Ιστορίες με σαπουνάδες

της Αθηνάς Τζολάκη

Απ’ ότι ξέρουμε οι παππούδες του Στάθη, από την μεριά του πατέρα του, έφυγαν το 1864 από την Ιθάκη , όπου είχαν ένα φούρνο, για να ψάξουν μια καλύτερη τύχη στη Ζάκυνθο. Συγχωρήστε μου το κλισέ αλλά η Ιθάκη  φαίνεται να ήταν  για την οικογένεια η αρχή ενός ταξιδιού γεμάτου περιπέτειες. Τόσες περιπέτειες όσες σχεδόν και του Οδυσσέα. Μπορεί όχι τόσο ηρωικές, που το συζητάμε κι αυτό, μπορεί όχι τόσο μοναδικές, πολλές από αυτές τις πέρασε όλος ο ελληνικός πληθυσμός, σίγουρα όμως  περιπέτειες που χρειάζονταν σθένος, μαχητικότητα  και αγάπη για την ζωή για να τα βγάλεις πέρα μαζί τους και να βγεις ζωντανός και όρθιος. 

Αυτούς τους φουρνάρηδες δεν τους έχω δει ούτε σε φωτογραφία, έφτιαχναν άραγε καλό ψωμί; Φοράγανε  βράκες και χωριάτικα τσεμπέρια ή φράγκικα; Ήταν καλοί , νευρικοί (εδώ κάτι υποψιάζομαι) ψυχοπονιάρικες ψυχές, όμορφοι, άσχημοι; Είχαν όντως έρθει από την Κύπρο όπως εικάζει η οικογενειακή μυθολογία; Το μόνο σίγουρο είναι ότι στη Ζάκυνθο προκόψανε, κάναν παιδιά και εγγόνια που και αυτά με την σειρά τους πάλεψαν δούλεψαν, πέρασαν πολύ δύσκολες αλλά και καλές στιγμές  και έστειλαν και λίγο από το DNA τους εκτός Ελλάδας , στη Λατινική Αμερική. Φαντάζομαι  κάποτε μετά από πολλά χρόνια κάποιοι στην Βενεζουέλα θα αναρωτιόνται γιατί έχουν αυτά τα παράξενα ονόματα. 

Ο Στάθης λοιπόν που ήταν και παππούς μου έχει και αυτός περάσει με τη σειρά του απίστευτες περιπέτειες . Κάτι λίγα τα ήξερα,  δεν τα διηγούνταν, σε μας έλεγε μόνο παραμύθια, όλες τις περιπέτειες τις έμαθα  αργότερα  χάρη στον δεύτερο τη τάξη  Πάτερ Φαμίλια, μετά τον παππού, το θείο Μίμη. Ο θείος Μίμης, ο πάντα υπεύθυνος για τη συνοχή  της οικογένειας , πρόσφατα μου παρέδωσε γραμμένα με επιμέλεια όλα όσα γνώριζε για το οικογενειακό μας δένδρο, τα γράφανε παρέα με την θεία Λιλή . Θα σας τα λέω και σας σιγά –σιγά.  Σήμερα όμως δεν θα εξιστορήσω κομμάτι από τις δραματικές μας περιπέτειες, κάτι άλλο, κάποιες άλλες εικόνες μου έρχονται στο μυαλό  και έχουν να κάνουν με σαπουνάδες ξυρίσματα και κουρείς. Ζακυνθινά πράγματα. Ο Στάθης είχε μανία με το ξύρισμα, τον θυμάμαι να φουσκώνει το μάγουλο για να κάνει  κόντρα και μετά να βάζει την κολώνια λεμόνι ικανοποιημένος που τον αξίωσε ο θεός να ξυριστεί και πάλι.                                  

Πολλές φορές πήγαινε και στον κουρείο  που υπήρχε κάτω από το σπίτι, καθόταν με τις ώρες και έκανε παρέα με τον κουρέα που ήταν μουγγός. Ο ίδιος όντας κουφός καθόλου δεν επτοείτο, η συνεννόηση γινόταν μια χαρά .

 Μια ιστορία με σαπουνάδες μου είπε και ο θείος καθώς μου παρέδιδε τα γραπτά του. Θυμάμαι, είπε, τον μπαμπά μετά την Κατοχή όταν  έπρεπε και  όντως αποφάσισε  να μας βάλει όλους, γυναίκα και έξι παιδιά, σε ένα καΐκι με τελικό προορισμό την Αθήνα. Κάπου στη διαδρομή αποφάσισε να ξυριστεί, κρέμασε κάπου ένα καθρεφτάκι  έκανε  ωραία σαπουνάδα  με το πινέλο και εκεί που ήταν έτοιμος ν’ αρχίσει  το ξύρισμα έρχεται ένα κύμα και του ξεπλένει όλη τον αφρό από το πρόσωπο. Όχι ακριβώς μια σκηνή από την Οδύσσεια, κι όμως μου φέρνει στο μυαλό τον Οδυσσέα. Ένας Οδυσσέας ήταν και ο παππούς με έξι παιδιά και δεκαεννιά εγγόνια, εκ των οποίων μια και εγώ. Ζακυνθινή και ονειροπόλα και αρκετά επίμονη και ανθεκτική, νάνε καλά οι φουρνάρηδες.