Η Αριστερά απέναντι σε κρίσιμα διλήμματα

Του Τάσου Παππά

Προ ημερών ήταν στην Αθήνα ο γνωστός Γάλλος συγγραφέας αστυνομικών με πολιτικές προεκτάσεις μυθιστορημάτων, Ζιλ Βενσάν.

Απαντώντας στην ερώτηση της Π. Σπίνου «γιατί στο βιβλίο σας (σ.σ. «Το φιλί του θανάτου», εκδόσεις Καστανιώτης) παρουσιάζετε την Αριστερά διαπλεκόμενη και διεφθαρμένη, ενώ η κυρίαρχη αντίληψη είναι ότι η Αριστερά είναι δίκαιη και ηθική» ο Βενσάν δίνει την εξής απάντηση: «Υπάρχουν αριστεροί πριν και αριστεροί μετά την ανάληψη της εξουσίας. Αρχικά οι σοσιαλιστές φαντάζονται πως θα πλάσουν έναν καινούργιο κόσμο, ωστόσο όταν ανεβαίνουν στην εξουσία παρασύρονται, διαβρώνονται, το χρήμα τούς διαφθείρει. Γι’ αυτό επινοήθηκε η σοσιαλδημοκρατία, για να πιστεύει ο λαός πως είναι Αριστερά, ενώ δεν είναι».

Αμέσως μετά πάντως ο Βενσάν επισημαίνει: «Προτιμώ μια Αριστερά να κάνει αυτό που μπορεί, παρά μια Δεξιά να κάνει αυτό που θέλει» («Εφ.Συν.» 28-4-2015).

Αν προσθέσουμε στα παραπάνω και τον ιδιοφυή αφορισμό του Γιόζεφ Ροτ ότι «η επανάσταση παραμένει πάντα στα αριστερά, οι αντιπρόσωποί της είναι που πηγαίνουν πάντα προς τα δεξιά», έχουμε μέσα σε λίγες αράδες το… αιώνιο πρόβλημα της σχέσης της Αριστεράς με την εξουσία και το ακόμη πιο επίμαχο ζήτημα, του εκφυλισμού των επαναστάσεων.

Στα όρια αυτού του σημειώματος δεν είναι δυνατόν να τεθούν και να σχολιαστούν εξαντλητικά όλα τα θέματα. Μερικές μόνο παρατηρήσεις που μπορεί να είναι και επίκαιρες, γιατί η παρούσα κυβέρνηση, και ειδικότερα ο κορμός της, ο ΣΥΡΙΖΑ, θα κληθεί να αναμετρηθεί με κρίσιμα διλήμματα που ακουμπούν τον πυρήνα της ταυτότητάς του.

Εκτός από τους αριστερούς πριν και τους αριστερούς μετά την ανάληψη της εξουσίας, η σχέση των οποίων με την ηθική περνάει από το πεδίο της ρητορικής, όπου όλα είναι σχετικά εύκολα, στο πεδίο της πράξης, όπου δοκιμάζεται η αντοχή των συνειδήσεων και η συνοχή των πεποιθήσεων – «αρχή άνδρα δείκνυσι»-, υπάρχουν και οι αριστεροί που δεν ενδιαφέρονται για την εξουσία σε καπιταλιστικές συνθήκες γιατί πιστεύουν ότι το σύστημα αν δεν πληγεί στις ρίζες του έχει την ικανότητα να ενσωματώνει και τελικώς να εξουδετερώνει κάθε δύναμη που το αμφισβητεί.

Είναι η περίπτωση των κομμουνιστικών κομμάτων που έχουν ως σημείο αναφοράς τον μαρξισμό-λενινισμό, είναι επίσης η περίπτωση των ρευμάτων της ριζοσπαστικής Αριστεράς με ελευθεριακά και κινηματικά χαρακτηριστικά.

Προβάλλουν ως παράδειγμα που δικαιώνει τις απόψεις τους τη σοσιαλδημοκρατία, η οποία προσπάθησε να αλλάξει τον καπιταλισμό με ειρηνικά μέσα αλλά το μόνο που πέτυχε ήταν ο εξανθρωπισμός του για μερικά χρόνια (η περίοδος της χρυσής 35ετίας), ωστόσο επειδή δεν ανέτρεψε τη βάση που τον στήριζε, ο καπιταλισμός, όταν του δόθηκε η ευκαιρία, έγινε πιο άπληστος και πιο επιθετικός, ενώ η σοσιαλδημοκρατία είναι σήμερα η καλύτερη θεραπαινίδα του.

Αν, όμως, η θεωρία της αναμονής μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες παραπέμπει στον χιλιασμό και συνεπώς στην παραίτηση, αν -όπως αποδείχτηκε- οι επαναστατικές ουτοπίες μετατρέπονται σε δυστοπίες και αν, όπως έχει φανεί μέχρι τώρα, η ταπεινωτική συνθηκολόγηση είναι η μοιραία κατάληξη όλων των εγχειρημάτων που επιχείρησαν να αλλάξουν ριζικά την κοινωνία με μεταρρυθμίσεις, τότε τι μένει;

Να συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι ο καπιταλισμός είναι η φυσική τάξη πραγμάτων και ότι δεν υπάρχει εναλλακτικό μοντέλο;

Η ίδια όμως η πραγματικότητα του καπιταλισμού (θηριώδεις ανισότητες, καταστροφή του περιβάλλοντος, έλλειμμα δημοκρατίας, αυταρχισμός) μας υποχρεώνει να μην εγκαταλείψουμε τον στόχο που συμπυκνώνεται στο σύνθημα «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός».

Προτιμώ μια Αριστερά να κάνει αυτό που μπορεί, παρά μια Δεξιά να κάνει αυτό που θέλει

Το πώς και με ποια μέσα είναι μια ανοιχτή συζήτηση που συνεχώς ανανεώνεται και εμπλουτίζεται από την εμπειρία.

«Προτιμώ μια Αριστερά να κάνει αυτό που μπορεί, παρά μια Δεξιά να κάνει αυτό που θέλει», λέει ο Ζιλ Βενσάν. Ετσι, διά της παρακαμπτηρίου, ερχόμαστε στο σήμερα και στα διλήμματα που θα αντιμετωπίσει η ελληνική κυβέρνηση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ βγήκε από το πολιτικό περιθώριο, όχι μόνο λόγω της έκτασης και της βιαιότητας της οικονομικής κρίσης, που αποδόμησε τα συστημικά κόμματα, αλλά και γιατί εμφανίστηκε έτοιμος -και έπεισε γι’ αυτό- να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες.

Εξελέγη με ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα -όχι επαναστατικό, αλλά στο πνεύμα του αριστερού κεϊνσιανισμού- και τώρα διαπιστώνει ότι οι συσχετισμοί στην Ευρώπη είναι κατάφωρα αρνητικοί, δεν έχει συμμάχους σε επίπεδο κυβερνήσεων, οι κυρίαρχες δυνάμεις είναι άκαμπτες και απαιτούν την άνευ όρων παράδοσή του.

Είναι αναγκασμένος λοιπόν να διαλέξει: θα προσπαθήσει να κάνει ό,τι μπορεί στο δεδομένο περιβάλλον ή θα αφήσει τη Δεξιά να επιστρέψει για να κάνει ό,τι θέλει;

Το τι θέλουν η Δεξιά και οι πρόθυμοι σύμμαχοί της τού εξτρεμιστικού Κέντρου το ξέρουμε πολύ καλά.

Αυτό που ακόμη δεν ξέρουμε (μάλλον ούτε η Αριστερά το ξέρει, αν και πρέπει να το υποψιάζεται γιατί υπάρχουν σαφείς ενδείξεις) είναι αν αυτό που θα της επιτρέψουν να κάνει αξίζει τον κόπο ή διατρέχει τον θανάσιμο κίνδυνο να οδηγηθεί σε ιδεολογική και πολιτική πανωλεθρία από την οποία θα περάσουν πολλά χρόνια για να συνέλθει.