Κορτώ, Χωμενίδης, το τσιγάρο του Νίκου Ξυδάκη, η Άννυ και η πρώτη μου έκθεση φωτογραφίας

του Φώτη Θαλασσινού

Πέντε χρόνια πέρασαν από τον θάνατο του πατέρα μου. Σαν συγγραφέας δεν έχω φτιάξει ένα βιβλίο για εκείνον, θα ήθελα όμως να το κάνω κάποια στιγμή. Δεν παραλείπω να τον μνημονεύω και να του δίνω τις πιο πολύτιμες σελίδες μου στα τελευταία έργα μου. Δεν κατάλαβα τους λόγους που μια δημοσιογράφος σχολίασε αρνητικά τα βιβλία δύο ομότεχνών μου για τους γονείς τους. Θεώρησε την δημιουργική αυτή ανάγκη τους κανιβαλισμό. Δεν είμαι σε θέση να σκιαμαχήσω με τις απόψεις της. Είναι έωλες κι εγώ καλοπροαίρετος ως προς τα κίνητρα των ανθρώπων που θίγει. Ας επισημάνω πως δεν έχω διαβάσει ούτε την Νίκη του Χωμενίδη, ούτε το Βιβλίο της Κατερίνας του Κορτώ και δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του Κανάκη.  Θέλω να γράψω πως κάποτε ο πατέρας μου ήταν ο Νόμος στη ζωή μου, με όριζε χωρίς να μ’ αφήνει να επηρεαστώ από προσλαμβάνουσες προσανατολισμένες για να γίνουν οι ποθητές ορίζουσες  του εαυτού μου. Γίνονταν τότε μια επιλογή, αχειραφέτητη-με την έννοια πως τα αισθητηριακά σκιρτήματα δεν προέρχονταν από άπειρα πράγματα. Δεν μπορούσα να τα δω ή  να τα έχω όλα, οι ιδέες μου ήταν μερικές. Και ήταν ακόμη πιο μερικές γιατί ο Νόμος ήταν σκληρός και παθογόνος. Νόμιζα πως ο πατέρας μου κρατούσε τα όνειρα μου απέλπιδα. Στην δική μου πραγματικότητα ξέρω πια πως μου έδειχνε πως η φαντασία μου ήταν αποκύημα σεναρίων γεννημένων από πλαναισθησίες.  Χρειάστηκε να έρθω σε ρήξη μαζί του και επέλεξα τα γραπτά μου γι’ αυτό. Γραπτά κατεξοχήν ρηξικέλευθα και μετανεωτερικά. Ο αναγνώστης θα συναντήσει τον πατέρα μου άλλοτε ως τέτοιον και άλλοτε ως θεσμό τον οποίο ο εκάστοτε αφηγητής διαρρηγνύει για να τον αναβαπτίσει σε μια πιο ελεύθερη και δίκαιη δομή.  Οι ιδέες μου, αειφόρες πηγές εσωτερικής ανάτασης,  μετατόπιζαν το έργο τους προς το σώμα και τη γλώσσα μου. Γίνονταν πράξεις. Ο πατέρας μου στις πεζογραφικές μου αφηγήσεις περνά απ’ την διάθεση μου για απαξίωση, εξαφάνιση και τοποθέτηση του έως την απόλυτη ψυχοσωματική απαρτίωση του με το Σώμα και την Ψυχή μου. Είναι τότε που δίνω τα πιο ώριμα κείμενα μου. Εκείνα στα οποία βρίσκω μια αναγκαιότητα ύπαρξης στους πόλους όλων των δυισμών.

***

Ο υπουργός πολιτισμού Νίκος Ξυδάκης άναψε ένα τσιγάρο σε αίθουσα που δεν έπρεπε. Το σύστημα πυρανίχνευσης λειτούργησε κανονικά και ο συναγερμός πανικόβαλε τους παρευρισκόμενους ακροατές του στο χώρο του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης.  Ωραία αφορμή για να μιλήσει κανείς για τον εθισμό. Ή μάλλον για την ηδονή της παραβατικότητας. Γιατί όχι και για τον κορεσμό από νόμους και κανόνες ευγένειας που δεν συνάδουν με την κουλτούρα μας. Ο Έλληνας καπνιστής κρατάει πάντοτε στις δυσκολίες του  ένα τσιγάρο. Τον βαραίνουν οι σκέψεις του. Έτσι τον έχω γνωρίσει εγώ   και η λογοτεχνικότητα του κειμένου μου με απελευθερώνει για τέτοιου είδους ψυχογραφήματα. Το συγκεκριμένο γεγονός με ταξίδεψε πίσω. Τότε που ο καθένας μπορούσε να καπνίσει στις πλατφόρμες του ΗΣΑΠ. Πιο παλιά καπνίζανε και μέσα στα λεωφορεία.  Μου το είχε πει η Ζυράννα Ζατέλη. Αισθάνεσαι πιο πολύ κύρος στον ρόλο του νομοθέτη παρά στο ρόλο του πολίτη. Δεν είναι όλα τα σχήματα του αυταρχισμού κατακριτέα. Τα πιο γραφικά απ’ αυτά διατηρούν μέσα τους μια κρύφια γοητεία, προσπελάσιμη μόνο από τους ποιητές. Οι ταξιτζήδες επιτρέπουν στον πελάτη τους να καπνίσει. Ακόμη κι εκεί , μέσα στο αυτοκίνητο του, η εγκριτική άδεια για τσιγάρο ισοδυναμεί με συναινετική παράβαση. Ο κουρασμένος πελάτης της μεγάλης πόλης πετάει τη στάχτη απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο του ταξί. Κοιτιέται στον καθρέφτη στην πόρτα του συνοδηγού έχοντας πλήρη επίγνωση πως ο κάματος δεν έχει αφήσει ανέγγιχτο το πρόσωπο του. Η αίσθηση του ότι παραβαίνει το νόμο μοιάζει με το σπάσιμο μιας βιτρίνας από κάποιον νεαρό. Για μερικά λεπτά έξω απ’ όλες τις δομές του πολιτισμού. Ελευθερία. Χάος. Συναντάει κανείς ανθρώπους που όταν κάνουν τσιγάρο δεν θέλουν να μιλάνε. Η επιστροφή στο λόγο είναι ενθύμηση των νόμων. Ο Νίκος Ξυδάκης προφανώς επέλεξε αυτό τον αλλοτινό τρόπο για να ξανασάνει.  Ωραίος.

***

Η μικρή Άννυ δολοφονήθηκε απ’ τον πατέρα της. Πριν το ειδεχθές έγκλημα λένε ότι υπήρξε ολιγωρία από τους γείτονες της οικίας του παιδοκτόνου. Ο εικοσιεφτάχρονος μακελλάρης χτυπούσε πολλές φορές την κόρη του. Οι παιδικές φωνές βοήθειας δεν εισακούστηκαν ποτέ από κανέναν. Για την μητέρα έχει γραφτεί ότι ήταν μπλεγμένη σε κυκλώματα διακίνησης ανηλίκων. Σήμερα το πρωί, την ώρα του καφέ μου, φαντάστηκα το παιδικό βλέμμα ενός ανυπεράσπιστου πλάσματος την ώρα που το κοντοζυγώνει το άγνωστο του βίαιου θανάτου. Για την ανεπιθύμητη κόρη  δεν υπήρξε μετάβαση από τις δυσκολίες και τον μετεωρισμό μέσα στο περιβάλλον των αποθηριωμένων και τοξικομανών γονέων του προς την επανένταξη αυτή τη φορά στην τρυφερότητα του προσωπικού ενός βρεφοκομείου. Η λύση που επιλέχθηκε για την Άννυ ήταν η δολοφονία. Στην Ελλάδα πολλά περιστατικά βρεφοκτονίας  παραμένουν άγνωστα στις αρχές. Είναι δυνητικά εύκολο για τον απανθρωποποιημένο πατέρα και γεννήτορα να πάρει τη ζωή του σπλάχνου του. Ο θύτης μπορεί να πιστεύει πως επιτελεί μια πράξη για την οποία έχει το δικαίωμα να την κάνει. Εκείνος έδωσε το σπέρμα και μόνο εκείνος μπορεί να απομυζήσει τη ζωτική ουσία του απογόνου του. Όλα θα μπορούσαν να είχαν γίνει αλλοιώς για την Άννυ σε μια άλλη μερικούς αιώνες παλιότερη Ελλάδα. Τότε που τα ανεπιθύμητα παιδιά εντάσσονταν άμεσα στην κοινωνία από την έκθεση τους στα διάφορα μέλη της. Μια νέα οικογένεια αναλάμβανε πάντοτε να υιοθετήσει το εγκαταλελειμμένο τέκνο.

Το βρεφοκομεία των ημερών μας  θα ήταν η μόνη  ευκταία λύση για την περίπτωση της Άννυ. Ένα προστατευτικό κουκούλι. Αυτά τα ιδρύματα είναι φορές που περιπλέκουν τα πράγματα. Από τότε που εμφανίστηκαν, η παραμέληση, η εγκατάλειψη, η κακοποίηση των βρεφών και νηπίων αποκτούν ένα κάποιο ηθικό έρεισμα. Στο τέλος των δυσχερειών της ζωής τους τα παιδιά μιας οικογένειας καταλήγουν σε τέτοιους χώρους. Το ίδρυμα νομιμοποιεί την εγκατάλειψη. Απ’ την περίοδο της εξάλειψης των κοινωνικών τελετών υιοθεσίας παρουσιάστηκε ένα τεράστιο έλλειμμα στην αντιμετώπιση κακοποιητικών σχέσεων ανάμεσα σε γεννήτορες και βρέφη. Τα υιοθετημένα παιδιά ανακαλύπτουν κάποια στιγμή ότι δεν έχουν οικογενειακή αφήγηση. Γι’ αυτό και τα περισσότερα απ’ αυτά θ’ αναζητήσουν τις ρίζες τους. Η εκκοπή από την οικογενειακή συνοχή  είναι στις μέρες μας ταυτόσημη με το ξερίζωμα. Όλα θα μπορούσαν να οργανώνονται με διαφορετικό τρόπο.     

***

Φωτογράφιζα και επεξεργαζόμουν τις φωτογραφίες μου στον υπολογιστή. Υπήρξαν εικόνες των οποίων η θέαση με ικανοποιούσε μετά από οχτώ ώρες δουλειάς. Ήθελα το αποτέλεσμα να θυμίζει την μετάβαση από τη ζωγραφική στη φωτογραφία. Ένα ενδιάμεσο στάδιο δηλωτικό του ακόμη ρευστού και άρα μη αποκρυσταλλωμένου. Ο καθείς μπορεί σε μια τέτοια δυναμική αδιαμόρφωτου χώρου να γίνει παράγοντας πρόσδοσης οριστικών περιγραμμάτων.

Κάθε φωτογραφία μου είναι και ένα ξεχωριστό κάλεσμα στο θεατή της να απεκδυθεί το καθημερινό του ένδυμα και να φορέσει την κατάλληλη περιβολή. Εκείνη που θα τον κάνει ζωντανό σώμα της εικόνας. Μπορώ να γράψω πως οι φωτογραφίες μου δεν είναι  εδώ μόνο για να ενσταλάξουν στον άνθρωπο που τις βλέπει, χαρά, μεταφυσική συγκίνηση, ονειροπόληση. Οι φωτογραφίες μου είναι εδώ για να διεκδικήσουν με τα θέλγητρά τους τον πόθο εκείνου που τις κοιτά  να συναντήσει τα αντικείμενα τους. Απαθανατίζω τον κόσμο μου για να είναι πάντα παρόν δίπλα σε όποιον τον εκτιμά. Ένα παρελθόν ταυτόσημο πάντα με τον ιστορικό ενεστώτα.  Όλες οι φωτογραφίες μου έχουν μια αφήγηση πίσω τους. Μια αφήγηση που εκπτυχώνεται σε άλλες ισάριθμες των ανθρώπων που στέκουν αντίκρυ στο απεικονιστικό έργο μου.  Οι πίνακες μου, ας ονομάσουμε και έτσι το συγκεκριμένο έργο, ανθολογούν και αθροίζουν πλείστες άγνωστες ομορφιές. Δεν μπορεί να τα έχω όλα. Η φωτογραφική  απαθανάτιση με προικίζει  νοερά με την ουτοπία και τη μαγεία.

Κείμενο/Φωτογραφίες: Φώτης Θαλασσινός.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Σχόλια

  • 1 Ο/Η ελένη κ. έγραψε: (πριν 1 έτος)

    Μπράβο για την γραφή σου Φώτη Θαλασσινέ! Κάθε καλό!

loading..