Πειραιάς και Ουτοπία

της Νάντιας Κατσαρού

Από το Πέραμα στο Φάληρο κι από τον Άγιο Διονύσιο στη Νίκαια, ο Πειραιάς αποτελεί πρόκληση για έρευνα και επεμβάσεις για τους σπουδαστές και τις σπουδάστριες της Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΕΜΠ.

Πάνω από 70 νέοι αρχιτέκτονες που υπέκυψαν στις προκλήσεις του Πειραιά κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, παρουσιάζουν τις προτάσεις τους στην έκθεση που διοργανώνεται στη Δημοτική Πινακοθήκη Πειραιά. Προπτυχιακές και μεταπτυχιακές διπλωματικές εργασίες, διαλέξεις και ερευνητικά προγράμματα, προτείνουν επεμβάσεις σημαντικές για τη μορφή της πόλης.

Οι ιδιομορφίες του τοπίου, η βιομηχανική ιστορία του τόπου, η θάλασσα, το λιμάνι, τα μνημεία, ο λαϊκός πολιτισμός, αλλά και η ίδια η αρχιτεκτονική της περιοχής είναι κάποια από τα στοιχεία που προσελκύουν το ενδιαφέρον τους. Και πολλές φορές, αυτό το ενδιαφέρον καταλήγει να γίνεται μελέτη.

Οι προκλήσεις για έναν αρχιτέκτονα είναι πολλές σε όλη την Ελλάδα, είτε για να αναδείξει είτε για να αντιμετωπίσει. Ο Πειραιάς έχει μεγάλες ανάγκες και για τις δύο περιπτώσεις. Πώς βλέπουν αυτές τις προκλήσεις οι ίδιοι και ποιες είναι οι πιο ουτοπικές τους σκέψεις για το χώρο;

Οι νέοι αρχιτέκτονες, παρά τις γνώσεις και τις ικανότητες και τη διάθεση που έχουν για ουσιαστικές παρεμβάσεις, σκοντάφτουν στην κατάσταση της εποχής. Πώς θα μπορούσε, μέσα από την ένδεια, να προκύψουν νέα δεδομένα που θα τους δώσουν τη δυνατότητα να προσφέρουν και να μετατρέψουν την ουτοπία σε πραγματικότητα;

Στην προσπάθειά μας να δώσουμε ενδεικτικά μια εικόνα για τις προτάσεις που παρουσιάζονται, μιλήσαμε με κάποιους δημιουργούς.

Ο Δημήτρης Τριανταφύλλου παρουσιάζει μια μελέτη για την Πειραϊκή, έναν τόπο με μνήμες για τον ίδιο, από διηγήσεις της γιαγιάς του. Ως καθημερινός επισκέπτης της παραλίας, από τα πρώτα του χρόνια στην Αρχιτεκτονική, έπλαθε σενάρια αξιοποίησης του υπάρχοντος φυσικού τοπίου, καθώς, παρά το ότι η περιοχή δέχεται πολλούς επισκέπτες για τα εστιατόριά της, η δυνατότητά τους να κινηθούν πέρα από το προστατευτικό κιγκλίδωμα είναι αδύνατη. Έτσι αποφάσισε η «ουτοπική» του πρόταση, να αφορά στην ακτογραμμή της Πειραϊκής.


Στην παράκτια λιμενοβιομηχανική ζώνη του Κερατσινίου, στον κενό βιομηχανικό χώρο πάνω από το λιμανάκι του ΑΗΣ Αγίου Γεωργίου όπου βρίσκεται το μεγάλο φουγάρο της ΔΕΗ, έγινε η «ουτοπική» επέμβαση της Έφης Κουρσάρη και της Ασπασίας-Χριστίνας Καραμιχάλου. Μιλήσαμε με την πρώτη και μας εξήγησε πως, με τη μετατροπή της εγκαταλελειμμένης αυτής νησίδας σε χώρο πράσινου ανοιχτό σε δραστηριότητες, προσπάθησαν να επινοήσουν μια διέξοδο της πυκνοκατοικημένης πόλης προς τη θάλασσα.


Μια πρόταση για τον πολιτισμό που αναπτύχθηκε στον Πειραιά, συγκεκριμένα ένα χώρο για να στεγάσει την ιστορία του ρεμπέτικου πολιτισμού, παρουσιάζει ο Δημήτρης Θεοδώρου. Κάπου στη Δραπετσώνα, «στον όρμο της Κρεμμυδαρούς, για να χρησιμοποιήσουμε και την παλιά ορολογία που ακούγεται στα ρεμπέτικα τραγούδια» τονίζει.


Στον Άγιο Διονύσιο καταλήγει η επέμβαση που πρότεινε η Δέσποινα Μουτσάκη. Πρόκειται για μια μελέτη που αφορά στο ανενεργό τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής, σε μια περιοχή που συνδυάζει ζωντανές περιοχές κατοικίας με την πρώην βιομηχανική ζώνη του Πειραιά, ένα σημείο με πλούσια ιστορία και αρχιτεκτονικό υλικό, αλλά και πλήρη παρακμή.


Ο Αλέξανδρος Φωτιάδης, μας μιλάει για τη μελέτη που έκανε, σε συνεργασία με τον Άγγελο Κομνηνό και τον Αλέξανδρο Πατσικό, σε μία έκταση στην Ακτή Δηλαβέρη, η οποία μένει αμέτοχη στα γεγονότα της πόλης, παρά την ενδιαφέρουσα χωρική της ποιότητα. Ένα κενό οικόπεδο, ένας αναλημματικός τοίχος και ένα ημιτελές μοντέρνο κτήριο επώνυμης αρχιτεκτονικής, το ιδιωτικό και το δημόσιο, είναι τα κομμάτια που παίρνουν μέρος στη σύνθεσή τους.


Ο Χαράλαμπος Κρεκουκιώτης, μας μίλησε για την ανάπλαση που πρότεινε σε συνεργασία με τον Αριστόδημο Κομνηνό και τον Πάνο Μαύρο, στις όχθες του Κηφισού, στον ΑΗΣ Νέου Φαλήρου. Ξεκινώντας από το κτιριακό συγκρότημα του πρώτου σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα, μνημείο βιομηχανικής κληρονομιάς, επεκτάθηκαν στην κλίμακα του αστικού σχεδιασμού, για να φτάσουν στη συμβολή των λεωφόρων Πειραιώς και Κηφισού και να μελετήσουν την ανάπτυξη και άλλων δραστηριοτήτων. Εντοπίζοντας τα προβλήματα που προέκυπταν από την υποβάθμιση που προκάλεσε στην περιοχή η εγκατάσταση βιομηχανικών μονάδων και αντιμετωπίζοντας τις δυσχέρειες από τα λιμνάζοντα ύδατα, πρότειναν μια λύση που θα μπορούσε να οδηγήσει στη σταδιακή μεταμόρφωση του Κηφισού σε ένα γραμμικό μητροπολιτικό πάρκο που θα διασχίζει το λεκανοπέδιο.

Τι μας είπε ο Δημήτρης Τριανταφύλλου

Τα ‘’μυστικά’’  μονοπάτια τα γνωρίζουν μόνο λίγοι μυημένοι κάτοικοι οι οποίοι κατορθώνουν κατά τη διάρκεια όλου του έτους να φτάνουν στην άκρη των βράχων, στη θάλασσα.  Οι περισσότερες ξύλινες σκάλες είναι  σφραγισμένες ή κατεστραμμένες, ο φυσικός βράχος κρύβει σε διάφορα σημεία παγίδες κυρίως από μη ολοκληρωμένα  τεχνικά έργα, το αρχαίο Κονώνειο Τείχος είναι υποβαθμισμένο χωρίς φωτισμό (όπως και όλη η περιοχή έξαλλου) και τα πεζοδρόμια έχουν αρχίσει να καταστρέφονται και να υποχωρούν προς τα βράχια. Σκέφτηκα λοιπόν πως θα μπορούσε να αναπτυχτεί μια φιλική προς το φυσικό περιβάλλον διαδρομή με σημειακές απολήξεις στο νερό, ώστε να έχουν πολλαπλή χρήση από τους επισκέπτες, κατοίκους και μη της περιοχής. Να μην αποτελεί προνόμιο λίγων η πρόσβαση στη θάλασσα αλλά να δημιουργηθεί μια πορεία με διάφορες δραστηριότητες κατά μήκος της ακτής και κοντά στο υγρό στοιχείο. Στόχος είναι να αποτελεί η περιοχή έναν πόλο έλξης με προσφορά διαφόρων δραστηριοτήτων όλο το χρόνο σε όλους τους επισκέπτες της. Να μπορούν και αυτοί να διαμορφώσουν τις προσωπικές  τους μνήμες από τον τόπο αυτό.

Οι προκλήσεις που έχει να αναδείξει ή να αντιμετωπίσει ένα αρχιτέκτονας είναι πολλές. Ειδικότερα για τον Πειραιά, πώς βλέπετε αυτές τις προκλήσεις και ποιες είναι οι πιο ουτοπικές σκέψεις σας για το χώρο;

«Oι ελληνικές πόλεις χαρακτηρίζονται από έλλειψη ελεύθερων χώρων και οι υπάρχοντες στερούνται σχεδιασμού που να επιτρέπει την δυναμική αξιοποίηση τους. Τα κτήρια συνήθως είναι άσχημα σχεδιασμένα και  πολλά κουφάρια που στέκονται ερειπωμένα στο αστικό τοπίο. Σε ένα ουτοπικό σενάριο θα ξεκινούσα με το γκρέμισμα των περιττών κτηρίων και αξιοποίηση όσων έχουν κάποια αρχιτεκτονική αξία και παραμένουν τώρα κενά. Στον Πειραιά ειδικότερα θα προσπαθούσα να επαναπροσδιορίσω την σχέση της πόλης με την θάλασσα που σήμερα πρόκειται για δυο ανεξάρτητα και αποκομμένα πράγματα.  Παραδείγματα όπως  η Βαρκελώνη το Αμβούργο, ακόμα και η Θεσσαλονίκη, δείχνουν πως οι πόλεις λιμάνια πρέπει να  είναι αλληλένδετες με το υγρό στοιχείο και γι αυτό οι πορείες και οι δραστηριότητες των πόλεων αυτών εκτονώνονται στην ακτή και όχι στο εσωτερικό της πόλης όπως στον Πειραιά.

Οι νέοι αρχιτέκτονες, παρά τις γνώσεις και τις ικανότητες και τη διάθεση που έχουν για ουσιαστικές παρεμβάσεις, σκοντάφτουν στην κατάσταση της εποχής. Πώς θα μπορούσε, μέσα από την ένδεια, να προκύψουν νέα δεδομένα που θα τους δώσουν τη δυνατότητα να προσφέρουν και να μετατρέψουν την ουτοπία σε πραγματικότητα;

Όταν υπάρχει ανθρωπιστική κρίση γύρω μας είναι πολύ δύσκολο να χρηματοδοτηθούν αρχιτεκτονικές μελέτες νέων κτηρίων και επεμβάσεις στο δημόσιο χώρο. Θεωρούνται έργα βιτρίνας και δευτερεύοντος σημασίας. Θα μπορούσαμε μέσα από έναν εποικοδομητικό διάλογο να οδηγηθούμε σε έναν οικονομικό σχεδιασμό χωρίς περιττές διακοσμήσεις και δραστηριότητες και σε μια φειδώ χρήσης κατασκευαστικών υλικών. η κρίση προκαλεί ένα διάλογο , μια συζήτηση για τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας καθώς και για τον τρόπο αξιοποίησης των ήδη υφιστάμενων δομών και κατασκευών.

Τι μας είπε η Έφη Κουρσάρη

Αποτέλεσαν μεγάλη πρόκληση για εμάς τα αντιφατικά χωρικά στοιχεία που αναγνώσαμε στη συγκεκριμένη περιοχή, τα οποία αναπτύσσονται στα διαφορετικά επίπεδα και την έντονη υψομετρική διαφορά από το επίπεδο της πόλης μέχρι την θάλασσα: η δομημένη πόλη με την μεγάλη πυκνότητα και την τάση της να «σκαρφαλώσει» στις ημιορεινές παρυφές, η ερειπωμένη βιομηχανική ζώνη ως αστικό κενό μεγάλης κλίμακας και η κλίμακα του θαλάσσιου κόλπου με τις κοινοτικές χρήσεις των ερασιτεχνών ψαράδων της περιοχής και το ταβερνάκι. Έμοιαζε σαν η πόλη να «ασφυκτιά» αναπτυσσόμενη προς τα πίσω και σαν να δικαιούται πλέον να διαπεράσει το φράγμα της βιομηχανικής ζώνης για να «φτάσει» κατά κάποιον τρόπο στη θάλασσα. Ο δε δυσπρόσιτος παρηκμασμένος χώρος μπορούσε μέσω της επέμβασης να μεταλλαχθεί σε ενεργό πεδίο της πόλης, αποτελώντας ευκαιρία επανασύνδεσης της πόλης με το φυσικό τοπίο της και εν τέλει να αποδοθεί στους κατοίκους της περιοχής ως ελεύθερος χώρος. Θέσαμε όμως εξ’ αρχής ως βασική μας αρχή τη διατήρηση της ατμόσφαιρας, της βιομηχανικής μνήμης και της ιστορικότητας του χώρου, έτσι ώστε η επανένταξη του βιομηχανικού τοπίου στον χώρο της πόλης να μην αποτελέσει σε καμία περίπτωση πράξη χωρικού «εξευγενισμού» ή εξωραϊσμού.

Οι προκλήσεις που έχει να αναδείξει ή να αντιμετωπίσει ένα αρχιτέκτονας είναι πολλές. Ειδικότερα για τον Πειραιά, πώς βλέπετε αυτές τις προκλήσεις και ποιες είναι οι πιο ουτοπικές σκέψεις σας για το χώρο;

Θεωρώντας ότι η πόλη λειτουργεί σαν ζωντανός οργανισμός που διαθέτει τη δική του δυναμική, μηχανισμούς ενσωμάτωσης και ανανέωσης, οι πιθανές «αδυναμίες» της μπορούν να αποτελέσουν τις εφεδρείες της αν αξιοποιηθούν με τον κατάλληλο τρόπο. Δε θα εξαφανίζαμε έτσι απλά κάποιο χαρακτηριστικό της, αποφεύγοντας τον κίνδυνο να σβήσουμε κάποιο σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας του τόπου. Πιστεύουμε πως η βιομηχανική ιστορία της πόλης, ταυτισμένη με τα κοινωνικά συμφραζόμενα του τόπου, είναι σημαντικό να προβληθεί περισσότερο, π.χ. μέσα από την επανάχρηση πρώην βιομηχανικών χώρων σε μουσειακές-πολιτιστικές χρήσεις, διατήρηση ιστορικών εξοπλισμών κ.λπ. Οι άλλοτε ρυπογόνες βιομηχανίες, αποτελούν σήμερα τον ιστορικό πλούτο της πόλης και είναι χώροι εν δυνάμει αξιοποιήσιμοι. Παράλληλα, η ανάγκη της πόλης για περισσότερους χώρους πρασίνου και ελεύθερους χώρους ενεργοποιεί την εφεδρεία της κενής βιομηχανικής ζώνης, που μέσω της χωροθέτησης κατάλληλων χρήσεων μπορεί να «επιστρέψει» στην πόλη και τους κατοίκους της και να προσφέρει την πολυπόθητη «διέξοδό» προς τη θάλασσα. Και βέβαια μακάρι να μπορούσε και η θάλασσα να εξυγιανθεί και να επιστρέψει στα δεδομένα προηγούμενων εποχών. Από αυτά ίσως μόνο το τελευταίο να είναι ουτοπικό.

Οι νέοι αρχιτέκτονες, παρά τις γνώσεις και τις ικανότητες και τη διάθεση που έχουν για ουσιαστικές παρεμβάσεις, σκοντάφτουν στην κατάσταση της εποχής. Πώς θα μπορούσε, μέσα από την ένδεια, να προκύψουν νέα δεδομένα που θα τους δώσουν τη δυνατότητα να προσφέρουν και να μετατρέψουν την ουτοπία σε πραγματικότητα;

Το σημαντικότερο που μπορεί να προκύψει σε αυτή τη φάση, αφορά στην πόλη και το επίπεδο του αστικού σχεδιασμού στην κλίμακας γειτονιάς. Ακόμη και απουσία σημαντικών χρηματοδοτήσεων, είναι εφικτή η συνεργασία κατοίκων, αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων στην κατεύθυνση του συμμετοχικού σχεδιασμού και της δημιουργικής συμβολής σε παρεμβάσεις στο δημόσιο χώρο, που πλήττεται επίσης λόγω της κρίσης, όπως και το δικαίωμα στην χρήση του. Η συνεργασία πολιτών και επιστημόνων του χώρου μπορεί να δώσει απλές και λειτουργικές λύσεις για την επανάκτηση και ενεργοποίηση του δημόσιου χώρου, η δε επιτόπια πρακτική εφαρμογή των αποτελεσμάτων έχει το πλεονέκτημα της άμεσης επαφής με το προϊόν της σύμπραξης και επομένως συνιστά μια απολύτως δημιουργική διαδικασία.

Τι μας είπε ο Δημήτρης Θεοδώρου

H περιοχή χωροθέτησης του κέντρου αποτελεί κομβικό σημείο της ιστορίας (μουσικής και κοινωνικής) της συγκρότησης του νέου ελληνικού κράτους. Το ρεμπέτικο δεν είναι απλώς μια ακόμα μουσική, είναι καθημερινός τρόπος ζωής, με άλλα λόγια δηλαδή, πολιτισμός. Το παράδοξο είναι ότι μια χρήση σαν και την προτεινόμενη, εξαιρετικής σημασίας για τον Πειραιά, λείπει εντελώς από τον πολιτισμικό του χάρτη. Πιστεύω ότι μια τέτοια κατασκευή, θα αναζωογονούσε την τοπική κοινωνία και οικονομικά, αφού θα προσέλκυε κόσμο να γνωρίσουν αυτό το μοναδικό είδος μουσικής που αναπτύχθηκε στην περιοχή από ολόκληρο τον κόσμο. Θα αποτελούσε ταυτόχρονα όμως μέρος για περίπατο και αναψυχή για τους κατοίκους.

Οι προκλήσεις που έχει να αναδείξει ή να αντιμετωπίσει ένα αρχιτέκτονας είναι πολλές. Ειδικότερα για τον Πειραιά, πώς βλέπετε αυτές τις προκλήσεις και ποιες είναι οι πιο ουτοπικές σκέψεις σας για το χώρο;

Η εικόνα των πόλεων είναι πολλές φορές απογοητευτική. Μολονότι τόσο η Αθήνα όσο και ο Πειραιάς αποτελούν παλίμψηστο αρχιτεκτονικών φάσεων και επιλογών, τόσο οι κυβερνήσεις, όσο και εμείς οι ίδιοι οι πολίτες, το σεβαστήκαμε ελάχιστα και δεν επιχειρήσαμε να το αναδείξουμε. Ο Πειραιάς εκτός της ασφυκτικής του ανοικοδόμησης έχει επιπρόσθετα και το πρόβλημα της καθαριότητας που οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν καθημερινά. Με έναν μαγικό τρόπο θα απομάκρυνα πολλά από τα κτήρια που γεννήθηκαν εξ ονόματος και μόνο του κέρδους και θα  εμφάνιζα περισσότερο χώρο πρασίνου στη μικρή κλίμακα των γειτονιών. Θα επιχειρούσα σε μια ουτοπία, τα κτήρια να αναδεικνύουν τη φυσιογνωμία του τόπου/τοπίου και ταυτόχρονα να διατηρούν τη συλλογική μνήμη κάθε ιδιαίτερης κοινωνίας. Θα προσπαθούσα να έχω κατά νου, εκείνο που είχε γράψει κάποτε ο  Aldo Rossi, ότι εμείς μορφώνουμε τα κτήρια κι αργότερα αυτά μορφώνουν εμάς.

Οι νέοι αρχιτέκτονες, παρά τις γνώσεις και τις ικανότητες και τη διάθεση που έχουν για ουσιαστικές παρεμβάσεις, σκοντάφτουν στην κατάσταση της εποχής. Πώς θα μπορούσε, μέσα από την ένδεια, να προκύψουν νέα δεδομένα που θα τους δώσουν τη δυνατότητα να προσφέρουν και να μετατρέψουν την ουτοπία σε πραγματικότητα;

Θεωρώ ότι η σημερινή κατάσταση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Τούτο δεν προκύπτει μόνο από τη δική μου μικρή εμπειρία στα επαγγελματικά, αλλά και από αφηγήσεις μεγαλυτέρων οι οποίοι κατάφεραν μέσα σε κάποιες δεκαετίες να κάνουν σημαντικά πράγματα, αλλά ανησυχούν πολύ για εμάς τους νεότερους. Μια καλή διαφυγή που στηρίζω είναι η συμμετοχή σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς, αλλά ταυτόχρονα θα πρέπει προκύπτουν και περισσότεροι τέτοιοι μέσα στο χρόνο

Ο τρόπος που στεκόμαστε στις δημόσιες υπηρεσίες,  τα θέατρα μας, τα τραγούδια μας, τα στέκια μας, αποτελούν κομμάτι της ζωής μας και άρα του πολιτισμού μας και όλα τούτα δείχνουν τι μέρους του λόγου είμαστε σαν πολιτικά κοινωνικά όντα. Η αρχιτεκτονική λοιπόν, ως αρχέγονη πρωτίστως  ανάγκη του ανθρώπου, αποτελεί κατ’ εξοχήν τέτοιους είδους πράξη. Το κτηριακό μας απόθεμα είναι τεράστιο και πλουσιότατο, παρόλα αυτά όμως δείχνει να ρημάζει. Την ίδια στιγμή χιλιάδες κόσμου τριγυρίζουν σε παγκάκια και άλλοι κρατούνται σε «στρατόπεδα». Η εξίσωση μοιάζει λυμένη. Φτάνει να βρεθεί ένας κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση να βάλει το ρημάδι το ίσον. Αυτό νομίζω θα ήταν κάτι ουσιαστικότατο. Αν βγούμε από αυτό το κεφαλαιώδες ηθικό πρόβλημα των ημερών μας, ίσως καταφέρουμε να αισθανόμαστε λιγότερο ντροπή για το σήμερα και περισσότερο δημιουργικοί ως προς το αύριο.

Τι μας είπε η Δέσποινα Μουτσάκη

Η σιδηροδρομική γραμμή λόγω των μορφολογικών χαρακτηριστικών της, όπως είναι για παράδειγμα η κατά μήκος περίφραξη, λειτουργεί σαν όριο ανάμεσα σε  διαφορετικές πολεοδομικές καταστάσεις. Αυτό που με ενδιέφερε εξαρχής ήταν η μετατροπή της γραμμής από στοιχείο διαχωρισμού σε στοιχειό ένωσης και πόλο έλξης, τόσο για τους κατοίκους της περιοχής όσο και για τον Πειραιά γενικότερα.  Ταυτόχρονα, μέσα από την έρευνα προέκυψε ότι ένα από τα βασικότερα προβλήματα της περιοχής είναι η έλλειψη δημοσίου και πράσινου χώρου. Η πρόταση μου περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός γραμμικού πάρκου κατά μήκος της γραμμής  με έμφαση στην εισαγωγή του φυσικού στοιχείου μέσα στον αστικό ιστό και στη δημιουργία ενός βελτιωμένου μικροκλίματος. Με την πρόταση μου ήθελα να δημιουργήσω ένα χώρο που θα απευθύνεται σε κατοίκους κάθε ηλικίας, με μια σειρά από δραστηριότητες που ευνοούν την επαφή με το φυσικό στοιχείο, την άθληση και κάθε είδους ομαδικές δραστηριότητες αναψυχής.

Οι προκλήσεις που έχει να αναδείξει ή να αντιμετωπίσει ένα αρχιτέκτονας είναι πολλές. Ειδικότερα για τον Πειραιά, πώς βλέπετε αυτές τις προκλήσεις και ποιες είναι οι πιο ουτοπικές σκέψεις σας για το χώρο;

O Πειραιάς, όπως και οι περισσότερες ελληνικές πόλεις, αποτελεί ένα πολύμορφο σύνολο από επιμέρους στοιχεία του χώρου που παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς διατηρούν ζωντανή την ιστορία του. Ταυτόχρονα παρουσιάζει  μεγάλα προβλήματα κυρίως όσον αφορά στην ασφυκτική δόμηση, στην έλλειψη πρασίνου και γενικά στη χαμηλή ποιότητα του αστικού περιβάλλοντος.  Αν μπορούσα να επέμβω με κάποιο τρόπο θα με ενδιέφερε να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής στις επιμέρους περιοχές κατοικίας, μπροστά από κάθε σπίτι αν είναι δυνατόν.  Ιδανικά θα ήθελα να περιοριστεί η χρήση και η κίνηση του αυτοκινήτου στο ελάχιστο δυνατό καθώς θεωρώ πως καταλαμβάνει εξαιρετικά μεγάλο μέρος του δημόσιου χώρου. Με αυτό τον τρόπο θα υπήρχε επαρκής χώρος για την εισαγωγή στοιχείων που θα βελτίωναν το αστικό μικροκλίμα και την ποιότητα ζωής των κατοίκων γενικότερα.

Οι νέοι αρχιτέκτονες, παρά τις γνώσεις και τις ικανότητες και τη διάθεση που έχουν για ουσιαστικές παρεμβάσεις, σκοντάφτουν στην κατάσταση της εποχής. Πώς θα μπορούσε, μέσα από την ένδεια, να προκύψουν νέα δεδομένα που θα τους δώσουν τη δυνατότητα να προσφέρουν και να μετατρέψουν την ουτοπία σε πραγματικότητα;

Η Αρχιτεκτονική απαντά κάθε φορά σε κάποιες ανάγκες, σε ζητήματα που τίθενται, τόσο σε μικρή  όσο και σε μεγάλη κλίμακα. Όλα αυτά τα θέματα πιστεύω πως έχουν στον πυρήνα τους ένα βασικό ζήτημα: τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος κατοικεί στον χώρο. Η απάντηση δεν είναι δεδομένη , προσαρμόζεται και αλλάζει κάθε φορά ανάλογα με το  ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε μία έντονα μεταβατική περίοδο στην οποία πολλά από τα πράγματα που θεωρούσαμε σταθερά ανατρέπονται, και κατά συνέπεια αλλάζουν τα θέματα που μας απασχολούν. Θεωρώ πως υπάρχει πάντα χώρος για δημιουργία και νέες προτάσεις από τη στιγμή που στόχος μας είναι να έχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα με τα εκάστοτε δεδομένα. Αυτή τη στιγμή ίσως να μην μπορούμε να διακρίνουμε καθαρά τις  νέες κατευθύνσεις προς τις οποίες θα πρέπει να στραφεί η Αρχιτεκτονική, θεωρώ όμως πως αυτό είναι αναμενόμενο καθώς τα πάντα είναι ανοικτά. Ίσως θα μπορούσαμε να δούμε όλη αυτή τη διαδικασία ως μία αφορμή επαναδιαπραγμάτευσης, έτσι ώστε να καθορίσουμε καλύτερα την πορεία μας προς το μέλλον.

Τι μας είπε ο Αλέξανδρος Φωτιάδης

Ως ιδιωτική χρήση επιλέξαμε μια σειρά από φοιτητικές κατοικίες οι οποίες θα αναρτηθούν καθ’ ύψος στον αναλημματικό τοίχο. Η επιλογή αυτή θα απαντούσε εν μέρει στο πρόβλημα στέγασης των φοιτητών καθότι η πόλη στερείται εξ΄ ολοκλήρου τέτοιων εγκαταστάσεων. Η χωροθέτηση των εστιών στην άκρη του οικοπέδου αφήνει ελεύθερο το επίπεδο της βάσης το οποίο θα διαμορφωθεί σε πλατεία, ένα άνοιγμα στην πυκνή δόμηση της περιοχής. Τέλος το “κουφάρι” του μοντέρνου κτίσματος θα διαδραματίσει το ρόλο ενός  ενδιάμεσου χώρου, παραλαμβάνοντας λειτουργίες των εστιών που θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να αποκτήσουν δημόσιο χαρακτήρα όπως για παράδειγμα η βιβλιοθήκη. Η τοποθέτηση αυτών των λειτουργιών στο εσωτερικό του υφιστάμενου κτηρίου γίνεται μορφολογικά με τρόπο ένθετο και αναστρέψιμο με στόχο να δοθεί έμφαση στην αρχιτεκτονική αξία του ίδιου, αποτελώντας ταυτόχρονα και ένα σχόλιο για την αξιοποίησή του.

Οι προκλήσεις που έχει να αναδείξει ή να αντιμετωπίσει ένα αρχιτέκτονας είναι πολλές. Ειδικότερα για τον Πειραιά, πώς βλέπετε αυτές τις προκλήσεις και ποιες είναι οι πιο ουτοπικές σκέψεις σας για το χώρο;

Η εικόνα των ελληνικών πόλεων μακροσκοπικά είναι σχετικά ομογενοποιημένη. Η εντατικοποιημένη ανοικοδόμηση των προηγούμενων δεκαετιών είχε ως αποτέλεσμα την επανάληψη οικιστικών μοντέλων χωρίς μέριμνα για την ιδιαίτερη φυσιογνωμία κάθε τόπου δημιουργώντας μια κοινή οπτική αίσθηση. Ο Πειραιάς, εξαιτίας της τοπογραφίας του, της μεγάλης πολιτισμικής του ιστορίας και της παρουσίας του λιμανιού είναι από τις πόλεις που κατέχουν ενδεχομένως μια πιο ευδιάκριτη ταυτότητα. Αν κάποια ουτοπία γινόταν πραγματικότητα, τότε θα ήθελα να αφορούσε στην ανάδειξη και την ενίσχυση αυτής της ταυτότητας χωρίς να συνεπάγεται απαραίτητα την εξαφάνιση κάποιων στοιχείων του αστικού τοπίου.

Οι νέοι αρχιτέκτονες, παρά τις γνώσεις και τις ικανότητες και τη διάθεση που έχουν για ουσιαστικές παρεμβάσεις, σκοντάφτουν στην κατάσταση της εποχής. Πώς θα μπορούσε, μέσα από την ένδεια, να προκύψουν νέα δεδομένα που θα τους δώσουν τη δυνατότητα να προσφέρουν και να μετατρέψουν την ουτοπία σε πραγματικότητα;

Η αρχιτεκτονική, αυτή που αφορά στο πραγματοποιημένο έργο όντως έχει πληγεί από την κρίση. Ωστόσο η δημιουργικότητα θεωρώ ότι παραμένει στο ίδιο επίπεδο, αλλά με μετατοπισμένο κέντρο ενδιαφέροντος. Μια ματιά στη θεματολογία των  διπλωματικών εργασιών των φοιτητών των αρχιτεκτονικών σχολών ανά την Ελλάδα ίσως φανερώνει μια στροφή από θέματα κτηριακού ενδιαφέροντος σε θέματα αστικής κλίμακας που διαπραγματεύονται τον δεδομένο χώρο της πόλης προτείνοντας λύσεις για την βελτίωσή του. Η αρχιτεκτονική, ως κοινωνική πρακτική, ακολουθεί τις εξελίξεις και προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα. Το τελευταίο δεν συνεπάγεται ότι δεν υπάρχουν προβλήματα και ανασταλτικοί παράγοντες αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε νομίζω να υποστηρίξουμε ότι η οικονομική ένδεια συνεπάγεται αυταπόδεικτα και πνευματική.

Τι μας είπε ο Χαράλαμπος Κρεκουκιώτης

Η προτεινόμενη επανάχρηση του βιομηχανικού κελύφους του ΑΗΣ ως "Μουσείο Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής" αφηγείται την ιστορία του ίδιου του εργοστασίου και παρουσιάζει το μέλλον της ενέργειας υπό το πρίσμα της Κλιματικής Αλλαγής. Η στρατηγική επέμβασης στοχεύει στην διατήρηση των υφιστάμενων χώρων και του εξοπλισμού, την αναδιαμόρφωση δευτερευόντων χώρων και την εισαγωγή νέων αρχιτεκτονικών στοιχείων όπως το στέγαστρο του κεντρικού κλίτους που σηματοδοτεί την νέα είσοδο του μουσείου που δημιουργούμε, ώστε να συνδεθεί οργανικά με τον δημόσιο χώρο. Ενώ προτείνουμε και την αποκατάσταση του διαταραγμένου τοπικού οικοσυστήματος του Κηφισού σε συνδυασμό με την σύνδεση με ήδη υπάρχοντα τοπόσημα και λειτουργίες σε άμεση γειτνίαση με την περιοχή επέμβασης, όπως το "Σχολείον" (κτίριο του Φεστιβάλ Αθηνών), και την ένταξη αρχαιοτήτων που βρίσκονται μέσα σ' αυτήν όπως τα ερείπια του αρχαίου ιερού της Κυβέλης και υπολείμματα των Μακρών Τειχών. Επιπλέον, προτείνουμε τη χωροθέτηση νέων χρήσεων, όπως η δημιουργία "Μουσείου Κηφισού και Υδάτινων Πόρων", ήπιων χρήσεων εμπορίου και αναψυχής, και ενός νέου σταθμού του ΗΣΑΠ κάτω απ' την Λεωφόρο Κηφισού. Η μελέτη αποσκοπεί στην επανασύνδεση των αποκομμένων σήμερα περιοχών Φαλήρου και Μοσχάτου, και υπερτοπικά στη δημιουργία ενός ανοιχτού δημόσιου χώρου με τη μορφή διευρυμένου πολιτισμικού αστικού πάρκου που φιλοδοξεί να λειτουργήσει τόσο σαν μητροπολιτικός πόλος έλξης, αλλά και σαν μοχλός για την σταδιακή αποκατάσταση του σημαντικότερου ποταμού του αττικού λεκανοπεδίου.

Οι προκλήσεις που έχει να αναδείξει ή να αντιμετωπίσει ένα αρχιτέκτονας είναι πολλές. Ειδικότερα για τον Πειραιά, πώς βλέπετε αυτές τις προκλήσεις και ποιες είναι οι πιο ουτοπικές σκέψεις σας για το χώρο;

Η υποβάθμιση και η απαξίωση του αστικού δημόσιου χώρου καθώς και η νοοτροπία "δεν μου ανήκει, δεν με αφορά" θα μπορούσε άνετα να εξαφανιστεί, και κατά βάση πιο πολύ απ' το να εξαφανίσουμε, θα επιθυμούσαμε να "εμφανίσουμε" περισσότερο ποιοτικό δημόσιο χώρο, με περισσότερες ποιοτικές διαβαθμίσεις και με ουσιαστικό σχεδιασμό που να λαμβάνει υπόψιν τις πραγματικές ανάγκες και των κατοίκων, να σέβεται την πολιτισμική μνήμη και το φυσικό περιβάλλον. Ειδικότερα για τον Πειραιά, η οικονομική δραστηριότητα και η πληθώρα μειονοτήτων που συγκεντρώνει ο Πειραιάς, προσδίδει μια ξεχωριστή ταυτότητα, που κατά την άποψη μας πρέπει όχι μόνο να διατηρηθεί, αλλά να ενισχυθεί, και να αποτελέσει τον άξονα για τη μελλοντική του ανάπτυξη. Ας μην ξεχνάμε ότι οι πιο λαμπρές μητροπόλεις του κόσμου, είναι πόλεις μεταναστών, μεγάλα λιμάνια, και οικονομικά κέντρα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι σημαντικό, η αναβάθμιση του αστικού χώρου του Πειραιά να γίνει με γνώμονα όχι μόνο την κληρονομιά που έχουμε μάθει να εκτιμάμε, αλλά και αυτή που έως τώρα παραμελούσαμε: τους ανθρώπους και τις κουλτούρες τους, την φυσιογνωμία και ιστορία των εργατικών στρωμάτων, και τη βιομηχανία. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια, πρωτοβουλίες όπως η Πολιτιστική Ακτή Πειραιά, δείχνουν πως βαδίζουμε προς τη σωστή κατεύθυνση.

Οι νέοι αρχιτέκτονες, παρά τις γνώσεις και τις ικανότητες και τη διάθεση που έχουν για ουσιαστικές παρεμβάσεις, σκοντάφτουν στην κατάσταση της εποχής. Πώς θα μπορούσε, μέσα από την ένδεια, να προκύψουν νέα δεδομένα που θα τους δώσουν τη δυνατότητα να προσφέρουν και να μετατρέψουν την ουτοπία σε πραγματικότητα;

Το ενδιαφέρον της αρχιτεκτονικής μετατοπίζεται σε έναν βαθμό από τον σχεδιασμό του καινούργιου στην διαχείριση του υπάρχοντος. Στην περίπτωση του λεκανοπεδίου της Αττικής, ο υπερκορεσμός του δομημένου αστικού χώρου, η σχετικά αποσπασματική εως τώρα επέκταση του αστικού ιστού, και η άναρχη, τυχηματική συνένωση επεκτεινόμενων "δορυφορικών" δήμων και οικισμών με τον πυρήνα, στοιχειοθετούν μια ευρεία προβληματική. Η ευαισθητοποίηση, συμμετοχή και ανάμιξη των χρηστών και των κατοίκων σε τοπική κλίμακα είναι πλέον προϋπόθεση για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του χώρου, ελλείψει κεντρικών αξόνων σχεδιασμού. Άλλωστε, αυτό που επιτάσσει κάθε κρίση, είναι μια επανεξέταση και επανιεράρχηση του συστήματος αξιών. Και κάθε επανιεράρχηση προϋποθέτει την επιστροφή στα βασικά, και τον επανακαθορισμό τους.  Η επιτυχής συμπύκνωση και επανατοποθέτηση των βασικών είναι η αφετηρία κάθε νέας πρότασης που έχει να προσφέρει κάτι καλό και ουσιαστικό.



Μιλήσαμε και με τον αναπληρωτή καθηγητή της Σχολής Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ και υπεύθυνο της έκθεσης, Νίκο Μπελαβίλα, και τον ρωτήσαμε κατά πόσο είναι ουτοπικές οι προτάσεις που παρουσιάζονται.

«Είναι ολοκληρωμένες μελέτες και εφαρμοσμένη έρευνα, οι πιο πολλές από αυτές υλοποιήσιμες. Είναι σχεδιασμός για τις επόμενες δεκαετίες. Είναι επιστημονική ιστορική έρευνα που δυναμώνει την τοπική ταυτότητα, βοηθώντας στην αυτογνωσία των πολιτών, στη διάσωση και ανάδειξη των τεκμηρίων της εξέλιξης της πόλης. 

Ο τελευταίος σοβαρός πολεοδομικός σχεδιασμός του Πειραιά ήταν το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας-Πειραιά και τα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια των δήμων του Πειραιά κι έγινε πριν από 30 χρόνια. Τα τελευταία σύγχρονα δημόσια κτίρια καλής αρχιτεκτονικής κτίστηκαν επίσης πριν από εκείνη την εποχή. Ήταν ο Σταθμός Επιβατών του ΟΛΠ και το Δημαρχείο της Δραπετσώνας. Έκτοτε η πόλη έτυχε να μην έχει ούτε καλή δημόσια αρχιτεκτονική, ούτε πολεοδομικό σχεδιασμό. Μία στιγμή που έδινε αυτή τη δυνατότητα, η συγκυρία των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, πέρασε κάνοντας μάλλον ζημιά παρά καλό στον Πειραιά. Ο πλούτος των ιδεών και των προτάσεων που γεννιέται στα σχεδιαστήρια, τα αμφιθέατρα και τα εργαστήρια της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, κατατίθεται ως δημόσιο κεφάλαιο και συμβολή σε αυτό το μέλλον, για τον σχεδιασμό, την έξοδο από την κρίση και την ανασυγκρότηση του Πειραιά. Όχι ως ουτοπία αλλά ως ρεαλιστικές προτάσεις για άμεση εφαρμογή».

Ελπίζουμε, αφού δεν τα καταφέραμε σήμερα, τουλάχιστον μέχρι αύριο, να βρεθεί ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση, έστω τα κατάλληλα μέσα, αφού προτάσεις για τον τρόπο υπάρχουν, ώστε οι ουτοπίες να γίνουν πραγματικότητα.

Η Δημοτική Πινακοθήκη Πειραιά βρίσκεται στη Φίλωνος 29 και η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 6 Ιουνίου.