Οι τρεις όροι της κυβέρνησης και τι της απαντούν οι δανειστές

Του Μπάμπη Παπαδημητρίου

Δεν είναι μόνον οι «κόκκινες» γραμμές και η πολιτική φόρτιση που τις συνοδεύει, που δημιουργούν το παρατεινόμενο αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Οσο κι αν ακούγεται παράδοξο, η αμφισημία δεν συντηρείται μόνον από παράγοντες της ελληνικής πλευράς, αλλά και από την πλευρά των διαπραγματευτών.

Αυτό που έσπευσε να παρουσιάσει ως «ιδίαν ευφυή τακτική» ο πάντοτε φαντεζί υπουργός Οικονομικών ήταν το πραγματικό γεγονός ότι οι εταίροι δεν έδωσαν «ποτέ κάτι γραπτά και κάτι συγκεκριμένο». Η ασάφεια αυτή δεν υπήρξε ποτέ «δημιουργική» αλλά εξαιρετικά αντιπαραγωγική. Ακύρωσε, για παράδειγμα, δύο απανωτές συνεδριάσεις του Eurogroup. Τη μια στιγμή ζητείται από την ελληνική πλευρά να συμφωνήσει στην ολοκλήρωση του πέμπτου ελέγχου, δηλαδή της τελικής αποτίμησης του δεύτερου μνημονίου, αγνοώντας επιδεικτικά την πολύ ευρωπαϊκή αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Κάποιοι ζητούν το ίδιο χωρίς πρόσθετες απαιτήσεις, εννοώντας ότι θα εκταμιευθούν τα μπλοκαρισμένα δάνεια και η υπεραξία των ομολόγων που παρακρατείται, με την προϋπόθεση όμως μιας νέας δεσμευτικής συμφωνίας.

Η Αθήνα πιστεύει, στο ανώτερο επίπεδο, πως αν οι εταίροι είχαν τηρήσει τη συμφωνία Τσίπρα-Ντάισελμπλουμ για έναν «κοινό τόπο» συνεννόησης, μια αρχική συμφωνία θα μπορούσε να έχει βρεθεί ήδη από τον περασμένο Μάρτιο.

Το δεύτερο ζήτημα στο οποίο η ελληνική πλευρά εκτιμά ότι οι θεσμοί ξεπερνούν τις αρμοδιότητές τους, ακόμη και από τη στενή νομική πλευρά, είναι ο αποκλεισμός της χώρας από τη «χρηματοδότηση της ρευστότητας». Σε απανωτές συσκέψεις κεντρικός παράγοντας του προεδρικού επιτελείου κατηγορεί με βαρύ τρόπο τον πρόεδρο της ΕΚΤ, ότι «παρανομεί, όταν περιορίζει τις τοποθετήσεις των τραπεζών σε έντοκα γραμμάτια».

Ο «γραμματέας της επιχειρηματικής ελίτ» όπως τον χαρακτηρίζουν λιβελογράφοι - θαυμαστές της «προέδρου Ζωής», δεν εννοεί να κατανοήσει ότι ο κ. Ντράγκι δεν πρόκειται να δώσει την «ανάσα ζωής» παρά μόνον όταν το Eurogroup θα έχει υπογράψει μια πολιτική συμφωνία μακράς πνοής. Η Φρανκφούρτη θα ανοίξει την κάνουλα όταν οι υπουργοί θα βεβαιώσουν ότι βρισκόμαστε «κοντά στο σημείο εκταμίευσης» (close to disbursement) μέρους των διαθεσίμων δανειακών πόρων. Διαφορετική είναι όμως η ερμηνεία που πήραν μαζί τους οι Δραγασάκης - Τσακαλώτος μετά την επίσκεψή τους στην έδρα της ΕΚΤ: πρόσθετη ρευστότητα θα υπάρξει όταν θα έχουμε «ορατή κατάληξη» (agreement in sight), διαβεβαίωσαν την ομάδα διαπραγμάτευσης.

Ολη αυτή η βυζαντινολογία έχει σοβαρές επιπτώσεις. Δεν είναι μόνον το δημόσιο ταμείο αλλά η πραγματική οικονομία που ασφυκτιά και χαροπαλεύει. Η οικονομία λειτουργεί πρακτικά χωρίς τραπεζική διαμεσολάβηση. Οι εξαγωγικές επιχειρήσεις χάνουν έτοιμες δουλειές ή, στην καλύτερη περίπτωση, τους ζητείται να περιμένουν «λίγο ακόμη» πριν πάρουν την παραγγελία. Οι πελάτες τους ανησυχούν για την πορεία των συζητήσεων με την Ευρώπη και με τους «αριστερούς της δραχμής». Ζητούνται προσωπικές εγγυήσεις για να γίνουν συνηθισμένες εμπορικές συναλλαγές. Την ώρα που το κράτος μετρά και ξαναμετρά τα ρέστα του για να πληρώσει συντάξεις, ο εξωστρεφής επιχειρηματικός τομέας αντιμετωπίζει απώλεια εμπιστοσύνης, στάση πληρωμών και βυθίζεται στο τέλμα.

Η κυβέρνηση έχει ένα δεκαπενθήμερο για να μετρήσει τα «πολιτικά κουκιά της». Εξήγησε στους εταίρους ότι θα συμβιβαστεί μόνον αν πάρει «κάτι καλύτερο από όσα είχε το μέιλ Χαρδούβελη», την «ανάσα ρευστότητας» και κάποια «αναπτυξιακή προοπτική». Η απαίτηση «να κλείσει το μνημόνιο», μπορεί να εξυπηρετηθεί εφόσον υπάρξει «ρεαλιστική ευελιξία», που θα μπορούσε να μεταφραστεί στους αμέσως επόμενους μήνες στο ζητούμενο «νέο μείγμα πολιτικής».

Η κυβέρνηση έχασε όμως πολύ χρόνο. Ηδη, όπως έδειξε η τελευταία σφυγμομέτρηση του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, μόνον το 35% των πολιτών εξακολουθεί να βρίσκει σωστή την «ακολουθούμενη στρατηγική διαπραγμάτευσης», από 72% στα πρώτα βήματα της κυβέρνησης και 60,5% μετά τη συμφωνία πλαίσιο της 20ής Φεβρουαρίου.

Το δίλημμα είναι καθαρά πολιτικό. Οι εταίροι θέλουν να γνωρίζουν αν ο Αλέξης Τσίπρας διατηρεί την πολιτική ηγεμονία στη συμπαράταξη της οποίας ηγείται. Η ενδοκομματική σύγκρουση θα μεταφερθεί στη Βουλή όταν, πολύ σύντομα όπως είναι αναπόφευκτο, θα έρθουν προς έγκριση τα πρώτα μέτρα δημοσιονομικού ελέγχου. Η κυβέρνηση έχει την υποχρέωση να δράσει, ανεξαρτήτως των εξωτερικών πιέσεων. Είναι εξάλλου πιθανόν να βρεθούν σύντομα συμβιβαστικές διατυπώσεις στο μακρόπνοο ζήτημα του συνταξιοδοτικού συστήματος και του εκσυγχρονισμού της αγοράς εργασίας υπό την αιγίδα του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας.

Αν όμως ο αριθμός των βουλευτών που δεν θα δεχτεί τις εξηγήσεις και δεσμεύσεις της κυβέρνησης ακυρώνει τη δεδηλωμένη, ο πρωθυπουργός θα πρέπει να ζητήσει, την ίδια στιγμή, προσφυγή σε ανάδειξη νέας εθνικής αντιπροσωπείας, αποφασισμένης να στηρίζει χωρίς ταλαντεύσεις, αμφισημίες και προσωπικές πολιτικές, την εθνική ευρωπαϊκή συστράτευση.