Μεταναστευτική πολιτική για dummies

Της Δέσποινας Λιμνιωτάκη

Ένα διαχρονικό πρόβλημα της Ελλάδας από την εισαγωγή της τηλεόρασης υπήρξε η ειδησεογραφική δραματοποίηση των προβλημάτων που η χώρα αντιμετωπίζει, στο βαθμό που δεν γίνεται εφικτό για τον μέσο πολίτη να έχει μια κατατοπιστική εικόνα των όσων πραγματικά διαδραματίζονται.  Η ωμή προπαγάνδα που χρησιμοποιείται ψηφοθηρικά από την εκάστοτε κυβέρνηση αποδεικνύεται ισχυρότερη από την αναγκαία αλήθεια και ο λαός που περιμένει την είδηση από το τηλεοπτικό δελτίο στην πραγματικότητα οδηγείται νοερά σε ανακύκλωση της οποιασδήποτε κομματικής ιδεολογίας παρά στην προσπάθεια εξεύρεσης λύσεων.  Αυτό μετατρέπει τα σοβαρά θέματα σε δυσεπίλυτη πρόκληση, από την οποία πάντα βγαίνουμε φτωχότεροι σε ιδέες και ποταπότεροι σε συναίσθημα, μια και όλα κρίνονται υπό το πρίσμα του ωφελιμισμού.

Το παρόν διάστημα αντιμετωπίζουμε από κοινού με την υπόλοιπη Ευρώπη ένα σημαντικό ζήτημα: αυτό της μετακίνησης πληθυσμών κάτω από συνθήκες διωγμού και απειλής για τη ζωή δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων που δραπετεύουν με όποιον τρόπο μπορούν από τις εμπόλεμες ζώνες του κόσμου.  Τα αριθμητικά μεγέθη των προσφύγων που φτάνουν στην Ευρώπη είναι ένα γεγονός που ενδεχομένως κανένας εταίρος δεν μπορούσε να φανταστεί στο παρελθόν.  Αν και η ιστορία ξεδιπλώνει την πολυπολιτισμικότητα αρκετών χωρών με θετικά χρώματα (για παράδειγμα η αποικιοκρατική κληρονομιά της Γαλλίας δημιούργησε ένα ενδιαφέρον μωσαϊκό μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και μεγάλωσαν ευτυχισμένα πολλοί απόγονοι μεταναστών), ωστόσο, οι κλυδωνισμοί στην οικονομία και οι προβληματισμοί στον τρόπο διοίκησης της Ένωσης έφτιαξαν ένα ασταθές σκηνικό μέσα στο οποίο αυτή τη στιγμή καλούμαστε να συζητήσουμε για ενσωμάτωση.  Κουρασμένη από γεννησιμιού της, διχασμένη και δαιμονοποιημένη, η Ευρώπη δεν έχει ποτέ πραγματικά καθίσει να μιλήσει “από καρδιάς” για το θέμα της μετανάστευσης.

Κάπου εκεί μπαίνουμε στο παιχνίδι κι εμείς, με τα προβλήματα του κόσμου στους ώμους αλλά με τη φιλοξενία και τον ανθρωπισμό που διακρίνει τους συμπολίτες να προσπαθούμε να σώσουμε τα καραβάνια των ψυχών που καταφεύγουν στα ελληνικά παράλια.  Γενναία πράξη μεν, αλλά στερούμενη σχεδίου, στρατηγικής και ανθρώπινου δυναμικού.  Διαθέτουμε αυτό που λένε (οι άλλοι) “μεταναστευτική πολιτική”;  ΄Οχι, αλλά δεν θα ξεμείνουμε ποτέ από ατάκες που φανερώνουν την ασχετοσύνη που δέρνει τους ιθύνοντες.

Είναι ευθύνη και χρέος να γνωρίζουμε τη διαφορά ανάμεσα στην περιστασιακή βοήθεια προς τους διασωθέντες των ναυαγίων και στη συστηματική, εξειδικευμένη στήριξη και προστασία τους, κάτι που σε καμία περίπτωση δεν συμβαίνει αυτή τη στιγμή.  Η απουσία δομών φιλοξενίας και η τωρινή αδυναμία οργάνωσής τους δυσχεραίνουν το πρόβλημα και δημιουργούν συνθήκες ασφυξίας σε πολλές περιοχές, όπως για παράδειγμα στο κέντρο της Αθήνας.  Οι τηλεοπτικές υποσχέσεις προσπαθούν να καλύψουν το κενό στη λογική, όταν μιλάμε για αυτά που θα συμβούν αλλά δεν προσδιορίζουμε το πότε: “θα” με εκείνη την υπόσχεση που χορταίνει συνειδήσεις αλλά δεν οδηγεί πουθενά, “θα” όταν μέχρι πρότινος τα υπουργεία δεν είχαν ιδέα για τη διαθεσιμότητα σε κλίνες ή την ύπαρξη καταλυμάτων  προσωρινής φροντίδας. 

Οι καθυστερήσεις, η έλλειψη προσωπικού και εθελοντών στους σταθμούς υποδοχής (επίσημους ή πρόχειρους), η ανακρίβεια στην καταγραφή περιπτώσεων και περιστατικών, η έλλειψη πρόβλεψης για το τι θα απογίνουν τα ανήλικα παιδιά ή τα ασυνόδευτα μέλη ομάδων, κάνουν τους ανθρώπους βορά σε δουλεμπόρους και traffickers.  Κανένο μέτρο - αυστηρό ή χαλαρό, παρεμπόδισης εισόδου ή αδειοδότησης στην παραμονή – δεν πρόκειται να αποδειχθεί αποτελεσματικότερο της πρόληψης και του πολιτικού σχεδιασμού.  Μακριά από τηλεοπτικά πάνελ, η σοβαρή αυτή διαδικασία δεν είναι εργολαβία κανενός “σωτήρα”: είναι ένα συνεργατικό εγχείρημα πανελλαδικής εμβέλειας.

Βρείτε τι μας εμποδίζει από το να καθίσουμε μαζί στο τραπέζι για να γίνει η αρχή.


* Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Κοινωνική Ψυχολόγος - Σύμβουλος σε θέματα Διομαδικών Διεργασιών