Είχα εξωτερικές εργασίες

του Κωστή Α. Μακρή

Είχα εξωτερικές εργασίες εκείνη τη μέρα. Ξεκίνησα με τη βροχή.

Πήγα πρώτα στο Ηράκλειο, να πάω κάτι έγγραφα στον Ο.Α.Ε.Ε. (παλιό Τ.Ε.Β.Ε.), μετά κοντά στην Ομόνοια, στην Πανεπιστημίου. Ωραία ήταν. Με ομπρέλα, βροχή, χαλάζι, περπάτημα, ηλεκτρικό. Ηράκλειο, Ομόνοια.

Ωραία ήταν στη διαδρομή. Βρήκα και θέση στο παράθυρο. Απέναντί μου μια κυρία διάβαζε ένα μυθιστόρημα. Όνομα συγγραφέα στα Αγγλικά, τίτλος (νομίζω) στα Πολωνικά. Κάποια στιγμή, καθώς διάβαζε, χαμογέλασε αχνά και κοίταξε έξω. Είχαμε περάσει τον Περισσό, έξω έβρεχε. Κάτι θυμήθηκε, κάτι της άρεσε στο βιβλίο που διάβαζε.

Ωραία ήταν. Στον Περισσό μπήκε κι ένας νέος κύριος που μας ζήτησε συγγνώμη που ήταν επιληπτικός με 67% αναπηρία και πούλαγε στυλό με σαράντα λεπτά το ένα. Στα Κάτω Πατήσια μπήκε μία κυρία που και εκείνη μας ζήτησε συγγνώμη που την είχε βγάλει στην τηλεόραση η κυρία Τατιάνα Στεφανίδου και τώρα πουλούσε χαρτομάντιλα με πενήντα λεπτά το πακέτο. Αλλά τώρα που γράφω, δεν θυμάμαι καλά. Μπορεί τα χαρτομάντιλα να τα πουλούσε ο κύριος με την επιληψία και το 67% αναπηρία που δεν έπαιρνε σύνταξη και η κυρία με το άρρωστο παιδί, που την είχε βγάλει η κυρία Τατιάνα, να πουλούσε τα στυλό.

Κατέβηκα στην Ομόνοια, ανέβηκα τις σκάλες και σκεφτόμουνα τα πορτοκαλοχρυσαφιά πλακάκια, τα Γερμανικά, στον σταθμό που καλά κάνανε και δεν τα πειράξανε γιατί πώς αλλιώς θα θυμόμουνα τις πρώτα μου ταξίδια με τον ηλεκτρικό.

Ωραία ήταν. Έστριψα αριστερά γιατί έτσι έπρεπε. Και δεν το λέω από πολιτική άποψη αλλά επειδή αριστερά ήταν η Πανεπιστημίου κι ας έλεγε μια θειά μου να μας τα φέρνει πάντα ο Θεός δεξιά και να σπουδάσουμε, να αριστεύσουμε και να γίνουμε σωστοί άνθρωποι στην κοινωνία και ήταν ωραίο να σου το λέει αυτό μια θεία στην 25η Μαρτίου, τη μέρα που έχεις σηκώσει τη σημαία στην έκτη δημοτικού και έχεις δυο όμορφες παραστάτιδες δίπλα σου, ψηλές αριστούχες μαθήτριες, να πλαισιώνουν με την αίγλη της παντοδύναμης κι απροσμέτρητα όμορφης εφηβείας τους την εφήμερη έπαρσή σου. Αλλά το θέμα είναι ότι μόλις έστριψα αριστερά είδα έναν άνθρωπο σε αναπηρικό καροτσάκι, πολύ σκυφτό, και μπροστά του ένα όμορφο σκυλί, μούλος ήταν αλλά όμορφος, να κοιτάζει με τα γλυκά του μάτια τον σκυμμένο άνθρωπο που δεν πουλούσε ούτε στυλό ούτε χαρτομάντιλα.

Ωραίο ήταν. Το σκυλί. Προχωρώντας πιο πάνω είδα αφίσες και γκράφιτι στα κλειστά μαγαζιά. Στα ανοιχτά μαγαζιά δεν είχε αφίσες αλλά γκράφιτι είχε στα ρολά και δίπλα. Σε κάποιες εσοχές, πλατύσκαλα μάλλον, κάποιων εγκαταλειμμένων μαγαζιών, είδα κάποιους κυρίους που είχαν ξαπλώσει εκεί και κοιμόντουσαν, νικημένοι από μια κούραση που ούτε καν την υποπτεύομαι. Ήταν και μια κυρία τυλιγμένη με μια κουβέρτα. Ο ουρανός είχε ένα όμορφο γκρίζο χρώμα που μου θύμισε Μαίρη Πόππινς, εκεί που τα παιδάκια τρέχουν έχοντας προκαλέσει πανικό στην τράπεζα του μπαμπά τους. Αλλά δεν είδα παιδάκια να τρέχουν κι ούτε πανικό σε καμιά τράπεζα.

Έκανα τη δουλειά μου στον Ο.Α.Ε.Ε. και επιστρέφοντας στην Ομόνοια πήρα και λουκουμάδες για το σπίτι από το "Αιγαίον", το αρχαίο λουκουματζίδικο στην Πανεπιστημίου, κοντά στην οδό του Χαριλάου Τρικούπη που μπορεί να μην είπε ―όπως προκύπτει από τα πρακτικά της τότε Βουλής― το "δυστυχώς επτωχεύσαμεν" αλλά δρόμο τον κάναμε. Ξαναμπήκα στο τρένο και βρήκα πάλι θέση. Ήταν η τυχερή μου μέρα σήμερα.

Ωραία ήταν. Με μια κυρία απέναντί μου στον ηλεκτρικό που έδωσε το κατιτί της σε δυο νέους επαίτες, παρά τις αντιρρήσεις του συζύγου της. Ο ένας έπαιζε κιθάρα και ο άλλος απλώς ζητούσε κάτι για να φάει.

«Δεν μπορώ... Άσε με... Νέοι άνθρωποι…», είπε η κυρία στον άντρα της.

Και τα μάτια της είχαν μια υγρασία που δεν ήταν από τη βροχή.

Ωραία ήταν… Η υγρασία στα μάτια της κυρίας.

Ωραία είναι. Είναι η Αθήνα μου που είναι όμορφη με την υγρασία στα μάτια μερικών ανθρώπων, γιατί θέλω να την κοιτάζω με αγάπη. Και την Αθήνα και τους Ανθρώπους της. Κι όχι μόνο στη θεωρία, γιατί κοντά της ζω. Δεν μπορώ κι αλλιώς, γιατί άλλο χωριό δεν έχω. Κι όσο κι αν αγαπάω κάθε τόπο που κάτι όμορφο έχει, είτε ανθρώπους είτε τον τόπο όπου ζουν οι άνθρωποί του, η Αθήνα είναι αλλιώς για μένα. Με τους ανθρώπους που άλλοι είναι νέοι κι όμορφοι, άλλοι είναι μεγαλύτεροι και λιγότερο όμορφοι, είναι και μερικοί μουντρούχοι, καλοί, κακοί, καλύτεροι, χειρότεροι… Είναι κι αυτοί οι νέοι, που χαμογελάνε με το κινητό ή τα ακουστικά στ' αυτί. Που μακάρι να τους εύχεται κάποια θεία να αριστεύσουν.

Γίνομαι παρατηρητής του εαυτού μου που παρατηρεί, παρατηρείται και αλλάζει.

Και βρέχει και χαίρομαι. Έχω και τους λουκουμάδες στη σακούλα που μπορεί να μοιάζουν με μηδενικά αλλά παίρνουν άριστα στη γλύκα. Αλλά δεν φοβάμαι μη βραχούν. Μ’ αρέσει που βρέχει. Γιατί πάντα έχω μια αγωνία μήπως μαραθεί αυτό το δροσερό που ακόμα υπάρχει σ’ αυτόν τον μικρόκοσμο που αγαπάω.

Και μ’ αρέσει όταν κάποιος ―ή κάτι, ή ο καιρός― τον ποτίζει.