Διαπραγματεύσεις

του Άρη Δαβαράκη

Σάββατο σήμερα, μια βδομάδα μετά τον Λάζαρο, αναστημένοι πάλι, με ρούχα καλοκαιρινά κι’ αυτές τις μυρωδιές της άνοιξης να σε τρελαίνουνε. Στην Αθήνα είναι κυρίως οι νεραντζιές, όλες λουλουδιασμένες, φτάνοντας στο σπίτι μου από την Ραφήνα και το ferry μ’ άρπαξαν και με ζάλισαν. Στον Εθνικό μας κήπο άλλες ευωδιές, με τις ανθισμένες νεραντζιές πάντα από δίπλα. Ποιος ευλογημένος το σκέφτηκε και φύτεψε τόσες χιλιάδες νεραντζιές στα πεζοδρόμια αυτής της πόλης; Ποιος έκανε την αρχή; Σκέφτομαι τον Πικιώνη σε μια σύσκεψη, τότε που πλακόστρωνε και το μονοπάτι στου Φιλοπάππου, να λέει «νεραντζιές θα βάλουμε στα πεζοδρόμια, να ευωδιάζουνε την άνοιξη» και να τον κοιτάνε οι υπόλοιποι περίεργα: Νεραντζιές μέσα στην πόλη την μοντέρνα με τις καινούργιες πολυκατοικίες τις εξαώροφες;

Ναι, νεραντζιές λοιπόν – ευτυχώς.  Γιατί κάποιος το σκέφτηκε και έκανε την αρχή στην Κυψέλη, στην Φωκίωνος Νέγρη, στα γύρω στενά, στο πεδίον του Άρεως, στα Εξάρχεια, στου Στρέφη, στο Κολωνάκι. «Όλα τα αρώματα της Αραβίας» μου ψιθύρισε το μυαλό μου. Η φωνή της Κατίνας Παξινού σε κάποιο «Θέατρο της Δευτέρας» του Αχιλλέα Μαμάκη. Σαίξπηρ, αλλά όχι από τα ποιήματα ούτε τα ερωτικά, από την υπνοβασία της λαίδης Μάκβεθ αν δεν με απατά η μνήμη μου, εκεί που λέει πως τίποτα δεν μπορεί να το ξεπλύνει αυτό το αίμα, «πληγή από μικρό-μικρό μαχαίρι», τίποτα – ούτε όλα τ’ αρώματα της Αραβίας. Άσχετο – πως έφυγα έτσι, τόσο μακριά; Η πιο μεθυστική μυρωδιά που έχω αξιωθεί (έξω απ’ τον έρωτα – ή χάρη σ’ αυτόν, μάλλον χάρη στον έρωτα) είναι η μυρωδιά από τα φούλια στην Αίγυπτο, τέτοια εποχή, κάτι λευκά λουλουδάκια σαν γιασεμιά που τα περνάνε σε κλωστές τα παιδιά και τα πουλάνε στους δρόμους δυό γερά, να τα φορέσεις στον λαιμό, να τα χαρίσεις. Αυτή η εκδοχή δεν έχει αίμα – άλλο από αυτό που κυλάει δυνατά στις φλέβες μας και μας οξυγονώνει τον εγκέφαλο.

Και μέσα σε όλα αυτά η αγωνία, το καρδιοχτύπι, θα καταρρεύσουμε, θα καταστραφούμε; Τι είναι αυτοί οι καινούργιοι που δεν φοράν γραβάτες και πηγαινοέρχονται με τα πουκάμισα έξω και «διαπραγματεύονται» τη θέση μας στην Ευρώπη; Αυτή η θέση ήτανε λέει δώρο, χάρη μας κάνανε, βροχή τα στέλνανε τα «πακέτα» με τα λεφτά, βροχή από πάνω μας, από τον ουρανό τα σκόρπιζαν στην επικράτεια. Τι στην ευχή «διαπραγματεύονται»; Το χρέος. Γιατί δεν ήταν θείο δώρο τελικά, ήταν επένδυση – και μάλλον ύποπτη. Μόνο το 9% αυτού του πακτωλού πέρασε στην Ελληνική Οικονομία, το 91% ήταν σου λέει για (ανά;) κεφαλαιοποίηση των μεγάλων συστημικών τραπεζών.  Με λίγα λόγια τη δουλειά τους κάνανε.  Αλλά φτιάχτηκε και μια τάξη νεοελλήνων κεφαλαιούχων που δεν τους λες και αστούς ούτε μικροαστούς, ούτε και μεγαλοαστούς βέβαια. Ένα περίεργο είδος που τώρα σπαρταράει αγριεμένο με τις «καινούργιες συμπεριφορές» - κι’ ας έχει βγάλει όλο το χρήμα «έξω», εκτός Ελλάδος, για ασφάλεια. Τίποτα δεν έχουνε αφήσει εδώ, πέντε-πέντε-δέκα τα φέρνουν τα χιλιάρικα από «έξω» για να βγάλουνε κι’ αυτόν τον μήνα, άντε και τον επόμενο.

Αχ, η ζωή. Γιορτάζει σήμερα που γράφω, βράδυ Παρασκευής ακόμα, της Ζωοδόχου Πηγής. Έχω πάει. Έχω πιεί κι’ απ’ αυτό το αγίασμα, μεγάλη η Χάρη Της. Και όχι μόνο μια φορά. Και δυό και τρείς και πέντε. Κωνσταντινούπολη είναι αυτή, δυό βήματα. Πολλά δεν θέλει ο άνθρωπος – αλλά από την άλλη δεν είναι πάρα πολλά όλα αυτά; Η διακαινήσιμος σχεδόν ολόκληρη στις Κυκλάδες, λιακάδες και Ανάσταση, Πάσχα και κολύμπι σε νερό κρυστάλλινο και η πιο καλή παρέα, φίλοι, παιδιά, γονείς, γιαγιάδες, μια στάση στην Τήνο, μια στάση στην Άνδρο. Αναρωτιέται λογικά κανείς «τα χάσαμε ποτέ αυτά; Μπόρεσε κανείς να μας τα πάρει;».  Τι να τα κάνει αν δεν μιλάει Ελληνικά, την αλφαβήτα αυτή την ταπεινή εννοώ, τους συνειρμούς αυτής της ποίησης που είναι παντού χτισμένη όπως οι ξερολιθιές, πέτρα την πέτρα, συλλαβή την συλλαβή.

Δεν ξέρω. Πως το έλεγε ο αρχαίος μου πρόγονος; Το μόνο που ξέρω είναι πως δεν ξέρω τίποτα. Το είπε και ήπιε το κώνειο ώστε δια του θανάτου να μεταβεί σε μιαν άλλη ζωή, να ανέβει άλλο ένα σκαλοπάτι. Αυτή είναι η Ανάσταση – προ Χριστού ακόμα. Αλλά ο Χριστός ήτανε ακόμα πιο φωτεινός, τον πάτησε τον Άδη, τον επίκρανε.  Και κατελύθη ο θάνατος και έγινε αιώνια ζωή, έτσι που κάθε  άνοιξη να ζωντανεύουν όλα, να ξαναρχίζουνε από την αρχή – και τίποτα να μην υπάρχει «αδιαπραγμάτευτο» για όσους ζούνε αληθινά, μόνο τα θαύματα, όπως οι νεραντζιές στα πεζοδρόμιά μας, οι κολιέδες με τα φούλια, η βουτιά στην Παράγκα.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Σχόλια

  • 1 Ο/Η ΞΕΝΟΦΩΝ ΙΣΑΡΗΣ έγραψε: (πριν 2 έτη)

    Νομιζω οτι όλη η διαπραγμάτευση είναι αν μπορούν να κάτσουν εδω, να το γυρίσουν και παλι το παιχνιδι προς το δικό τους κουμάντο και να συνεχισουν οτι έκαναν παντα, να ξεπουλανε την Ελλάδα και τους Έλληνες στον κάθε σουλτάνο, φράγκο αμερικανο ή ευρωπαιο ή, αυτοί που όντως έχουν βγάλει τα λεφτά τους έξω, πριν καν το Μνημόνιο 1, αφού αυτοί το είχαν στήσει και βέβαια ήξερα πολύ καλά ότι δεν ήταν για "βοήθεια μας" αυτό το πράμα, να πανε κι αυτοί να τα βρούνε τα λεφτά τους εκεί που τα εχουνε. Στην δεύτερη περίπτωση τα παράσιτα θα φύγουν μεν εξοριστοι για πάντα απο την Ελλάδα όμως θα περισώσουν και θα απολαύσουν μεγάλο μερος της μπαζας τους εκει που την εχουνε παει. Το λέω δημοσίως μπας και το δούνε σαν ιοχυρό κίνητρο να το κάνουνε. Διοτι εδω, αν υποθέσουμε ότι δεν έχουμε προδωθεί και πάλι θα βρεθούν ξαφνικά στη φυλακή, δεν θα τους δώσει φυσικα κανείς καμία προειδοποιηση. Κατα τη γνωμη μου καλυτερα ειναι να φύγουνε τώρα...

loading..