή σε στιγμή.

Δεν γνωρίζω πώς, άλλα ένας εργολάβος κηδειών είχε ειδοποιηθεί για την μητέρα μου και με περίμενε στο διάδρομο του νοσοκομείου να τελειώσω το τηλεφώνημα. Την ώρα που μου έλεγε ότι θα πρέπει να περάσω από το μαγαζί του, δύο τετράγωνα από το αντικαρκινικό, για να προχωρήσουμε με τα διαδικαστικά, η θλίψη είχε πλημμυρίσει την καρδιά μου: «Τον κακομοίρη τον άνθρωπο…» σκεφτόμουν. «3 και 10 ξημερώματα 26 Δεκεμβρίου, βράδυ Χριστουγέννων και να βρίσκεται στον 3ο όροφο του Αγίου Σάββα, για να κλείσει δουλειά, να κανονίσει κηδεία… τον κακομοίρη…». Έμοιαζε 45άρης, σχεδόν συνομήλικος της μάνας μου. Αναρωτιόμουν, είχε παιδιά, οικογένεια, φίλους που κάπου γλεντούσαν αυτή τη στιγμή; Δεν του έλειπαν;

Περπατήσαμε αμίλητοι μέχρι το γραφείο κηδειών στην ανατριχιαστική ησυχία της Χριστουγεννιάτικης βραδιάς. Έκανε μερικές αποτυχημένες προσπάθειες να ανοίξει κουβέντα – και κάθε λίγα λεπτά γύριζε και με κοιτούσε διερευνητικά, στεναχωρημένα. Δεν έδινα σημασία ούτε στα λόγια ούτε στο βλέμμα του. Εκείνη την στιγμή το μόνο που με απασχολούσε ήταν να μου πει πόσο θα στοιχίσει η κηδεία. Και να μην είναι πολλά χρήματα. Με έβαλε να υπογράψω ένα χαρτί. Ύστερα κατεβήκαμε στο υπόγειο του μαγαζιού του. Ήταν μία μεγάλη αίθουσα, πλημμυρισμένη στο ψυχρό νέον φως, δροσερή, σχεδόν παγωμένη, με έκανε να αισθανθώ πως έμπαινα σε ένα γιγάντιο ψυγείο. Πάνω σε πάγκους και σε τραπέζια, όρθια στους τοίχους, υπήρχαν γύρω στα τριάντα, ίσως και περισσότερα, φέρετρα, όλων των μεγεθών και χρωμάτων. Δεν θα φανταζόμουν ποτέ ότι υπάρχει τόσο μεγάλη ποικιλία σε χρώματα φέρετρων. Κάποια ήταν ανοιχτά, με τα καπάκια τους δίπλα, να φαίνεται η φόδρα – άλλη αξιοθαύμαστη ποικιλία – τα περισσότερα κλειστά. Ο εργολάβος άρχισε να μου κάνει επίδειξη. Παίνευε το εμπόρευμά του, μου έλεγε «σε ένα τέτοιο έγινε η ταφή μίας εθνικής σταρ, η φόδρα αυτού είναι από πολύ μαλακό βελούδο, ετούτο είναι βαμμένο με πινέλο στα σκαλίσματα, χειροποίητο…».

Μου πήρε το χέρι και το ακούμπησε σε ένα καπάκι. Με περηφάνια με διαβεβαίωσε πόσο εξαιρετικό είναι αυτό το ξύλο, και ότι τα χερούλια είναι από… τι, δεν θυμάμαι. Τράβηξα το χέρι μου κάπως απότομα, με μία βία που με τρόμαξε περισσότερο από εκείνον, και του είπα να μου δείξει το πιο φθηνό. Το πιο φθηνό! Με κοίταξε απογοητευμένος. Άδικα χάλασε τη βραδιά και τη διασκέδασή του, δεν θα έκλεινε μεγάλη δουλειά. Με οδήγησε πάλι στο μαγαζί επάνω να μου δείξει το οικονομικό φέρετρο σε φωτογραφία, δεν το είχε εκεί, στο εκθετήριο – ψυγείο. Καθώς ανέβαινα την σκάλα από το υπόγειο, το μάτι μου έπεσε σε ένα ολόλευκο φέρετρο, μικρό, ούτε ένα μέτρο μήκος. Σκέφτηκα για τι περιπτώσεις είναι. Ένιωσα πως για μία στιγμή η καρδιά μου σταμάτησε και ξανάρχισε.

Αυτά έχουν μείνει στην μνήμη μου από την βραδιά που διάλεξα το φέρετρο που αργότερα θα κουβαλούσε παντού η αδελφή μου. Αν το ήξερα, ίσως να διάλεγα ένα άλλο, πιο ακριβό.

Την θυμάμαι τη μέρα που η αδελφή μου σταμάτησε να κουβαλά το φέρετρο της μάνας μας. Ήταν αρκετά χρόνια πριν, αρχή της άνοιξης, και είχαμε συναντηθεί στην Αποστόλου Παύλου, μετά το ραντεβού της με τον γιατρό που επιβεβαίωσε τα νέα: Σε 7 μήνες θα γινόταν μητέρα. Αφού είχαμε ήδη περάσει μαζί μισή ώρα, απολαμβάνοντας την γλύκα της Ακρόπολης, των περαστικών, του καιρού, συνειδητοποίησα πως το φορτίο που τόσα χρόνια κουβαλούσε δεν βρισκόταν πουθενά γύρω. Κοίταξα δεξιά, κοίταξα αριστερά, να δω μήπως το είχε ακουμπήσει κάπου και δεν το είχα προσέξει, τίποτε. Είπα ψέματα πως θέλω να πάω στη τουαλέτα και έτρεξα μέχρι το αυτοκίνητό της να δω αν το είχε αφήσει εκεί, όχι, όχι, κανένα ίχνος. Γύρισα στο τραπέζι και έκανα να την ρωτήσω, αλλά ήταν τόσο χαρούμενη. Δεν είπα λέξη.


* «Τα Μαύρα Παπούτσια της Παρέλασης» του Βαγγέλη Προβιά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΟΛΚΟΣ