Βιβλία και άλματα

του Κωστή Α. Μακρή

«Η επίδραση του άλματος στο σώμα
αλλά και η γυμναστική αξία του, γενικότερα, είναι πολλαπλή.
Είναι άσκηση δύναμης, επιδεξιότητας, ευστροφίας,
ελαστικότητας και ταχύτητας.
Ανυψώνει, τέλος, το ηθικό επειδή ο άλτης αυτενεργεί με τόλμη,
θάρρος και γρήγορη εκτίμηση της κατάστασης.»
Γ. ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗΣ,
Λήμμα: άλμα, το, Από την εγκυκλοπαίδεια
ΠΑΠΥΡΟΣ-LAROYSSE-BRITANNICA, Αθήνα 2006

 

Βλέποντας κάτι αγώνες στίβου στην τηλεόραση, πριν από λίγες μέρες, είδα τη χαρά γκρο-πλαν στο πρόσωπο ενός νέου αθλητή μετά από ένα επιτυχημένο άλμα.

Αυτό ήταν. Ζήλεψα τη χαρά του κι έτσι άρχισαν οι αλυσιδωτές σκέψεις και τα ερωτήματα.

Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να αγαπήσει και να ασχοληθεί με το άλμα επί κοντώ και γενικά με τον αθλητισμό και τι αυτό που τον οδηγεί στο βιβλίο και στην απόλαυση της τέχνης του λόγου;

Και γιατί να θεωρούνται, από πολλούς, ξεχωριστά αυτά τα δύο;

Σπόρια μνήμης, αναγνωσμάτων και εμπειριών, ανακατεμένα στον κυκεώνα του κεφαλιού μου, έδωσαν μορφή στη σύνδεση του άλματος επί κοντώ με τα βιβλία.

Ίσως να με κέντρισε η τωρινή μου εγγύτητα με παιδιά προσχολικής ηλικίας, συγγενικά και φίλων, κι άρχισε να βουίζει μέσα μου σαν μέλισσα η ιδέα της ευτυχισμένης σύζευξης της φυσικής-σωματικής δραστηριότητας με την αγάπη για τα βιβλία.

Θεατής ήμουν, στο Στάδιο Καραϊσκάκη σε αγώνες στίβου πριν από πολλά χρόνια και θυμάμαι την έκπληξή μου βλέποντας κάποιους αθλητές να επιχειρούν και να πετυχαίνουν το αδύνατο. Μας είχε πει, στον μεγαλύτερο αδερφό μου και σε εμένα, δυο τρία λόγια ο μπαμπάς γι’ αυτό το «υπερ-άθλημα». Η πρώτη μου επαφή με το άλμα επί κοντώ ήταν μια από τις συναντήσεις μου με το εφικτό του «αδύνατου». Και το ονομάζω «αδύνατον» γιατί έκανα μετά μόνος μου μερικές απόπειρες να πηδήξω πάνω από έναν χαμηλό φράχτη μ’ ένα μακρύ σκουπόξυλο. Χωρίς καθοδήγηση, χωρίς πίστη, χωρίς ενθάρρυνση ―έσωθεν ή έξωθεν― και με μόνο κίνητρο την περιέργεια, φυσικό ήταν να μην καταφέρω το “αδύνατον”.

Και παράτησα το άθλημα πριν το ξεκινήσω.

Οι αποτυχίες μου όμως στο άλμα επί κοντώ αναπληρώνονταν με τις επιτυχίες μου στην ανάγνωση. Εκεί είχα και καθοδήγηση και ενθάρρυνση. Πριν ακόμα πάμε στο σχολείο, μας είχε μάθει η γιαγιά μας να διαβάζουμε και να γράφουμε. Γιαγιά, δασκάλα και φιλόδοξη είναι ένας πολύ επικίνδυνος αλλά και αποτελεσματικός συνδυασμός. Δεν ξέρω αν έκανε καλά αλλά το αποτέλεσμα ήταν να καμαρώνουν οι δικοί μας κι αυτό μου έδινε πίστη στις ικανότητές μου. Κι εγώ να νομίζω ότι κάνω κάτι πολύ πιο σπουδαίο από τα κόλπα που είχα δει να κάνουν κάτι σκυλάκια σ’ ένα Τσίρκο. Μου άρεσε αυτό. Όχι τα σκυλάκια ή η ανάγνωση αλλά η επιδοκιμασία των άλλων. Όταν μάλιστα έκανα φιγούρα με κάτι δύσκολες φράσεις που είχα διαβάσει, έφτανα σε ύψη δόξας δυσθεώρητα. Τύφλα να ‘χει το πιο ψηλό σκαλί του βάθρου σε αγώνισμα στίβου! Λες και άκουγα τα πλήθη να παραληρούν γύρω μου: «Κάτθανε, Διαγόρα! Ουκ εις Όλυμπον αναβήση!». Κι ας μη με λέγανε Διαγόρα.

Δεν θυμάμαι πότε άρχισα να χαίρομαι το διάβασμα για μένα κι όχι για τον θαυμασμό των δικών μου ή την ευμένεια των δασκάλων μου. Κι αυτό δεν συνέβη με τα βιβλία του σχολείου, αν και από την 4η Δημοτικού διάβαζα ολόκληρα τα αναγνωστικά μόλις έπεφταν στα χέρια μου.

Θυμάμαι ότι μου άρεσε πιο πολύ να τρέχω, να σκαρφαλώνω στα δέντρα, να πηδάω πάνω από λάκκους, να κουτρουβαλιάζομαι σε απότομες πλαγιές, να παίζω κυνηγητό και κρυφτό με αγόρια και, κυρίως, με κορίτσια και να πλατσουρίζω ή να κολυμπάω στη θάλασσα.

Σιγά σιγά όμως, άρχισαν τα βιβλία να τρυπώνουν μέσα σ’ αυτές τις δραστηριότητές μου και να τις καθοδηγούν. Δεν θυμάμαι πότε ξεκίνησε η σωματοποίηση των βιβλίων που διάβαζα αλλά από κάποια στιγμή και μετά, έπαιζα κυνηγητό καλπάζοντας με ιππότες παραμυθιών, έχτιζα σπιτάκια από πέτρες, ξύλα και λάσπη σαν το τρίτο γουρουνάκι, σκαρφάλωνα στα δέντρα σαν τον Μόγλη, ξιφομαχούσα εκπαιδευμένος από τους τρεις σωματοφύλακες και κυρίως από τον Ντ’ Αρτανιάν, κρυβόμουνα ή κυνηγούσα κάποιο κορίτσι σαν τον Χάκλμπερι Φιν και τον Τομ Σόγιερ του Μαρκ Τουέιν, πλατσούριζα ή κολυμπούσα όπως τα παιδιά στο ποτάμι, στα Ψηλά Βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου και έκλαιγα μαζί με τον Όλιβερ Τουίστ. Βοηθούσε και το σινεμά αλλά η βασική μου καθοδήγηση ήταν από τα βιβλία, που μου ήταν πιο εύκολο να τα διαβάζω ξανά και ξανά.

Οι αναγνωστικές μου απολαύσεις γινόντουσαν ένα με τις πρακτικές εφαρμογές τους, τις επιδράσεις και τις επαληθεύσεις τους στο σώμα μου. Κορφολογούσα σελίδες, φράσεις και εικόνες και τις έκανα αφέψημα δράσης. Θυμάμαι ακόμα μερικά βιβλία σαν οδηγίες χρήσης της ζωής μου και του σώματός μου. Με καθοδηγούσαν και με εφοδίαζαν με πληροφορίες καθημερινής επιβίωσης. Μου έδιναν συμβουλές για όλα. Από το πώς να επιχειρήσω ένα τολμηρό και ίσως επικίνδυνο σκαρφάλωμα σ’ ένα ψηλό δέντρο μέχρι το πώς δεν θα γίνω ρεζίλι πλευρίζοντας μια συμμαθήτριά μου που μου άρεσε.

Θυμάμαι όμως μια φράση και μια εικόνα που δεν μπόρεσα να μιμηθώ ή να μεταφέρω σε παιχνίδι. Ήταν η εικόνα από ένα παλιό βιβλίο και η λεζάντα έγραφε: «Φρικώδες ψύχος παγώνει τα μέλη των».

Μια κακοτυπωμένη γκραβούρα, σε μια παλιά έκδοση του “Από τη Γη στη Σελήνη” του Ιουλίου Βερν. Ήταν οι ταξιδιώτες μέσα στην οβίδα που θα τους πήγαινε στη Σελήνη, εκείνοι που «τα μέλη των τα πάγωνε φρικώδες ψύχος».
Η σχεδόν ακατάληπτη και, ίσως γι’ αυτό, γοητευτική φράση που δεν είχε καμιά προφανή χρηστική αξία, μαζί με την εξίσου δυσανάγνωστη, αλλά και πάλι ίσως γι’ αυτό ελκυστική, εικόνα, είναι από τα πράγματα που σήμερα ορίζω σαν μια από τις πρώτες μου “καθαρές” ―μη σωματοποιημένες― αναγνωστικές απολαύσεις.

Θα νομίσει κανείς, με βάση τα πιο πάνω, ότι περιγράφω ένα βιβλίο που έχω διαβάσει. Λάθος. Ποτέ μου δεν έπιασα με τα χέρια μου ούτε είδα, ούτε μύρισα, ούτε διάβασα εκείνο το βιβλίο γιατί δεν υπήρχε πια. Μόνο μέσα στη μνήμη της μαμάς μου και στις περιγραφές της, ζούσε το χαμένο βιβλίο.

Άρα, αυτό που τώρα ορίζω σαν “αναγνωστική απόλαυση” δεν ήταν «αναγνωστική» αλλά σκέτη απόλαυση. Προφορική, φανταστική και… Θα έλεγα δανεική, αλλά πιο πολύ χαρισμένη ήταν η απόλαυση εκείνη.

«Φρικώ-δεσψύ-χοσπαγώ-νειταμέλητων» επαναλάμβανα μόνος μου και φωναχτά την άγνωστη φράση-λέξη, για να την ακούω σαν τραγούδι ή ποίημα, λες και η επανάληψη και το άκουσμά της από τη φωνή μου θα την έκανε πιο κατανοητή. Και χωρίς να έχω την εικόνα, προσπαθούσα να την αναπλάσω από μια ανάλογη στο δικό μας βιβλίο, μια πιο σύγχρονη έκδοση του “Από τη Γη στη Σελήνη”. Σαν καφεμάντης που αναζητάει στον ντελβέ του φλιτζανιού χρησμούς και προβλέψεις για το μέλλον μέσα από το παρόν και το παρελθόν των άλλων. Έκανα δική μου την παιδική αναγνωστική μνήμη της μαμάς μου κι αυτό μου προκαλούσε μια συγκίνηση μεγαλύτερη ―τότε― κι από την ίδια την ανάγνωση.

Ήταν μια διαδικασία που με μυούσε στη γλώσσα του σπιτιού μας, του ραδιοφώνου, των βιβλίων και στη γλώσσα των παιδικών χρόνων της μαμάς μου. Κάτι μαγικό συνέβαινε που με έσπρωχνε ταυτόχρονα και στον κόσμο των δικών μου αναγνωσμάτων. Τότε ―το υποπτεύομαι τώρα αυτό― άρχισα να αρπάζω, να δανείζομαι και να κλέβω ξένες λέξεις και εικόνες και να τις φορτώνω στον δικό μου σκληρό δίσκο θησαυρίζοντας τις δικές μου μελλοντικές μνήμες. Ήταν μια ―ασυνείδητη τότε― άσκηση «δύναμης, επιδεξιότητας, ευστροφίας, ελαστικότητας και ταχύτητας» χωρίς χειροπιαστό αντίκρισμα σε κάποια σωματική μου δραστηριότητα.

Το άλμα από τη Γη στη Σελήνη εκείνων των ανθρώπων, των εγκλωβισμένων μέσα σε μια οβίδα-όχημα, είχε γίνει το δικό μου άλμα προς τα βιβλία και τη χαρά της ανάγνωσης χωρίς όμως να με ξεκόψει από τις χαρές της σωματικής δραστηριότητας.

Και ξανά αναρωτιέμαι: τι είναι αυτό που σπρώχνει έναν άνθρωπο στο άλμα επί κοντώ και γενικά με τον αθλητισμό και τι αυτό που τον στρέφει στα βιβλία και στις τέχνες του λόγου;

Και γιατί σήμερα θεωρούνται, από τους πιο πολλούς, ξεχωριστά αυτά τα δύο;

Τι είναι αυτό που σε παλιότερες κοινωνίες έκανε τους ανθρώπους, όχι μόνο να μη βλέπουν ως ανταγωνιστικές τις τέχνες του σώματος, της σκέψης και του λόγου αλλά να θεωρούν τη συνύπαρξή τους ιδιότητα και γνώρισμα ενός ολοκληρωμένου και πολιτισμένου ανθρώπου;

Τι συνέβη στον πολιτισμό μας και “λαπάδιασε” η εικόνα των “διανοουμένων” ― ή ”κουλτουριάρηδων”, όπως αποκαλούνται στην καθημερινή και αγοραία γλώσσα; Τι έγινε και θεωρείται από τα πλήθη τόσο άπρακτα αιθεροβάμων η συμμετοχή τους στα κοινά και τόσο απόμακρη η σκέψη τους και η πράξη τους σε σχέση με ένα χαρούμενο και πρακτικά κοινωφελές ίδρωμα όπως για την κατασκευή ενός επίπλου, μιας βάρκας ή ενός σπιτιού; Γιατί μιλάνε με τόση εμπάθεια για την ευθύνη των “πνευματικών ανθρώπων” οι άνθρωποι που νομίζουν ότι δεν πειράζει να είναι ανεύθυνοι και “μη πνευματικοί” οι ίδιοι; Και δεν μιλάω μόνο για το σήμερα, καθώς υπάρχει ο Γαργαντούας του Ραμπελέ που δεν αντιμετώπιζε και με τη μεγαλύτερη ευγένεια τους “λόγιους” και “διανοούμενους” της εποχής του· αλλά για άλλους λόγους κι όχι επειδή υποτιμούσε τη χρηστική, ρωμαλέα και φυσική σκέψη.

Και το ερώτημα γίνεται πιο πρακτικό: Πώς μπορεί να προετοιμαστεί ένα παιδί για ένα πετυχημένο άλμα προς το βιβλίο, που να συνδέει με αγάπη και το “άλμα” και το “βιβλίο”; Και ποιο μπορεί να είναι το “κοντάρι” για ένα τόσο ψηλό άλμα;

Πιστεύω ότι οι μεγάλες και συνειδητές χαρές μπορούν να έρθουν αν καταφέρει κάποιος να εθιστεί, μέσα στα πρώτα πέντε ως εφτά χρόνια της ζωής του, στην πράξη της σκέψης και στη σκέψη της πράξης του. Και μέχρι τώρα, δεν έχω βρει καλύτερον τρόπο γι’ αυτό από ένα χαρούμενο, σωματικά δραστήριο παιχνίδι με πλούσια τη συμμετοχή ―ισόποσα και ισότιμα― της αγάπης, της παραδειγματικής πράξης και του λόγου. Κι αυτό μπορεί να γίνει στα πρώτα νηπιακά και παιδικά χρόνια. Θυμάμαι την κουβέντα της γιαγιάς μου για κάποιους ανθρώπους, που η ίδια αποκαλούσε “άξεστους”:
«Τους λείπουν τα πέντε χρόνια», έλεγε.
 

Δεν ξέρω τι γίνεται όταν σου λείπουν τα πέντε πρώτα χρόνια και πώς γίνεται ―αν γίνεται…― να αναπληρωθούν. Στο ψάξιμο βρίσκομαι, αλλά έχω την υποψία ότι η άφθονη αγάπη, η δημιουργική ενθάρρυνση και η καθοδήγηση στο ξεδίπλωμα όλων των σωματικών δυνατοτήτων των παιδιών του πλανήτη στα πρώτα τους πέντε χρόνια, μπορεί ―ίσως― να σημάνει την αρχή του τέλους της απανθρωπιάς του γερασμένου κι άγριου πολιτισμού μας και την ανάδυση ενός νέου, πιο ελεύθερου και πιο ισορροπημένου οικουμενικού πολιτισμού.
 

Ζώντας κάποιες ώρες ―όχι πολλές― με μικρά παιδιά, αποφασίζω ότι ίδια είναι η γλώσσα μου είτε μιλάω, τραγουδάω, τσακώνομαι, περπατάω, κολυμπάω, γράφω ή παίζω με παιδιά και ενήλικες. Και με τα παιδιά μιλάω τη γλώσσα που θέλω να μιλάω σε εχέφρονες ανθρώπους. Τους μιλάω στη γλώσσα που θέλω να μου μιλάνε όταν θα μεγαλώσουν. Κι όπου ζοριζόμαστε, όχι επειδή είναι βλάκες αλλά επειδή είναι πολύ καινούρια στον κόσμο, καταφεύγω σε επεξηγηματικές ταυτολογίες, πρόχειρα σκίτσα, θεατρικές μιμήσεις ή μικροπαραμύθια που είναι σχεδόν το ίδιο με τη δουλειά που κάνει ο διερμηνέας από μια γλώσσα σε άλλη. Και είναι αυτή η ίδια γλώσσα που μέσα της και με αυτήν σκέφτομαι ένα καλό ποδήλατο, την όμορφη κούραση του παιχνιδιού, το τρέξιμο παρέα μ’ έναν σκύλο, το χάιδεμα μια γάτας, που σαν παιδί τα λαχταρούσα και τα χόρτασα. Ίδια είναι και η γλώσσα μου, χρηστική ή αφηρημένη, για τις έννοιες της επικοινωνίας, της συντροφιάς, της αλληλοκατανόησης και της ειρηνικής συνεργασίας και αλληλεπίδρασης με τους ανθρώπους και τη φύση, που τώρα είναι τα ζητούμενά μου.

Όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο βεβαιώνομαι ότι όλα τα παιδιά είναι ―με τον τρόπο του το καθένα― και χαρισματικά και έξυπνα. Και είναι ανάγκη να τους το λέμε και να τους το δείχνουμε με πολλούς τρόπους αυτό. Ένα παιδί μπορεί να γίνει χαζό μόνο όταν του λες συνέχεια ότι είναι χαζό, όταν το υποτιμάς, όταν το κακομεταχειρίζεσαι και το φοβίζεις, όταν του φέρεσαι σαν να είναι χαζό και όταν καταφέρεις να το πείσεις ότι είναι χαζό.
 

Ένας από τους πιο ύπουλους τρόπους για να υποτιμήσεις ένα μικρό παιδί ―αυτό είναι και προσωπική μου παιδική μνήμη― είναι να διαλέξεις να του προσφέρεις μια δραστηριότητα, ένα αντικείμενο ή ένα βιβλίο που σου φαίνεται “εύκολο και ταιριαστό για πολύ μικρά παιδάκια”. Κι ας μη σε έχει συγκινήσει και, ακόμα χειρότερα, ας μη σου αρέσει.
Γιατί αν ένα βιβλίο δεν είναι καλό για εμάς, πώς θα είναι καλό για το παιδί μας, το εγγόνι μας ή το παιδί ενός φίλου;
Αν και τα περιπτωσιολογικά παραδείγματα δεν χτίζουν κανόνες και δεν ενισχύουν αποτελεσματικά μια θέση, έχω μια πολύ πρόσφατη εμπειρία σχετικά με το πόσο δεινοί κριτές είναι τα παιδιά.
Η βαρεμάρα που έβλεπα στο πρόσωπο μιας εξάχρονης καθώς παρακολουθούσε μια θεατρική παράσταση «για παιδιά» με κάνει να το αναφέρω. Νομίζαμε με τη γυναίκα μου ότι θα της προσφέραμε κάτι καλό. Δεν είχαμε δει το έργο και αυτό ήταν το λάθος μας. «Σου άρεσε;» τη ρώτησα μετά την παράσταση. Μου χαμογέλασε χλιαρά. «Καλό ήταν…», είπε διστακτικά. Αλλά με μια τόσο απαξιωτική και συγκαταβατική ευγένεια… «Εσένα;» με ρώτησε. Έκανα μια γκριμάτσα επιεικούς δυσαρέσκειας, που κατά τη γνώμη μου αντιπροσώπευε και τη δική της άποψη. Έβαλε τα γέλια και το θέμα έμεινε εκεί. Τα είχαμε πει όλα.
 

Κάθε χάρισμα ή ταλέντο, ποτίζεται, λιπαίνεται και μεγαλώνει με τη χαρά της ίδιας του της επαλήθευσης. Με διαρκή ενθάρρυνση, με επιβράβευση των μικρών ή μεγάλων επιτυχιών και με δημιουργική ανακύκλωση των αποτυχιών.
 

Πάντα με αγάπη και με μέτρο, για να προστατευτεί το παιδί από τα παράσιτα της έπαρσης και της κολακείας ή τις προβολές των οικογενειακών φιλοδοξιών και απωθημένων. Δεν ξέρω καλύτερο μονοπάτι ―ή “κοντάρι”― για την κατάκτηση μιας θέσης ψηλά, με καλή θέα στον κόσμο, από την ασταμάτητη, ειλικρινή κι ακούραστη ενθάρρυνση ενός παιδιού.

Πρέπει να είναι τεράστια και ιδιαίτερα εκρηκτική η αυτοδύναμη γόμωση ενός παιδιού ώστε να το εκτοξεύσει από μόνη της στην αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων του. Δεν είμαι όμως σίγουρος αν έτσι θα αποφύγει το «φρικώδες ψύχος» μιας μοναχικής και επίπονης προσπάθειας που μπορεί να «παγώνει τα μέλη του» και τις πέντε του αισθήσεις, όταν ―και αν― καταφέρει το επιθυμητό άλμα.

Αν όμως έχει εθιστεί και ασκηθεί ένα παιδί από νωρίς και συντροφευμένο στη συνδυαστική χαρά και γοητεία παιχνιδιών, λόγου, τραγουδιών, άλματος, εικόνων, βιβλίων, τρεχάλας, βραδινών παραμυθιών και αφηγήσεων, με καθημερινό διάλογο και λεκτικά παιχνίδια, τότε, αργά ή γρήγορα, θα αναζητήσει από μόνο του την πιο δημιουργική σύνθεση και απόλαυση όλων αυτών. Κι αν όλα αυτά συμβαίνουν σ’ ένα περιβάλλον με ελευθερία, ασφάλεια και σχετική επάρκεια… Τι καλύτερο μπορεί να ευχηθεί κανείς;

Θα μάθει να αναζητεί παντού τον καλό λόγο. Όχι μόνο στο θέατρο, στην επικοινωνία και στο βιβλίο αλλά και στην άσκηση των σωματικών του δραστηριοτήτων, σαν σκέψη και σαν πράξη.

Και δεν είναι μόνο τα παιχνίδια ή τα αθλήματα που θα πλουτίσουν με τον καλό λόγο. Σωματική δραστηριότητα είναι και ο έρωτας που θα τον καλωσορίσουν από νωρίς στην εφηβεία, και τα δύο φύλλα, με καλά εφόδια, επεξεργασμένα και μέσα από τις αναγνωστικές τους περιπέτειες.

Όποτε κοιτάζω την Ακρόπολη, σκέφτομαι ξανά το ίδιο και το ίδιο: οι Αθηναίοι εκείνης της εποχής δεν θα δεχόντουσαν κάτι λιγότερο απ’ αυτό το θαύμα. Κι όταν κοιτάζω μερικά απ’ όσα ασχημίζουν την Αθήνα τώρα, σκέφτομαι πάλι ότι ανεχόμαστε την ασχήμια της επειδή έχουμε εθιστεί σ’ αυτήν.

Είναι αξεχώριστος για μένα ο λόγος από τη σκέψη, την πράξη και την παιδεία, όσο κι αν δεν τα λέμε όλα με λόγια. Είναι τόσο δεμένα λόγος, σκέψη, πράξη, παιδεία και έκφραση, από τη μια μεριά, με τις γεύσεις, τους ήχους και τη μουσική, την κίνηση, τις μυρωδιές, την αφή και τις εικόνες, από την άλλη, που αν δεν τα μπουκώσουμε με αγάπη, χάρη και χαρά όλα αυτά, πώς θα φτάσουν κοντά στα παιδιά και πώς θα τα κερδίσουν; Τόσο, που μετά να μην αρκούνται σε τίποτα λιγότερο από ένα θαύμα.

Η αγάπη προς τα άλματα και το άλμα της αγάπης προς τα βιβλία μπορούν να προικίσουν με πολλές αρετές ένα παιδί. Τόσο πολλές και τόσο σημαντικές, που μπορούν να το οδηγήσουν σε μια ισορροπημένη ενηλικίωση.

Και ίσως ―δεν το αποκλείω― σε πολλές στιγμές, ώρες, μέρες και χρόνια ελευθερίας και ευτυχίας. Κι όχι μόνο ατομικής.

23 Απριλίου 2015

(Αφιερωμένο στις κόρες τού Γ.)