Η επταετία της γενιάς μας

Του Δημήτρη Θεοδωρόπουλου
Δεν είμαστε πια οι ίδιοι. Οταν, περίπου επτά χρόνια πριν, στα μέσα του 2008, η ελληνική οικονομία μπήκε σε τροχιά ύφεσης, ήμασταν διαφορετικοί. Η ιστορία είχε ξεκινήσει νωρίτερα αλλά δεν είχαμε πάρει χαμπάρι. Μια «Μαύρη Παρασκευή», στα τέλη εκείνης της χρονιάς, ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου έπεσε στα χαμηλότερα επίπεδα από το 1989. Μέσα σε 24 ημέρες χάθηκαν 24 δισ. ευρώ. Η χώρα μπήκε σε αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης. Η κρίση, η δική μας επταετία ξεκινούσε. Εμείς, πάλι, δεν είχαμε ιδέα.

Οταν ξεκίνησε όλο αυτό, δεν μας ένοιαζε τόσο γιατί «η ελληνική οικονομία είναι θωρακισμένη». Νιώθαμε υπέροχα αφελείς, πως ήμασταν ένας φιλόξενος λαός, με ευγενικές γιαγιάδες που τηγάνιζαν πατάτες και έκοβαν ντομάτα σε κάθε επισκέπτη που περνούσε έξω από τις στολισμένες αυλές που μύριζαν γιασεμί. Στο βάθος έπαιζε Χατζιδάκις. Ο ήλιος έλαμπε.

Νιώθαμε ένας λαός που είχε ξεμπερδέψει με την Ιστορία - μπροστά μας ήταν μόνο η κατανάλωση, η ευημερία, η ευρωπαϊκή ζωή. Μιλώντας για Ευρώπη, νιώθαμε πως αυτή ήταν μια φιλική - λίγο βαρετή, αλλά σίγουρα γενναιόδωρη - θεία που μας δεχόταν στο σπίτι της, μας φίλευε και μας έκανε όλα τα χατίρια· και γιατί όχι; Μοιάζαμε υπέροχοι στους τότε καθρέφτες μας. Kαι αυτή τόσο άκακη.

Νομίζαμε πως οι μετανάστες ήταν κάτι που απλώς θα εκμεταλλευόμασταν ήπια για τις δουλειές που δεν θέλαμε να κάνουμε, θα έβαφαν, θα έχτιζαν, θα καθάριζαν - δεν θα αναγκαζόμασταν να νιώθουμε άσχημα που πνίγονται στις ακτές μας. Νιώθαμε πως στη χώρα Ελντοράντο όλα ήταν πιθανά, πως ο νόμος ήταν τόσο σύνθετος δικανικά και τόσο ασήμαντος ηθικά, που η τήρησή του θεωρούνταν «φλωριά», μικροαστικό κατάλοιπο, αδυναμία. Ημασταν ανίδεοι.
 
Την προηγούμενη εβδομάδα, μέσα σε όλα όσα συνέβησαν, απέκτησε λίγη ακόμη εφήμερη ιντερνετική ζωή ένα παλιό κείμενο γραμμένο για την επέτειο της 21ης Απριλίου. Ανήκε στον σπάνιο και αδικοχαμένο συγγραφέα, σκηνοθέτη και ραδιοφωνικό παραγωγό, Χρήστο Βακαλόπουλο, που είχε το ταλέντο να κάνει τις λέξεις να πέφτουν σαν σταθερή βροχή, που τα κείμενά του μοιάζουν να διαβάζονται σαν να τα απαγγέλλει ένας ταλαντούχος ρήτορας.

Το κείμενο με τον τίτλο «Η 21η Απριλίου και εμείς» που δημοσιεύτηκε το Πάσχα του 1992 στο περιοδικό «Ιστός», έλεγε μεταξύ άλλων: «Δεν είμαστε πια οι ίδιοι άνθρωποι που μεγαλώσαμε μαζί στο γυμνάσιο στη διάρκεια της δικτατορίας. (...) Μπήκαμε στη δικτατορία μικρά παιδιά που δεν ήξεραν να ερωτεύονται και να ντρέπονται, να ελπίζουν και να χαίρονται, και βγήκαμε από εκεί κάτι κουρασμένα παλικάρια ασχέτως ηλικίας, υποψιασμένοι για τα πάντα, έτοιμοι να αναλύσουν το παραμικρό, ανίκανοι να ψωνισθούμε με κάτι, στρατιώτες ενός μέλλοντος που ερχόταν με σιγουριά αλλά δεν φάνηκε ποτέ, ενός μετά που μας έχει αρπάξει από τον λαιμό και δεν λέει να μας αφήσει ήσυχους ούτε δευτερόλεπτο».
 
Αν αλλάξεις κάποιες μικρές λεπτομέρειες - και σίγουρα όχι το σημείο που περιγράφει τη Μεταπολίτευση σαν μια μεγάλη «παρεξήγηση» -, είναι ανατριχιαστικό πόσο εύστοχο, πόσο καίριο, πόσο επίκαιρο είναι το κείμενο. Οχι για τη χούντα, αυτή όντως τελείωσε το '74, αλλά για την αίσθηση παραίτησης που περιγράφει για τη γενιά του. Πώς να μην είναι επίκαιρο ένα κείμενο που μιλάει για «την Ελλάδα που έπαιρνε την όψη της οδού Αχαρνών», για τους αντιστασιακούς «που ήρθαν αργότερα από το εξωτερικό μ' αυτό το κουρασμένο-ύφος-του-ανθρώπου-που-ένιωσε-τα-πάντα-στο-πετσί-του», για την Ευρώπη που «από αυτό που επιθυμήσαμε - η μυθική ευρωπαϊκή παιδική χαρά - αποδείχθηκε εξίσου ξενέρωτο με τη χουντική αντιαισθητική πραγματικότητα», για «την καχυποψία που έχει εγκατασταθεί παντού».


Επειδή όπως είπαμε η Ιστορία δεν τελειώνει όποτε εμείς θέλουμε, επειδή ετοιμαζόμαστε να συμπληρώσουμε τη δική μας επταετία, επειδή είμαστε ο ορισμός του «κάτι κουρασμένα παλικάρια ασχέτως ηλικίας», αν θέλουμε να πάψουμε να αναλύουμε το παραμικρό, να είμαστε καχύποπτοι, έξαλλοι και εγκλωβισμένοι, υπάρχει μόνον ένας τρόπος να βγούμε διαφορετικοί απ' όλο αυτό. Να καταλάβουμε πως δεν θα γίνουμε ποτέ ίδιοι με τότε - αλλά καλύτεροι, σοφότεροι. Δύσκολο, αλλά γιατί όχι; Δεν έχουν μείνει και πολλά να πιστέψει κανείς.