Ο Σύριζας

του Γιάννη Πάσχου

Παραμονή του Αγίου Πνεύματος και  σταματώ να βάλω βενζίνη, είναι πολύ πρωί ακόμη και δεν έχει καθόλου κίνηση. Από τη δεξιά την πλευρά της αντλίας -εγώ από την αριστερή- ένας τύπος με μικρομεσαίο τζιπ στέκεται όρθιος, φουλάρει το αυτοκίνητο του και καπνίζει πίνοντας φρέντο καπουτσίνο από γνωστό μαγαζί της πόλης. Σκέφτομαι  να του πω κάτι για τον κίνδυνο πυρκαγιάς αλλά ο υπάλληλος του πρατηρίου έχει στήσει κουβέντα μαζί του και δείχνει να αδιαφορεί που ο άλλος καπνίζει ακριβώς πάνω από την αντλία. Εντάξει, λέω, δικό του είναι το μαγαζί, ας την  κάνω γρήγορα πριν ανάψει καμιά φωτιά στα καλά καθούμενα. Ο οδηγός πληρώνει κι ετοιμάζεται να φύγει. Απόδειξη; τον ρωτά ο υπάλληλος. «Να τη στείλεις στον Βαρουφάκη» του απαντά ο τύπος με το μικρομεσαίο τζιπ γελώντας και μετακινεί το αυτοκίνητο του λίγο πιο μπροστά για να μετρήσει τον αέρα στα  λάστιχα.

Έρχεται η σειρά μου, βάζω βενζίνη, ο υπάλληλος μου δίνει τo κλειδί που σημαίνει: Έτοιμος, φύγε. Απόδειξη; ρωτάω, αλλά  δεν προλαβαίνω να αρθρώσω ολόκληρη τη λέξη και νιώθω τη ματιά τού οδηγού του μικρομεσαίου τζιπ να καρφώνεται πάνω μου. «Τι να ντ’ κανς ρε φίλε τν απόδειξ;» ακούω. «Θα σώεις το κράτος» το έτσι, το αλλιώς. Δεν φτάνει αυτό, από το παράθυρο του συνοδηγού του τζιπάκια ξεπροβάλει κι ένα ξανθό, φουλ κομμωτηριασμένο γυναικείο κεφάλι, με δυο πήχες σκουλαρίκια και ρωτάει αδιάφορα: «Ποιος θέλ’ απόδειξ;»  Ο κύριος, απαντά ο υπάλληλος του πρατηρίου και με δείχνει χωρίς να   κουνιέται από τη θέση του. Δεν είμαι φανατικός των αποδείξεων αλλά εκείνη την στιγμή, από αντίδραση και μόνο, ήμουν αποφασισμένος να μη φύγω αν δεν έπαιρνα την απόδειξη. «Πες μ’ ρε φίλε» επιμένει ο οδηγός του μικρομεσαίου τζιπ  κι έρχεται προς το μέρος μου: «αι και σν έδωκε ,τι θα ντ’ κανς; θα γλιτώεις λεφτά απ’ τν εφορία;  όχι πες μ’ να ξέρω να τ’ ζτάω κι εγώ». Η γυναίκα έχει ανοίξει την πόρτα και κοιτά τον δικό της με θαυμασμό που συνδιαλέγεται με επιχειρήματα  μαζί μου. Τη  δικαιούμαι, του απαντώ. «Τι θα την κανς;» επιμένει αυτός «ή γουστάρς να τ’ σπας στο πιδί;» και δείχνει τον υπάλληλο του πρατηρίου. Άλλο που δεν ήθελε αυτός και αρχίζει απευθυνόμενος σε μένα: Τι θα την κάνεις ρε φίλε;  Ξέρεις πόσες αποδείξεις έχω στο ντουλάπι, πάκο τόσο χοντρό, κανείς δεν τις παίρνει, να τις φέρω να τις μοιράσεις στους φίλους σου; Άκου απόδειξη. Αν κι νιώθω περίεργα παραμένω στη θέση μου. Μου δίνει την απόδειξη και την ώρα που ανάβω τη  μηχανή να φύγω με σταματά ο οδηγός με το  μικρομεσαίο τζιπ: «Να σε ρωτήσω κατ’» μου κάνει χαμηλόφωνα  «ετσ’ από περιέργεια,  Σύριζας είσαι;» Όχι, του απαντώ. Σύριζας είναι; Ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του. «Όχι» της απαντά ο άντρας της «λέει ότι δεν είναι Σύριζας». Άντε καλέ, σιγά  που δεν είναι Σύριζας, επιμένει αυτή. «Να σ’ πω κατ» συνεχίζει ο οδηγός του  μικρομεσαίου τζιπ «επί Γιακουμάτ ζήταγα κι εγώ παντού αποδείξεις, τώρα στα τέτοια μου, προσαρμόσ ρε φίλε και κάνε και καμιά προσευχή μήπως σε πιάσ’ η αυριανή μέρα».

Άνοιξα φλας να φύγω κι άθελα μου έκανα μια μικρή βουτιά στο παρελθόν. Είναι αλήθεια ότι επί Γιακουμάτ δεν θυμάμαι να είχα ζητήσει ποτέ απόδειξη. Με το που γκάζωσα, πιάνω από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου μου τον οδηγό του μικρομεσαίου τζιπ να μου στέλνει μια μεγαλοπτρεπή μούτζα και στη συνέχεια να πετά προκλητικά το πλαστικό κυπελάκι του καφέ στην άσφαλτο. Έκοψα ταχύτητα κι ετοιμάστηκα να γυρίσω πίσω να ζητήσω τον λόγο, αλλά το μετάνιωσα μόλις πήρε το μάτι μου την αυτοκόλλητη πινακίδα με τα κόκκινα γράμματα και τις ροζ καρδούλες  που είχε κολλημένη στο πάνω μέρος του παρμπρίζ του τζιπ:  «ΛΟΥΛΑ, ΓΙΑ ΣΕΝΑ  ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΗΚΑ». Τόσην ώρα και δεν την είχα προσέξει!

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Σχόλια

  • 1 Ο/Η Ε. Στ. έγραψε: (πριν 2 έτη)

    Eσείς, μια που το 'φερε η κουβέντα, γιατί δεν είχατε ζητήσει ποτέ απόδειξη επί Γιακουμάτ; Πώς το ερμηνεύετε αυτό;

loading..