Το γκρέιντερ της «ανάπτυξής μας»

του Γιάννη Μακριδάκη

Πρώτη φορά που έκανα αυτή τη σκέψη ήταν πριν από χρόνια όταν βρισκόμουν στο ΚΤΕΛ Χανίων και έβλεπα τα θηριώδη υπεραστικά λεωφορεία, όλα γερμανικής κατασκευής, τα οποία έφευγαν με λιγοστούς επιβάτες το καθένα για κάποια χωριά με υπέροχα και τόσο αταίριαστα με τα βαριά αυτά σιδερένια οχήματα κρητικά τοπωνύμια. Ήταν το θέαμα θλιβερό.

Η σκέψη φυσικά δεν ήταν άλλη από το ότι ένας λαός μεσογειακός, με άλλες αξίες, άλλες ικανότητες, άλλες ανεπτυγμένες μεθοδολογίες και εργασίες, ένας λαός αλλού προσανατολισμένος και αλλού ασκημένος πνευματικά, σωματικά και ψυχικά λόγω της μορφολογίας του τόπου και των κλιματικών συνθηκών οι οποίες καθορίζουν βέβαια τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά κάθε πλάσματος, βρέθηκε ξαφνικά δεμένος στο άρμα άλλων λαών, αλλιώς εξελιγμένων και με άλλες ικανότητες, να ακολουθεί συνεχώς τις επιλογές τους ολοένα προς τον γιγαντισμό, να γίνεται δέσμιος της τεχνολογίας τους, η οποία δίχως τεχνογνωσία είναι απολύτως αποικιοκρατική και τέλος να γίνεται θύμα της ίδιας του της “ανάπτυξης” αφού καταστρέφει τον τόπο του και πέφτει πολλές φορές και ο ίδιος θύμα της λόγω της προφανούς έλλειψης εκπαίδευσης, εμπειριών αλλά και της απότομης, μη αφομοιώσιμης αλλαγής αξιακού συστήματος προς την κατεύθυνση του ευτελισμού.

Έτσι βρίσκεται ένας λαός χρεωμένος στην γερμανική βιομηχανία, να κατέχει και να χειρίζεται με τα χέρια του μηχανήματα, οχήματα κλπ εργαζόμενος σκληρά και επικίνδυνα καθημερινά, προσβλέποντας σε ευτελή ποσά εισιτηρίων επιβατών ή αμοιβών από έργα, με τα οποία έχει πλέον σκοπό ζωής και ιδανικό να ξεπληρώσει πρώτα τις υποχρεώσεις του έναντι των δανειστών και κατόπιν να επιβιώσει…

Ένας λαός δηλαδή γρανάζι της βιομηχανίας των νεοαποίκων του, του οποίου η μόνη μοίρα είναι να δουλεύει μέχρι να αρρωστήσει και να συνταξιοδοτηθεί ασθενής ή μέχρι να αφήσει άγουρος την τελευταία πνοή του στον βωμό της “ανάπτυξής” του και να ζει μέχρι τέλους του με τα ψυχία του ίδρου του ως αντικείμενο εκμετάλλευσης . Τελευταία, η εξέλιξη του συστήματος έφερε και κυνικότερες ακόμη “επιλογές” “ζωής”, τις οποίες όλοι ζούμε στο πετσί μας αυτά τα χρόνια της λεγόμενης οικονομικής κρίσης, δηλαδή της ελεγχόμενης καθίζησης της πυραμίδας του “πλούτου” προς πλήρη και πρόωρη εκχύμωση της ζωής και της ενέργειας των ανθρώπων γραναζιών.

Τις ίδιες σκέψεις κάνω και από χθες που βλέπω το γκρέιντερ να στρώνει τον χείμαρρο και την παραλία σε μια συνεχή και βλακωδώς καταστροφική προσπάθεια του λαού αυτού να βγάλει χρήματα για να ξεπληρώσει τις γερμανικές και παγκοσμιοποιημένες βιομηχανίες και να “ζήσει” κατόπιν. Το γκρέιντερ αυτό που συμβολίζει όλη την καταστροφική μας πορεία αφού πριν λίγα χρόνια πήρε και τη ζωή ενός νέου παιδιού χειριστή του και τέκνου των ιδιοκτητών του. Το γκρέιντερ αυτό το οποίο συμβολίζει όλη μας τη στρεβλή και αυτοκαταστροφική πορεία, για την οποία βεβαίως έχουν τεράστιο μερίδιο ευθύνης οι κατά τόπους και κατά περιόδους αιρετοί όλων των βαθμίδων, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι τις ανάγκες των ανθρώπων και ανευθύνως φερόμενοι φροντίζουν να ανοίγουν “δουλειές” καταστρέφοντας την πατρίδα τους και πετώντας δημόσιο χρήμα, όμηροι κι αυτοί των γερμανικών κυρίως βιομηχανιών μέσω των εργολάβων.

Και αναρωτιέμαι πόσο ακόμη θα πληρώνουμε ως λαός και ως χώρα το κάθε γκρέιντερ, το κάθε μηχάνημα, την κάθε τεχνολογία των νεοαποίκων. Πόσο αίμα, πόσο ιδρώτα, πόση αξιοπρέπεια και  πόσο τοπίο και πλούτο αέναο θα θυσιάσουμε. Πόσο μυαλό και πόση ψυχή χρειάζεται για να απεμπλακούμε από αυτή την καταστροφική διελκιστίνδα; Και άραγε γίνεται να ξεφύγουμε πια ή όχι; Αφού δεν μπορέσαμε να δούμε τη μοίρα μας τη μαύρη με τόση καταστροφή και τόσο θάνατο που βιώσαμε ως τώρα εξαιτίας αυτής της ίδιας της “ανάπτυξής μας” μπορούμε να έχουμε ελπίδες αλλαγής πορείας; Προσωπικά για το μόνο που είμαι βέβαιος είναι ότι έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στο Χάος.