Πόλη Άνω

του Πιγκουίνου

Σε μεγάλη υπόληψη, δεν την είχα. Θες που είναι όλη, μια ανηφόρα; Θες που την πρώτη φορά που με ανέβασαν στα μικράτα μου, έβρεχε καταρρακτωδώς και έγινα μούσκεμα ως το κόκαλο; Θες που όταν έλεγα πως θα βολτάρω προς τα κει με τις εφηβικές μου παρέες, με λιβάνιζαν οι γονείς μου στα "να προσέχετε" και "νάχετε κατέβει πριν σκοτεινιάσει" και "ναπάρεις ζακέτα, φυσάει ψύχρα εκεί απάνου"; Ανάποδα την είχα πάρει, σε το λέω ειλικρινά.



Ήτανε όμως πάντα εκεί -α, της το αναγνωρίζω αυτό. Και στις χαρές μου και στα ντέρτια μου και στα άγχη μου και στις μοναξιές μου. Σαν καταφύγιο την είχα. Σαν ξομολογητήριο. Σαν μέρος δικό μου. Ορίζοντα και σύνορό μου. Κάθε που ανέβαινα, είχα κάτι καινούργιο να της κομίσω.



Πέρασαν όμως χρόνια καμπόσα. Για να την εκτιμήσω, ντε. Διότι κι αν την έζησες μικρός, τίποτις δεν κατάλαβες. Θέλει πρώτα να πήξει το μυαλό σου. Να πας μακριά και να ξανάρθεις. Να πάρεις στροβιλιές γύρω απ'τον εαυτό σου. Κι ύστερα να την ανέβεις από την αρχή. Με βήματα λιγότερο αλαφριά. Αλλά πιο μετρημένα.



Ώχου ωρίμασα, με φαίνεται καημένε. Ντεμέκ ωρίμασα.



Δεν είναι πολλά τ'αρχοντικά. Όχι πως δεν υπάρχουν, αλλά πολλά δεν είναι. Τα βλέπεις να ξεχωρνάνε ανάμεσα στα φτωχόσπιτα και να κοτσάρονται πάνου από τους μπαχτσέδες.



Δίπατα και τρίπατα σαράγια. Με τα σαχνισιά τους που κάθουνταν τ'απογέματα οι γραίες και καρφώνανε τα βλέμματά τους στο δρόμο. Μήτε γατί δεν πέρναγε δίχως να δώκει αναφορά. Ποιανού είναι, για πούθε τόβαλε και τί ροϊδογυρεύει.



Και μην τα βλέπεις τώρα τα σαράγια πούχουν κάποια αλλάξει χαρακτήρα. Στην αρχική τους μορφή, είχανε καφασωτά διαφράγματα. Αποδώ οι σερνικοί από κει τα θηλυκά. Όπως τα πρόσταζε η θρησκεία.



Βλέπεις, την Άνω Πόλη την κατοικούσαν μουσουλμάνοι. Τουρκομαχαλάς ήταν, γιαβρίμ. Που σιάχτηκε στο πίσω μέρος της Σαλονίκης. Αλάργα από τη θάλασσα, ανηφοριά, ταλαιπωρία, τέρμα κι άκρη.



Εκεί γύρω από τα τείχη τα βυζαντινά. Μέσα κι έξω απ'αυτά. Ή κι ακουμπιστά απάνου τους. Πιο στέρεα θεμέλια από δαύτα που αντέξανε αιώνες, υπάρχουν, για; Δεν υπάρχουν.



Τούρκοι ήρθαν κι εχτίσανε εδώ. Και κάμποσοι Ντονμέδες. Πούσαν Εβραίοι προσήλυτοι στο Ισλάμ. Αλλά μήτε οι Εβραίοι τους θέλανε, μήτε οι Τούρκοι. Μην μου πεις ότι δεν τους έχεις ματακούσει. Α, είναι μεγάλη ιστορία το πώς κατέληξαν εδώ. Κάτσε να σε τα πω.



Για όλα φταίει κάποιος ονόματι Σαμπετάι Σεβί. Εβραίος ήτανε, γεννημένος στη Σμύρνη στα 1626. Όταν μεγάλωσε, έγινε ραβίνος κι ύστερα άρχισε να διαδίδει πως ήτανε τάχα-μου προφήτης κι έκαμε θαύματα. Ως και Μεσσίας αυτοχαρακτηρίσθηκε -πήρανε τα μυαλά του αέρα. Κάποιοι Εβραίοι τον επίστεψαν, άλλοι τον εχλευάσανε, έγινε νταβαντούρι και λίγο έλειψε να έρθουν και στα χέρια σε πολλές εβραϊκές κοινότητες ανά την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτά άκουσε και ο Σουλτάνος και μόλις ο Σαμπετάι Σεβί πέρασε από την Πόλη, τον εκάλεσε για να τον ανακρίνει.



Εμφανίστηκε μπροστά του ο Σαμπετάι Σεβί και φαίνεται πως κιότεψε. Για να σώσει το κεφάλι του ο ζεβζέκης, είπε πως αποστολή του ήταν να οδηγήσει τους Εβραίους στη μοναδική, αληθινή πίστη: το Ισλάμ. Και για ν'αποδείξει πως δεν πουλάει φούμαρα, αναγκάστηκε να ασπαστεί τον μωαμεθανισμό εκεί μπροστά στο Σουλτάνο. Ατάκα κι επιτόπου. Φόρεσε και τουρμπάνι και τον εφωνάζαμε πια Μεχμέτ Εφέντι. Μαζί του εξισλαμίστηκαν κι αρκετοί από εκείνους που τον ακολούθησαν -στη Θεσσαλονίκη ήτανε ίσαμε τρακόσιες οικογένειες αρχικώς.



Μάλιστα σύμφωνα με την παράδοση, υπήρχε υπόσχεση προς τους Ντονμέδες (έτσι τους ονομάσαμε αυτούς τους εξισλαμισμένους "αποστάτες" Εβραίους) της Θεσσαλονίκης, ότι θάρθει κάποια στιγμή ο Σαμπετάι Σεβί από τα ξένα για να τους ξανάβρει και να τους οδηγήσει. Όσο τον είδες εσύ νάρχεται, τόσο τον είδανε κι αυτοί.



Προς τα τέλη του 19ου αιώνα, εδώ στην Άνω Πόλη κατέφθασαν κι αρκετοί μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τη Βοσνία. Βλέπεις, το 1878 με τη Συνθήκη του Βερολίνου, τις αλλαγές των συνόρων στα Βαλκάνια και την ενίσχυση των χριστιανικών κρατών της Σερβίας και της Αυστροουγγαρίας, αναγκαστήκανε αρκετοί να εκτοπιστούν και να κατέβουν νοτιότερα. Θεσσαλονίκη μου, μεγάλη φτωχομάνα.



Μερικούς δρόμους παρακάτου από εδώ που βρισκόμαστε, Σάββατο ήτανε, μεσημεράκι, γύρω στις 3 η'ώρα. Αύγουστος του 1917. Σε ένα φτωχικό σπίτι προσφύγων στη συνοικία Μεβλανέ -Ολυμπιάδος 3, η διεύθυνση- λοξοδρόμησε μία σπίθα. Μία τοσοδούλα σπίθα από τη φωτιά της κουζίνας. Πήρε ένταση η φλόγα κι έπεσε. Σε διπλανή αποθήκη. Που ήτανε γιομάτη άχυρο. Πυροσβέστες δεν είχαμε, νερό ούτε για ζήτω, δεν θεωρήσαμε πως τρέχει δα και κίνδυνος μεγάλος.



Αλλά θέριεψε η φωτιά. Κι εξαπλώθηκε σύντομα σε ολάκερη την πόλη. Έφυγε η Σαλονίκη, χάθηκε όλο το εμπορικό της κέντρο σε λέω! Και μεμιάς, διαγράφηκαν οι αστικές μνήμες μίας πολυπολιτισμικής μητρόπολης. Με τις συναγωγές και τα τεμένη της, με τις εφημερίδες και τις τράπεζές της, με τα σούρτα και τα φέρτα της.



Ο καπνός υψωνόταν εκατοντάδες μέτρα πάνου από τον Θερμαϊκό. Κι όλη η περιοχή που βλέπεις από το Επταπύργιο, έγινε στάχτη κι αποκαΐδια. Άτυχη βρε γιαβρίμ αυτή η Ελλάδα. Πέντε χρόνια μετά την απόκτηση της Θεσσαλονίκης, την έχασε μ'έναν τρόπο. Κι ύστερα, πέντε χρόνια αργότερα, έχασε μιαν άλλη της μητρόπολη. Πάλι παραδομένη σε φλόγες. Άλλες φλόγες εκείνες, θα πεις. Σαν είσαι όμως μες την πυρκαγιά, δεν ξεχωρίζεις φλόγες.



Η Άνω Πόλη στάθηκε πάντως τυχερή. Ο αέρας έσπρωξε τη φωτιά προς την πλευρά της θάλασσας κι ο μαχαλάς διεσώθη. Κι απ'όλη την πόλη, μας έμεινε ως δείγμα, η πίσω αυλή της. Η ανηφοριά και το σκαρφάλωμα. Οι μπαχτσέδες και τα σαχλισιά.



Φύγε εσύ, έλα εσύ. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, έφυγαν οι μουσουλμάνοι, ήρθαν άλλοι πρόσφυγες. Μικρασιάτες. Μπερδεύτηκαν οι τόποι, αλλαξοδρόμησαν οι ζωές. Δύσκολη πατρίδα γαβρίμ αυτή η Ελλάδα.



Και νάμαι πάλι που περπατώ στην Άνω Πόλη. Κι αγναντεύω τους χρόνους και μετράω τις δικές μου αντοχές. Σε ένα μέρος πούναι φτωχό και πλούσιο μαζί. Πολύ φτωχό. Και πολύ πλούσιο.



Ένα μέρος που με υπενθυμίζει πως έχει ο καιρός γυρίσματα τζιέριμ. Πως τίποτις δεν είναι γραμμικό. Πώς όλα μπορούν να είναι έτσι κι ύστερα να γίνουνε αλλιώς. Και τα δύσκολα, εύκολα. Και τα εύκολα, δύσκολα.



Μου πήρε καιρό, εντέλει να την ανέβω, καθόπως έπρεπε. Μου πήρε καιρό να την καταλάβω. Και να μπορώ να διακρίνω. Τα γατίσια μάτια που με θωρούνε μέσα από τα χαλάσματα.


Και να εκτιμήσω. Τη σοφία του κεραμιδόγατου. Που κατοικεί την Άνω Πόλη αιώνες τώρα, με την ίδια μακαριότητα. Εις πείσμα των καιρών και των διαθέσεων που αλλάζουνε. Με την ξεγνοιασιά του υπεράνω. Του προνομιούχου εκ πεποιθήσεως.


Και ίσως εντέλει ωρίμασα, γιαβρίμ. Γιατί δίχως να υπάρχει κάποιος να μου το πει, τόχω πλέον από μόνος μου κατά νου. Να προσέχω. Και νάχω κατέβει πριν σκοτεινιάσει. Και ναπάρω ζακέτα. Φυσάει ψύχρα εδώ απάνου.