Τι θα πει ο κόσμος

της Αθηνάς Τζολάκη

Την ιστορία της προγιαγιάς μου της Άννας σας την έχω πει ήδη, σκληρή ιστορία. Αυτή την φορά θα σας διηγηθώ τι ακολούθησε. Ο προπάππους λοιπόν αφού έδιωξε τη σύζυγο του από το σπίτι, για κάποια ανυπακοή και με κύριο κριτήριο το τι θα πει ο κόσμος, έβαλε την κόρη του εσωτερική, και κράτησε το γιο του κοντά του. Τα δυο παιδιά έβλεπαν τη μητέρα τους μόνο στις μεγάλες γιορτές. Το 1907 όταν πέθανε η Άννα το κορίτσι ήταν εννέα ετών και ο μικρός επτά. Δύο χρόνια αργότερα, μια μέρα στο σχολείο, το αγόρι καταρρέει με υψηλό πυρετό. Διάγνωση μηνιγγίτιδα, αποτέλεσμα ολική κώφωση.

Περνά αρκετός καιρός με περισσότερες δραματικές περιπέτειες που αφήνουν τον παππού μου ελαφρώς κουτσό, και μετά μπαίνει η Αθηνά, η γιαγιά μου, στην ιστορία, όμορφη, μικρή, γλυκιά, νιόφερτη στη Ζάκυνθο από την Αλεξάνδρεια. Ο γιος ήθελε να την παντρευτεί, οι δικοί της την έδιναν αλλά ο πατέρας του δεν συμφωνούσε. Τι θα πει ο κόσμος, και φτωχή και Αλεξανδρινή; Επέμενε ο γιος, επέμενε στην άρνησή του και ο πατέρας. Ώσπου κατέστρωσε ο προπάππους το εξής παράξενο σχέδιο για να κάνει το χατίρι του γιου του, και να μην πέσει και στα μάτια της κοινωνίας. Μοιάζει με οπερέτα που θα μπορούσε να έχει τίτλο, Τι θα πει ο κόσμος.

Ο σιορ Μίμης λοιπόν, ο προπάππους, βρήκε τον κατάλληλο οικογενειακό φίλο, αυτόν που θα ήταν πιο πειστικός και με κάποια άνεση στις φιλικές συμβουλές και τον έστειλε σε αποστολή. Η αποστολή του ήταν να πεισθεί ο γιος να απαγάγει την καλή του, και μετά να τη φέρει σπίτι, φέρνοντας και τον δήθεν ανίδεο πατέρα του προ τετελεσμένου γεγονότος. Κάπως έτσι φαντάζομαι τον διάλογο μεταξύ του οικογενειακού φίλου και του παππού μου του Στάθη.

– Βρε Στάθη μου, ξέρεις τι σκέφτομαι και θέλω μέρες να στο πω; Για να μην βασανίζεσαι άλλο ίσως να ήταν καλή ιδέα να την κλέψεις την Αθηνά να την φέρεις σπίτι για νύφη και ο πατέρας σου, τι θα κάνει, θα σας δώσει την ευχή του, αφού το ξέρεις κατά βάθος σου έχει αδυναμία.

Ο Στάθης θα κοίταξε τον ομιλητή στο στόμα να διαβάσει τα χείλη του και θα απάντησε κάτι περίπου σαν αυτό.

– Ο Θεός σ’ έστειλε να μου δώσεις κουράγιο γιατί είχα αρχίσει να απελπίζομαι. Έτσι θα κάνω.

Έτσι και έκανε, μόνο που ο προπάππους δεν είχε δώσει τέλος στο σενάριο της οπερέτας του. Έκανε πως τους δέχτηκε αναγκαστικά για τον γάμο και μετά δήθεν προσβεβλημένος τους άφησε σύξυλους, χωρίς πόρους, και έφυγε για την Αθήνα, να ανοίξει μαγαζί εκεί. Να δει και ο κόσμος τι περήφανο άτομο ήταν.

Την ευκαιρία της επανασύνδεσης και επαναπατρισμού πάντως έδωσε μια φωτογραφία που έλαβε δυο περίπου χρόνια μετά ο Μίμης στην Αθήνα. Η φωτογραφία έγραφε στο πίσω μέρος, Παππού θα με βαφτίσουν Δημήτρη.

Κάποιοι λένε, έτσι ήταν τότε. Εσείς τι λέτε; Δικαιολογεί άραγε η εποχή ή τα κοινά ήθη μιας ιστορικής περιόδου τις πράξεις αδιαλλαξίας; Τι ποσοστό απαλλαγής προσφέρει αυτή η δικαιολογία; Άλλες εποχές τότε, λέμε με ευκολία και δίνουμε ελαφρυντικά ή και άφεση στους δεσπότες με τις σκληρές καρδιές. Αφού η εποχή τους προσέφερε ελεύθερο πεδίο δράσης πρέπει άραγε να πούμε και εμείς άφεριμ; Και αν θέλουμε τελοσπάντων να καταλάβουμε, κάπως, και τελικά να συγχωρέσουμε κάποιον, πρέπει να δεχτούμε και την ίδια την πράξη του έστω και αν ήταν για το καθαρό του μέτωπο, για την ισχυρή του θέση του σε μια συντηρητική κοινωνία; Άλλοι θα πουν ναι και άλλοι όχι, εγώ λέω ότι πάντα υπάρχουν τρόποι να λάμψει η αγάπη, αν υπάρχει, όταν υπάρχει. Για να δεχθείς την αναγκαιότητα μιας σκληρής πράξης δεν είσαι σκληρός;

Ο ίδιος ο Σιορ Μίμης πάντως πριν πεθάνει ζήτησε συγχώρεση από όσους ταλαιπώρησε με τον ιδιόρρυθμο, αυταρχικό χαρακτήρα του. Συγχώρεση ζήτησε και από τη μικρή εγγονή του γιατί την έδιωχνε όταν έλεγε ιστορίες στ’ άλλα εγγόνια, τ’ αγόρια. Συγχώρεση ζήτησε και από την Αθηνά που ταλαιπώρησε. Συγχώρεση να πάρει και από μένα, αλλά δεν γίνεται να μην ανιστορήσω τις πράξεις του. Αισθάνομαι σαν κάποιες ψυχές να περιμένουν στην σειρά ν’ ακουστούν. Θέλουν να πουν τα πάθη τους, τις ταλαιπωρίες τους, τις πίκρες τους, να τα μάθει ο κόσμος, να ξελαφρώσει η ψυχή τους και να συγχωρέσουν. Θέλουν να μιλήσουν για τον αυταρχισμό, την αδιαλλαξία, τον εγωισμό, τους κλοιούς. Οι ψυχές περιμένουν. Εγώ είμαι το διάμεσό τους.

Η ιστορία της προγιαγιάς μου της Άννας και της μοναδικής της φωτο αν δεν την έχετε διαβάσει, είναι ΕΔΩ.