«Ιλαρώς διαπλέομεν ωκεανόν»

του Γιάννη Πάσχου

Το σπίτι σε γενικές γραμμές έχει  μεταμορφωθεί. Στην καπνοδόχο από καιρό είναι φρακαρισμένη μια  θείτσα με μουστάκια και φουστανέλα και με ψεκάζει λες κι είμαι φυτό, καπνογόνα  πέφτουν βροχή στην κρεβατοκάμαρα, «τα περιστέρια φορούν αντιασφυξιογόνες μάσκες», είναι ασαφές προς τα που πέφτει η τουαλέτα, πόσα άτομα μένουμε, αν γνωριζόμαστε, ποιοί πέθαναν, τι πολίτευμα έχουμε, ποιοί  ζούνε και ποιοι κάνουν τους πεθαμένους. Είναι ασαφές (και καθόλου δημιουργικό) αν λειτουργεί το καζανάκι, αν έχουμε ηλεκτρικό ρεύμα, αν το σπίτι έχει  οροφή, αν τα πουλιά γεννούν αυγά ή μόνο  χρωματιστά παπαγαλάκια που λένε συνέχεια τα ίδια και τα ίδια σε διάφορες γλώσσες: την άλλη εβδομάδα, την επόμενη μέρα, στις 10, στις 15, στις 24 του αγνώστου μήνα, γεια σου μαλάκα. Κάθε φορά που μπαίνω στο σπίτι  με περιμένει  μια συμπαθητική  μεγαλοκοπέλα  που ξεπηδάει  από το facebook σαν τσαχπίνικο, χαμογελαστό πόκεμον,  «καλημέρα Γιάννη μου», «καλησπέρα Γιάννη μου», «καληνύχτα Γιάννη μου». Πόζες, πόζες, πόζες, αμέτρητες, χαριτωμένες και φιλήδονες. Like φαντασματάκι. Στους καναπέδες, που άραζα και διάβαζα  κανένα βιβλίο ακούγοντας ραδιόφωνο, τώρα έχουν αράξει ανατριχιασμένα τα τοπικά αποκαΐδια της Ευρώπης και οι σκελετοί της μεταπολίτευσης. Τους ακούω να τρίζουν σα να ετοιμάζονται να ξαναζωντανέψουν. Η τηλεόραση  κλείνει και ανοίγει μόνη της, τα ίδια και το μίξερ και όλες σχεδόν οι ηλεκτρικές συσκευές. Στη βεράντα, κάθε βραδάκι, συνομιλούν υψηλόφωνα  δυο νεόφλωροι της πολιτικής, επαναλαμβάνοντας  ακατάπαυστα λες και είναι μαγνητόφωνα τις μεγαλύτερες βλακείες και υπερβολές που έχουν ειπωθεί κατά την διάρκεια της ημέρας. Από την παλιά, ξύλινη ντουλάπα ακούγονται αστρολογικές προβλέψεις, λατινοαμερικάνικες μουσικές, η τσιριχτή φωνή του Γεωργιάδη, πανζουρλισμός, σεισμός, το σκουπιδιάρικο καίγεται, ένα ασθενοφόρο και δυο τρία αστυνομικά παρκάρουν με δυσκολία στον κοινόχρηστο χώρο. Στο δρόμο παρελαύνει παρασημοφορημένη η αφρόκρεμα της ηλιθιότητας, ξεσηκώνει τον κοσμάκη με τα χάχανα και τα γέλια, χοροπηδά σαν ανέμελο κατσικάκι, χαζοκρύβεται στους υπονόμους και κάθε πρωί γραβατώνεται και αναλαμβάνει  πρωτοβουλίες μεγαλοπρεπούς βραδύνοιας.

Δεν είμαι αιχμάλωτός σας, φωνάζω κι επιτέλους, ξυπνά μέσα μου το ζώο, μα ακόμη κι αυτό είναι  αδύναμο και καταπτοημένο αλλά και πολύ κοινωνικό συνάμα. Κι εκεί που περιμένω να τους φάει κι αυτούς και μένα,  κάθεται  και πίνει φρέντο καπουτσίνο, απλώνει φύλλα για πίτα και τρίβεται χαμογελαστό  πάνω στους  θηριοδαμαστές του.

Ευτυχώς,  όμως, υπάρχουν και τα καλά νέα. Ένας στους τρεις έλληνες και  μια στις τρείς ελληνίδες περίπου, ενδιαφέρονται κυρίως για one  night stand, μικρό ποσοστό σε ένα τέτοιο μπουρδέλο.