Η θεωρία των παιγνίων & το 18-1

Του Σάκη Μουμτζή

Ο υπουργός εθνικής οικονομίας είναι λάτρης της θεωρίας των παιγνίων, μιάς θεωρίας που αποβλέπει στην χρήση του ορθολογισμού των μαθηματικών στην διαχείριση και επίλυση μη μαθηματικών προβλημάτων. Η ίδια η θεωρία υποθέτει πως ο ορθολογισμός έχει διαφορετικό νόημα σε κάθε παίκτη –ατομικό ή συλλογικό– που εξαρτάται από πλήθος εσωτερικών παραγόντων (προσωπικότητα, παιδεία, ιστορικές καταβολές, κλπ). Πάντως υπάρχουν σταθερές, που η απουσία τους καθιστά μίαν συμπεριφορά ανορθολογική. Στην περίπτωσή μας, σε πλειάδα κυβερνητικών στελεχών, όσο και να διαστείλουμε την έννοια του ορθολογισμού, δεν βρίσκουμε ψήγματά του ούτε στην σκέψη τους ούτε στην συμπεριφορά τους. Ο υπουργός εθνικής οικονομίας διακρίνεται για έναν ιδιόμορφο ορθολογισμό που χαρακτηρίζει και όλες τις κινήσεις της διαπραγματευτικής ομάδας στην οποία τυπικά προΐσταται. Θα προσπαθήσω λοιπόν να υπαγάγω τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, στην τελική φάση των διαπραγματεύσεων, στην θεωρία των παιγνίων στην βαρουφάκειο εκδοχή τους. 

Η διαφαινόμενη τακτική του Σύριζα είναι τα προς ψήφιση μέτρα να βρίσκονται μπροστά από τις κόκκινες γραμμές του και πίσω από τις προγραμματικές του θέσεις. Σκοπός του να αποδείξει την διάθεση για υποχωρήσεις με τελικό στόχο την επίτευξη της συμφωνίας με τους δανειστές, καθώς προς το εξωτερικό θα προβάλλει ως μείζον αυτές τις υποχωρήσεις, στο δε εσωτερικό ως μείζον την σταθερότητα στις αρχικές κόκκινες γραμμές. Όλα αυτά εντάσσονται στην θεωρία των παιγνίων εμπλουτισμένη με την υπο-θεωρία του τρίτου παίκτη. 

Σύμφωνα με αυτήν την υπο-θεωρία εκτός από τους δύο βασικούς παίκτες υπάρχει και ένας τρίτος, που είναι το ακροατήριο, δηλαδή οι άλλες κυβερνήσεις, τα διεθνή ΜΜΕ, οι μη εμπλεκόμενες στο παίγνιο προσωπικότητες, η κοινή γνώμη που παρακολουθεί. Ακολουθώντας αυτήν την υπο-θεωρία, η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να καταδείξει σε όλους αυτούς που αποτελούν τον τρίτο παίκτη, τις καλές της προθέσεις και την ευελιξία της στις διαπραγματεύσεις. Από την άλλη μεριά κύριος στόχος της είναι να φανεί πως οι δανειστές μας, με αιχμή τη Γερμανία, κρατούν μίαν άκαμπτη στάση όχι γιατί οι προτάσεις τους αποτελούν την μοναδική λύση που υπάρχει, αλλά γιατί αυτή είναι μία επιλογή. Δηλαδή, φωνάζει η ελληνική κυβέρνηση προς τον τρίτο παίκτη, υπάρχουν εναλλακτικές αλλά τις αγνοούν οι δανειστές. Ο σχεδιασμός ξεκάθαρος. Σε περίπτωση ναυαγίου των διαπραγματεύσεων η χρέωση να γίνει σε αυτούς, τόσο στο διεθνές ακροατήριο όσο και στο εσωτερικό, όπου βέβαια μαζί με τους δανειστές θα "τσουβαλιαστούν" και οι εγχώριοι συνεργάτες τους.

Το blamegame από την φύση του κινείται εντός της υπο-θεωρίας του τρίτου παίκτη. Οι προσπάθειες που καταβάλλουν οι δύο πλευρές να χρεώσουν η μία στην άλλη την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, γίνονται για την εύνοια του, γιατί μία πιθανή παρέμβαση του υπέρ του νικητή του blamegame, θα αλλάξει τις ισορροπίες. Στην περίπτωση μας όμως ο συσχετισμός είναι τόσο συντριπτικός (18-1, 27-1), που καμιά επέμβαση δεν μπορεί να τον ανατρέψει. Πολύ δε περισσότερο που ορισμένες κινήσεις της ελληνικής κυβέρνησης στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής κυρίως, έκαναν τους διεθνείς παράγοντες να εγκαταλείψουν την αρχική ευμενή τους θέση προς τα ελληνικά αιτήματα, ακυρώνοντας έτσι την προσπάθεια της κυβέρνησης να αλλάξει τον εις βάρος της συσχετισμό δυνάμεων στον ευρωπαϊκό χώρο, με την παρέμβαση του τρίτου παίκτη. 

Απομονωμένη λοιπόν και ουσιαστικά χρεοκοπημένη, η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί με την κατάθεση των νομοσχεδίων με τα μέτρα που αυτή έκρινε ως πρόσφορα για την συμφωνία, να κάνει την τελευταία της κίνηση προς τον διεθνή παράγοντα. Όμως στο βαθμό που αυτά τα μέτρα απέχουν πολύ από όσα απαιτούν οι δανειστές, ρισκάρει να βρεθεί τάχιστα μπροστά στην δική τους πρόταση που θα είναι αυτήν την φορά της μορφής take it or leave it.

Εκεί κάπου τελειώνει το παίγνιον.
 

* Ο κ. Σάκης Μουμτζής είναι συγγραφέας