Κυνόδοντας & My fat Greek weird Cinema

του Χαρίτωνα Χαριτωνίδη

Ειρωνεύτηκα το ελληνικό weird. Σήμερα θα εξηγήσω το γιατί. Kαι ειρωνεία δικαιολογημένη, ουκ έστι ειρωνεία. Το weird λοιπόν είναι η τελευταία επιδημία που έχει ενσκήψει στο ελληνικό σινεμά, το τόσο επιρρεπές σε επιδημίες. Κάποτε ήταν οι ταινίες με αντάρτες και φισεκλίκια, αμπαλαρισμένους με «μπρεχτισμό» που ήταν μια μορφή weird της εποχής –θα επιστρέψω παρακάτω σ’ αυτό. Ύστερα ήρθαν τα ελληνικά «νουάρ». Είχαν γεμίσει οι οθόνες με τύπους που φορούσαν καμπαρντίνες. Πού; Στη χώρα με τη μεγαλύτερη ηλιοφάνεια της Ευρώπης. Όλοι παρακολουθούσαμε με αγωνία τη στάθμη του Μαραθώνα για να δούμε αν θα βγάλουμε το καλοκαίρι, στην τηλεόραση κρατικές διαφημίσεις μας συνιστούσαν οικονομία στο νερό, και στο ελληνικό σινεμά έβρεχε!

Ο Πικάσο είχε πει «οι μεγάλοι καλλιτέχνες κλέβουν, οι μικροί μιμούνται». Που σημαίνει, ο ταλαντούχος βλέπει τη δομή ενός έργου. Ο ατάλαντος τα εξωτερικά χαρακτηριστικά. Έτσι λοιπόν ο βλάξ που ήθελε να κάνει ελληνικό «νουάρ», καμπαρντίνα έβλεπε να φοράει ο Μπόγκαρτ, καμπαρντίνα φορούσε στον βαλκάνιο ήρωά του… Το ίδιο συμβαίνει σήμερα και με το ελληνικό weird cinema. Αλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά.

Η γέννηση του weird οφείλεται σε μια παρεξήγηση. Όλοι συμφωνούν ότι η ταινία που προσδιόρισε τους «κανόνες» του «είδους», είναι ο Κυνόδοντας. Πρόκειται για καθαρή, αποσταγμένη ηλιθιότητα. Ο Κυνόδοντας, παρά την κοινή πεποίθηση, ΔΕΝ είναι μια ταινία που συμβαίνουν weird, «παράξενα», πράγματα! Είναι μια ταινία που συμβαίνουν ΛΟΓΙΚΑ, ΠΙΘΑΝΟΦΑΝΗ πράγματα, αν γίνει δεκτή μια και μόνη αρχική υπόθεση: ότι ένα ζευγάρι μεγαλώνει τα τρία παιδιά του σε απόλυτη απομόνωση από τον υπόλοιπο κόσμο. Όλα τα «παράξενα» φερσίματα των παιδιών λοιπόν, είναι αποτέλεσμα της στρεβλής διαπαιδαγώγησής τους. Μπουσουλάνε σαν σκύλοι, πιστεύουν ότι οι γάτες είναι τέρατα, χρησιμοποιούν λάθος λέξεις, μιλάνε με απάθεια σαν λοβοτομημένα, γιατί έτσι τους ΔΙΔΑΞΑΝ οι γονείς τους. Το γιατί οι γονείς κρατάνε σε απομόνωση τα παιδιά, είναι επίσης λογικοφανές: για να τα προστατεύσουν από τους κινδύνους του κόσμου. Έχουμε λοιπόν μια ταινία που αλληγορεί κάτι γνωστό και πολυσυζητημένο: τον υπερ-προστατευτισμό της οικογένειας. Οδηγώντας δε αυτή την κατάσταση στα άκρα της, δημιουργεί τις εργαστηριακές συνθήκες για να εξετάσει κάτι γενικότερο: το γνωσιολογικό ζήτημα, το κατά πόσο το κοσμοείδωλό μας εξαρτάται από την εκπαίδευση που λαμβάνουμε.

Πολύ συγκροτημένα, πολύ «λογικά» όλα αυτά. Καθόλου weird. Και καθόλου πρωτότυπα. Θα έλεγα ότι πλέον είναι μάλλον μπανάλ. Το πρόσφατο Truman Show έχει περίπου τον ίδιο μύθο. Ένας άνθρωπος που εν αγνοία του μεγαλώνει στον ειδυλλιακό κόσμο μιας σαπουνόπερας: όλοι γύρω του είναι ηθοποιοί εκτός απ’ τον ίδιο. Τις συνέπειες μιας κοινωνίας παιδιών χωρίς ενήλικες, εξετάζει ο Άρχων των Μυγών. Στην κωμωδία του Διαφωνία ο Μαριβώ ήδη το 18ο αιώνα έχει έναν αριστοκράτη που μεγαλώνει στην απομόνωση τέσσερα ορφανά, ως ένα πείραμα που θα δείξει ποιο απ’ τα δύο φύλα είναι πιο πιστό στον έρωτα. Ο Κάσπαρ Χάουζερ είναι ένα ακόμα παιδί που μεγαλώνει στην απομόνωση. Έχουμε ένα σωρό παραμύθια όπου ο βασιλιάς φοβούμενος για τη ζωή του διαδόχου του, του φτιάχνει έναν προστατευμένο Παράδεισο –αλλά η απειλή καταφέρνει πάντα να εισχωρήσει. Και βέβαια πατέρας όλων αυτών των ιστοριών, είναι ο Μύθος του Σπηλαίου, του Πλάτωνα, όπου μια φυλή ανθρώπων πιστεύει ότι ο κόσμος είναι η δισδιάστατη προβολή του σε ένα τοίχο. Αυτό είναι το… αρχέτυπο όλων των παραμορφωμένων κοσμοειδώλων της δραματουργίας. Όλα τα άλλα, και ο Κυνόδοντας, είναι… είδωλά του.

Αλλά δεν χρειάζεται να πάμε τόσο μακριά. Ο Κυνόδοντας είναι καθαρή, απροκάλυπτη λογοκλοπή του Κάστρου της Αγνότητας του Αρτούρο Ριπστάιν. Συνεπώς ό,τι είναι εκείνη η ταινία, είναι και ο Κυνόδοντας. Αυτά δεν σημαίνουν ότι ο Κυνόδοντας δεν έχει αρετές. Ίσα-ίσα. Έχοντας πάρει έναν έτοιμο μύθο οι δημιουργοί του, είχαν την ευκαιρία να δουλέψουν στο φινίρισμά του. Και εκεί τα κατάφεραν άριστα. Ο Κυνόδοντας είναι μια δυνατή, πρωτότυπη, και πολύ-πολύ συγκροτημένη παραλλαγή ενός κλασικού μοτίβου. Με άλλη αφορμή θα «κορφολογήσω» τις πολλές χάρες της. Εδώ απλώς κρατάμε ότι είναι μια απολύτως συνεπής, λογικοφανής ταινία. Δυστυχώς αυτό δεν το κατάλαβαν ούτε οι επικριτές της, ούτε οι μιμητές της, ούτε οι ίδιοι της οι δημιουργοί, αν κρίνουμε από τις επόμενες ταινίες τους. Γιατί, αν στον Κυνόδοντα είναι λογικό τα παιδιά να συμπεριφέρονται σαν λοβοτομημένα, δεν είναι το ίδιο λογικό να συμπεριφέρονται σαν λοβοτομημένοι οι ήρωες των Άλπεων –των ιδίων δημιουργών- ή του Άττενμπεργκ, ή του L ή του Miss Violence και πάει λέγοντας. Οι δημιουργοί αυτών των ταινίων απλώς γοητεύτηκαν από την ατμόσφαιρα του Κυνόδοντα, με τη σειρά τους θέλησαν να γοητεύσουν αναδημιουργώντας την, και την αναδημιούργησαν με το έτσι θέλω σε περιβάλλοντα που δεν τη δικαιολογούν καθόλου! Είπαν δηλαδή: Αχ, τι ωραία, περίεργη ταινία! Τι ωραία αυτά τα «παράξενα» πράγματα που συμβαίνουν! Αυτή η απαθής ομιλία, αυτοί οι detached χαρακτήρες! Να κάνω κι εγώ τέτοια!

Το αποτέλεσμα ήταν να μας γανώσουν με αυτά που δεν είναι τίποτα άλλο από απλές βλακείες. Και επειδή το δράμα απεχθάνεται την απουσία νοήματος, οι δημιουργοί τους προσπαθούν να το δημιουργήσουν επιστρατεύοντας το λεγόμενο Straw Man Argument. Κατασκευάζουν δηλαδή ψευδο-προβλήματα που εξαπολύουν εναντίον των αμήχανων ηρώων τους. Έτσι στο Άττενμπεργκ έχουμε μια «δύσκολη» εφηβεία, που όμως δεν αντιστοιχεί σε ΚΑΝΕΝΑ από τα πολλά μεγάλα προβλήματα μιας εφηβείας. Πόσες κοπελίτσες βρίσκονται σε μια αλλότρια πόλη, ερωτευμένες με τον σοφό, μελλοθάνατο πατέρα τους που νοσηλεύεται σε μια απόκοσμη κλινική; Σε τι αντιστοιχεί αυτό το σχήμα; Τι είδους πρόβλημα εξετάζεται; Όταν καταφεύγεις στο στυλιζάρισμα, στην αφαίρεση, το κάνεις για να αλληγορήσεις κάτι γενικό. Η οικογένεια του Miss Violence επίσης δεν αντιστοιχεί σε τίποτα! Πώς θα το κάνουμε, βρε ωτέρ μου (ωτέρ = auteur), ΔΕΝ είναι πρόβλημα στην ελληνική μεσοαστική οικογένεια η εκπόρνευση των παιδιών από τους γονείς και τον παππού! Ούτε καν η ενδοοικογενειακή σεξουαλική κακοποίηση. Τα χρησιμοποιείς, ωτέρ μου, γιατί φτιάχνουν εύκολο δράμα. Προβλήματα είναι το ότι οι γονείς δουλεύουν και δεν έχουν χρόνο για τα παιδιά τους. Ή, ότι είναι άνεργοι κι αυτό φέρνει πικρίες και καυγάδες. Ή, ότι οι οικογένειες διαλύονται. Τράβα, βρε ωτέρ, να γνωρίσεις ΜΙΑ ελληνική οικογένεια προτού μιλήσεις για αυτήν! Πού είδες οικογένεια να κάθεται στο τραπέζι, να τρώει αμίλητη και ν’ ακούγονται μόνο τα μαχαιροπήρουνα; Έτσι τρώνε στο χωριό σου;

Τώρα η οικογένεια τρώει με ανοιχτή την τηλεόραση, τα παιδιά είναι προσηλωμένα στο smart-phone και κατά κανόνα δεν υπάρχει γιαγιά και παππούς γιατί ζούνε σε άλλο διαμέρισμα. Αλλά αυτά είναι δύσκολα, θέλουν δουλειά. Ο ωτέρ μας όμως σκέφτεται: «Η Αγία Ελληνική Οικογένεια! Πόσο αγία είναι στ’ αλήθεια; Πόσα βρώμικα μυστικά δεν κρύβονται πίσω από αυτούς τους τοίχους;! Θα τους αποδομήσω!» Μόνο που αυτό που αποδομεί, είναι η οικογένεια του αναγνωστικού της Πρώτης Δημοτικού: «Λόλα, να ένα μήλο» «Γιαγιά, δώσε μήλο στον Μίμη». Ένας άλλος λόγος που δεν λέει να μας αφήσει το weird, είναι ότι είναι Ε-Υ-Κ-Ο-Λ-Ο. Όπως εκείνους τους καιρούς με τα φισεκλίκια, -να, που δεν τα ξέχασα- ο μπρεχτισμός, η «αποστασιοποίηση» -ένα είδος detachment, έτσι δεν είναι;- ήταν ένας τρόπος να αποφεύγονται οι δυσκολίες του νατουραλισμού, έτσι και σήμερα, οι λοβοτομημένοι χαρακτήρες του weird που μιλάνε σαν παιδάκια σε σχολικό σκετς, είναι ο ΕΥΚΟΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ. Πώς να ξεκολλήσουν λοιπόν τα παιδάκια από το μέλι; Αυτά.