Αρωματοφόρος νήσος

του Πιγκουίνου

Πάρε ένα μεγάλο λευκό χαρτί. Πάρε πινέλα και μπουγιές. Πάρε γαλάζια και πράσινα. Τιρκουάζ και σμαραγδιά.

Βούτηξε τα πινέλα στο νερό. Κι άστα να παιχνιδίσουν.

Δώσε βάθος. Δώσε ύψος. Δώσε μορφές και σχήματα. Πάρε απ'τον ουρανό, δροσιά. Κι από τη θάλασσα, αλμύρα.

Μην τις φοβάσαι τις γραμμές. Ας βγούνε και καμπύλες. Ας βγουν κυματιστές, στρογγυλεμένες. Ας γίνουν οι ευθείες, τεθλασμένες. Ας γίνουν οι γωνίες, αγκαλιές.

Και για το τελείωμα, χύσε φως. Πλούσιο φως, ελληνικό. Μην το τσιγκουνευτείς, μην λυπηθείς να το ξοδέψεις. Άστο να κυλήσει απάνου στις επιφάνειες, να τις γλυκάνει, να τις αστράψει. Να ρουφήξει τα χρώματα, να στραγγίξει τις σκιές τους. Να παιχνιδίσει ανάμεσα στα κλώνια της Άνοιξης.

Κι αν είμαι σε ποιητικό οίστρο, κι αν δεν βγάζουν νόημα τα όσα σου αραδιάζω, σχώρνα με, δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός με μέρη σαν και τούτο. Όπου κάθε τέτοια εποχή, ανταμώνονται οι αισθήσεις και οι λιακάδες. Τα νερά και τα πεύκα. Οι μυρουδιές. Απ'τα θυμάρια και τα ριγάνια.

Στην αρωματοφόρο νήσο. Στο λαμπερό συναπάντημα των συστατικών της πιο εξευγενισμένης και καλαίσθητης εκδοχής μας. Στις Σπέτσες.

Όχι, δεν έχουν φθάσει ακόμα οι ορδές των τουριστών. Δεν έχουν αρχίσει οι μουσικές και τα νταβαντούρια. Και μπορώ νάμαι όσο εγωιστής θέλω. Με τα χρώματα και τις εικόνες. Με τα τοπία και τους ουρανούς. Ολόδικά μου τα πάντα.

Και είναι μεγάλη πολυτέλεια. Αυτοί οι πρωινοί περίπατοί μου εδώ. Που ξεκινούν από τη Ντάπια, εκεί που αράζουνε τα πλοία. Κι ύστερα, ακολουθώντας τον παραθαλάσσιο δρόμο, καλημερίζομαι με τα καπετανόσπιτα. Μετρώ τα παραθύρια τους, πιάνω το κουβέντιασμα με τα μπαλκόνια τους, περνώ δίπλα από τους όμορφους κήπους τους, χαζεύω τα βοτσαλωτά σχέδια. Με τα πλοία, τα δελφίνια και τις άγκυρες. Με τα σχήματα της καθαρής τους γεωμετρίας.

Εδώ λίγο πιο πάνω, στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, πολιούχου του νησιού, οι κάτοικοι του Σπετσών σήκωσαν ένα ανοιξιάτικο πρωινό τ'Απρίλη του 1821, τη σημαία της Επανάστασης. Πρώτοι απ'όλα τα νησιά, περήφανοι διεκδικητές ενός ιδανικού. Ντυμένου με τα γαλάζια της θάλασσάς τους και τα λευκά των σπιτιών τους.

Μίας πατρίδας αντάξιας της πλούσιας κληρονομιάς. Της ευρύτητας του πνεύματος, της ευθυκρισίας και της ακατάπαυστης αναζήτησης. Μίας πατρίδας που είναι γλώσσα, που είναι σκέψη, που μπορεί νάναι και υπέρβαση. Μίας πατρίδας που συνεχώς επεξεργάζεται και αμφισβητεί και αναδιατυπώνει. Μίας πατρίδας πούναι βαθιά ανθρωπιστική και νεοτερική και φιλόξενη.

Μίας πατρίδας πούχει ακρογιάλια για ν'αράξεις στις αγκαλιές τους, κάμπους για να χυθείς στις απλωσιές τους, βουνά για να προφυλαχθείς στις σκιές τους. Μίας πατρίδας που μπορεί να σε διδάξει τόσα. Αν έχεις την υπομονή να την ακούσεις.

Ο παραθαλάσσιος περίπατος από τη Ντάπια μέχρι το παλιό λιμάνι, περνά μία σειρά από μικρούς όρμους. Κι εκεί που νομίζεις ότι σταματά σε μία χερσαία μύτη που βγαίνει προς τη θάλασσα, ανακαλύπτεις από πίσω έναν νέο όρμο. Κι ύστερα έναν ακόμα. Κι άλλον, κι άλλον.

Και ξεύρεις, αυτή η εναλλαγή μοιάζει πολύ με τη ζωή. Που περνάει φάσεις. Και καθόπως την περπατάς, μήτε που μπορείς να φανταστείς τί σου επιφυλάσσει το παρακάτω. Αλλά νάσου που ξανοίγεται μπροστά σου ένα νέο, ενδιαφέρον παρακάτω.

Αρκεί να βρεις τη δύναμη και να συνεχίσεις. Αρκεί νάχεις τη στοιχειώδη λογική να μην λοξοδρομήσεις από την πορεία σου και πέσεις στα βράχια οδηγούμενος από το θυμικό και από την παραζάλη της στιγμής σου. Και να μην σαγηνευτείς από τα νερά που σε καλούν να παρατήσεις την όποια διαδρομή σου και να ενωθείς μαζί τους.

Πάντοτε κάμω στάση εδώ. Στο παλιό λιμάνι. Και χαζεύω τους ταρσανάδες και τα μαστοριλίκια. Και σκέφτομαι πως σαν είσαι σε νησί, θες να σκαρώσεις ένα κάτι για να φύγεις. Αλλά με το που χάνεται από τα μάτια σου το νησί, το πεθυμείς αμέσως και θέλεις να γυρίσεις. Κι έτσι, πάντα χολοσκασμένος είσαι. Εκτός; Εκτός αν με το που είσαι στο νησί, μάθεις να φχαριστιέσαι την απομόνωσή σου. Και με το που είσαι μακριά του, μάθεις να φχαριστιέσαι τη νοσταλγία του. Δύσκολα σου βάζω; Εύκολα είναι.

Κι ύστερα από το λιμάνι, αρχίζω κι ανηφορίζω. Περνώντας δίπλα από λεμονιές κι ανάμεσα σε γλάστρες με γαρδένιες και βασιλικούς.

Για να φθάσω στον τελικό μου προορισμό. Στο φάρο ντε. Πούναι από τους παλιότερους και σημαντικότερους στην Ελλάδα. Στέκει εκεί, ακούραστος και ορμηνεύει εκείνους που ταξιδεύουνε για το καταπού πρέπει να πάνε. Ωραίοι είναι οι φάροι, χρήσιμοι.

Τέλος στέκω εδώ. Στ'ανατολικά του υψώματος. Σε ένα άνοιγμα που βλέπει μακριά ως την Ύδρα και κοντύτερα στο Τρίκερι -πούχει τρία υψώματα και μια γούρνα στη μέση- και στο Δοκό -που κάποτες λέγεται πως το διεκδικούσαν Υδραίοι και Σπετσιώτες και προσπαθούσαν με πλοία και σκοινιά να το τραβήξουν αμφότεροι προς το μέρος τους. Κι αναγκάστηκε τότες ο Όθωνας -αν έχεις το Θεό σου- να στείλει μία κορβέτα για να τους εχωρίσει.

Γιατί είμαι εδώ, θα με ρωτήξεις. Γιατί κάθομαι και σου τσαμπουνάω στοχασμούς και ονειρικές συνθέσεις.

Είμαι εδώ για να υψώσω ξανά τις άμυνές μου. Για να ξαναβρώ αυτή την ιδανική πατρίδα. Αυτή την πατρίδα που δεν χωράει ασυνέπειες και φαιδρότητες. Που δεν χωράει ανυποληψίες και φανφαρονισμούς. Αυτή την πατρίδα που δεν στραγγαλίζει τα παιδιά της και δεν υποθηκεύει το παρόν και το μέλλον τους. Αυτή την πατρίδα που εξακολουθεί να πορεύεται με τους ουρανούς και τις θάλασσές της. Και με το καθαρό πνεύμα που δίνει νόημα και περιεχόμενο σε όσους έχουν την τύχη να τη ζουν.

Θα πεις, πως μία τέτοια πατρίδα δυστυχώς δεν υπάρχει. Και στα κανονικά μου θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί σου. Αλλά θα μου επιτρέψεις, για μια στιγμή μονάχα, μια μικρή τοσοδούλα στιγμή -να, εδώ πούμαι σκαρφαλωμένος και αναπνέω τα γαλάζια και τα πράσινα, τα τιρκουάζ και τα σμαραγδιά- να ονειρευτώ ότι υπάρχει.