Πωλ Κρούγκμαν εν Αθήναις: ένας επίλογος

Του Παύλου Τσίμα

Αν με ρωτούσατε το 2000 αν έπρεπε να μπείτε στο ευρώ θα σας απαντούσα «προς θεού, όχι!». Αν με ρωτούσατε το 2010, αν έπρεπε να δεχθείτε το πρόγραμμα της τρόϊκα ή να επιστρέψετε στην δραχμή, θα σας έλεγα «σκεφθείτε το καλά». Αλλά αν τώρα με ρωτάτε αν αξίζει να δοκιμάσετε την έξοδο από το ευρώ αντί μιας συμφωνίας με τους θεσμούς θα σας έλεγα «μην το σκέφτεστε».

Σε αυτά τα απλά λόγια συνοψιζόταν- νομίζω- το βασικό μήνυμα που έφερε στην Αθήνα ο Πωλ Κρούγκμαν.

Δεν είναι απαραίτητο να συμφωνεί κανείς μαζί του ως προς το τι έπρεπε να κάνει η Ελλάδα το 2000 ή το 2010. Όταν, όμως, κάποιος που δεν συγκαταλέγεται στους φανατικούς υποστηρικτές της ιδέας του ευρώ ή της δικής μας συμμετοχής στο κοινό νόμισμα- κάθε άλλο- λέει ότι, τώρα πια, η συμφωνία είναι σαφώς προτιμότερη από την έξοδο, η γνώμη του αξίζει να προσεχθεί.

Κάθε συμφωνία; Προφανώς όχι. Το κλειδί μιας αποδεκτής συμφωνίας είναι- κατά Κρούγκμαν- ένα και μόνον: χαμηλότεροι στόχοι για πρωτογενές πλεόνασμα, σε μια περιοχή λίγο πάνω από 1%. Και το αντικλείδι είναι η προφανής εκτίμηση πως το οικονομικό κόστος μιας παρατεταμμένης αβεβαιότητας μπορεί να αποδεχθεί μεγαλύτερο από το προσδοκώμενο όφελος μιας τέλειας συμφωνίας.

Οι παρεμβάσεις του Κρούγκμαν στην Αθήνα προκάλεσαν πολλές συζητήσεις, επαίνους και επικρίσεις. Αλλά τι ακριβώς μας είπε;

Είπε, λοιπόν, πρώτο και βασικότερο, ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται (και δεν θα ωφεληθεί κατά κανένα τρόπο, από) άλλη λιτότητα. Προφανέστατα. Με δικούς του υπολογισμούς η Ελλάδα έχει κάνει δημοσιονομική προσαρμογή ύψους 20% του δυνητικού της ΑΕΠ (με αμερικανικά μέτρα θα αντιστοιχούσε σε περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων ύψους 3 τρις δολάρια το χρόνο!) και έχει μειώσει το εργατικό κόστος στον ιδιωτικό τομέα κατά περίπου 25%. Οτιδήποτε πάνω από αυτό θα ήταν παραλογισμός.

Είπε, δεύτερον, ότι το 2010 η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα στον κόσμο για την οποία, η αιτία της κρίσης ήταν όντως δημοσιονομική, η κακή διαχείριση των δημόσιων οικονομικών. Αρα η λιτότητα και η εσωτερική υποτίμηση ήταν αναπόφευκτες. Μπορούσε, απλώς, να διαλέξει αν θα τις κάνει με τον επώδυνο τρόπο της εσωτερικής υποτίμησης κατά 25% σε μια πενταετία ή με τον «μια κι έξω» τρόπο της επιστροφής στην δραχμή και της υποτίμησης κατά 50% μέσα σε μια νύχτα. Εκ των υστέρων τι θα ήταν καλύτερο; τον ρώτησε κάποιος. «Ευτυχώς, δεν θα χρειαστεί ποτέ να το μάθουμε», του απάντησε.

Είπε, τρίτον, ότι το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η ανταγωνιστικότητά της, η οποία δεν αποκαταστάθηκε παρά την εκτεταμένη εσωτερική υποτίμηση- εν μέρει επειδή το πρόγραμμα της τρόϊκα και με μεγάλη ευθύνη του ΔΝΤ έκανε λάθος υποθέσεις και στηριζόταν σε λάθος εκτιμήσεις και προβλέψεις, εν μέρει επειδή η έμφαση δόθηκε υπερβολικά στην λιτότητα.
Και είπε, τέταρτον, ότι, αφού καλώς ή κακώς, η δημοσιονομική προσαρμογή και η εσωτερική υποτίμηση συντελέστηκαν (με υπερβολικό κοινωνικό πόνο και άδικη κατανομή βαρών- προσθέτω εγώ) είναι δίχως νόημα να συζητά κανείς τώρα πια το ενδεχόμενο μιας επιπλέον υποτίμησης μέσω ενός Grexit. Θα ήταν μια μεγάλη οδύνη, ένας εφιάλτης, για ανύπαρκτο όφελος- αφού η ελληνική οικονομία, ούτως ή άλλως, δεν χρειάζεται άλλη λιτότητα, δηλαδή περαιτέρω υποτίμηση.

Όποιος τον άκουγε συστηματικά στις πολλές παρεμβάσεις του επί ελληνικού εδάφους θα έμενε με την εντύπωση πως μια λύση του ελληνικού προβλήματος δεν είναι δύσκολη και δεν απέχουμε πολύ από αυτήν. Αφ ενός, υπάρχει πια σχεδόν καθολική συναίνεση ότι η «λιτότητα» πρέπει να σταματήσει. Αφ ετέρου, υπάρχει μια επίσης σχεδόν καθολική συναίνεση ότι και για την Ελλάδα αλλά και για την Ευρώπη η συμφωνία είναι απείρως προτιμότερη από την ρήξη.

Μα τότε- είχα την ευκαιρία να τον ρωτήσω- τι εμποδίζει μια συμφωνία που θα είναι προς το συμφέρον όλων; Μεταφέρω την απάντησή του, όσο πιστότερα μπορώ.

Υπάρχουν δύο εμπόδια. Το ένα είναι το ιδεολογικό πείσμα μιας μερίδας της γερμανικής κυβέρνησης, άνθρωποι που θεωρούν την οικονομική επιστήμη ως παρακλάδι της ηθικής διδασκαλίας και αντιμετωπίζουν τους «ηθικούς κινδύνους» ως σημαντικότερους των οικονομικών και πολιτικών κινδύνων. Το άλλο, είναι η πλήρης έλλειψη εμπιστοσύνης. Εσείς υποψιάζεστε ότι οι συνομιλητές σας θέλουν το κακό σας, θέλουν να σας καταστρέψουν, να σας τιμωρήσουν, να ανατρέψουν την κυβέρνησή σας- πράγμα που δεν είναι αληθές, τουλάχιστον όχι για όλους. Κι εκείνοι πιστεύουν ότι η νέα σας κυβέρνηση έχει ανομολόγητα ή ακατανόητα σχέδια, δεν επιθυμεί ή δεν μπορεί να υπηρετήσει μια συμφωνία, πράγμα που επίσης δεν είναι αλήθεια. Αυτή η αμοιβαία καχυποψία μπορεί να οδηγήσει σε μια καταστροφή, η οποία δεν υπάρχει κανένας αντικειμενικός λόγος να προκληθεί.