19 Απριλίου 1824: Ο Θάνατος του Βύρωνα και το τελευταίο ποίημα

της Δάφνης Χρονοπούλου

Στις 19 Απριλίου του 1824, (έπεφτε Δευτέρα του Πάσχα), πέθανε στο Μεσολόγγι ο Λόρδος Βύρων, γνωστός έως τότε για την έκλυτη ζωή και το σπουδαίο και διασκεδαστικό 'Δον Ζουάν' του και από τότε και για την ένθερμη και γενναιόδωρή του υποστήριξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Από όταν πάτησε το πόδι του σε ελληνόφωνο έδαφος, στο Ιόνιο, προσπάθησε να δώσει παράδειγμα με τη συμπεριφορά του και 'να αποτινάξει το πνεύμα του δανδή' όπως λέει ο Σερ Λέσλι Στήφεν {στη σχετική πραγματεία της οποίας παραθέτω link}.

Μαζί με τους 50-60 στρατιώτες που συντηρούσε και το χρήμα που έφερε, επιδόθηκε και στη φιλανθρωπία προς τα θύματα πολέμου, ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Για παράδειγμα εκτός του κωμικού του φλερτ Λουκά Χαλανδρουτσιάνου τον οποίο συντηρούσε (κι εμμέσως τα ναζάκια του αναφέρει στο κάτωθι ποίημα) ανέλαβε τη φροντίδα και μιάς ορφανής Τουρκοπούλας, της Χατώς ή Χατιζέ, θύματος της σφαγής της Τριπολιτσάς.

Δυστυχώς τα στρατιωτικά ιδεώδη που έτρεφε από παιδί ξύπνησαν μέσα του έναν οίστρο να σκληραγωγηθεί και στις 9 Απριλίου βγήκε με βροχή γιά την καθημερινή του ιππασία, αρρώστησε με πυρετό και μετά από παραλήρημα και διάφορα γιατροσόφια ('Οι γιατροί μου με δολοφόνησαν' είπε στον αγαπημένο του υπηρέτη) πέθανε δέκα ημέρες μετά, μάλλον από ελονοσία.

Η συμμετοχή του στην Ελληνική Επανάσταση, ως διάσημου ρομαντικού ποιητή αλλά και εκπροσώπου των Άγγλων φιλελλήνων, προσέδωσε κύρος στον αγώνα κι ενέπνευσε ενθουσιασμό στην Ευρώπη.

Το ποίημα που αναρτώ (από το βιβλίο μου 'Ονειρο μέσα σε Όνειρο') θεωρείται το τελευταίο του επισήμως. Διότι έχει βρεθεί και ένα μεταγενέστερο και πολύ προσωπικό το οποίο πρόσφατα βγήκε στην επιφάνεια.

Το επίσημο που αναρτώ γράφτηκε το πρωί των γενεθλίων του στις 22 Ιανουαρίου 1824, λίγους μήνες πριν το θάνατό του. Ειλικρινής όπως πάντα δεν κρύβει τις προσωπικές του θλίψεις και πίκρες, το ματαιόδοξο φόβο του γήρατος ούτε τη γελοία ερωτική απογοήτευση που τον βασανίζουν παράλληλα με τις σοβαρότερες έγνοιες γιά τον τόπο από τον οποίο δεν προσδοκά παρά 'εναν τάφο στρατιώτη' αφού αφήσει 'την ύστατη πνοή'. Ο οποίος τάφος, όπως γίνεται, δεν του δόθηκε. Μα αυτό όπως κι άλλες ειρωνείες της τύχης είναι μιά άλλη ιστορία, γιά άλλο Post.


Με μιά από τις φορεσιές που έφτιαξε στο πρώτο ταξίδι του

ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ
(1788-1824)


ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΩ ΤΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ ΕΤΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

Μεσολόγγι, 22 Ιανουαρίου 1824

 

Ι

Τούτη η καρδιά να πάψει να χτυπά,
Αφού έπαψαν αυτές που είχε, είναι ώρα·
Μα κι αν αγαπημένος δεν μπορώ να είμαι πιά,
Μπορώ ακόμα ν’ αγαπώ και τώρα.

ΙΙ

Οι μέρες μου κιτρινισμένα φύλλα.
Τα άνθη κι οι καρποί τού έρωτα είναι πιά χαμένα·
Η θλίψη, τα έλκη κι η σαπίλα
Απόμειναν για μένα.

ΙΙΙ

Η αρπακτική φωτιά που καίει εντός μου
Σαν ηφαιστειακό νησί είναι ερημική·
Ποτέ πυρσός δεν θα ανάψει από το φως μου,
Αποτεφρωτική πυρά είναι, νεκρική.

IV

Το φόβο, τη ζηλότυπη φροντίδα,
Του έρωτα τη δύναμη…Ποτέ μου δεν θα ξαναμοιραστώ
Τον εξυψωτικό τον πόνο, την ελπίδα…
Μόνο την αλυσίδα θα φορώ.

V

Μα όχι έτσι ― κι όχι εδώ·
Δεν πρέπει την ψυχή μου τέτοιες σκέψεις να την κάνουνε κομμάτια,
Όχι τώρα που η δόξα στέφει το κρεββάτι το στερνό
Και κλείνει του ήρωα τα μάτια.

VI

Βλέπω τη δόξα, τη σημαία, το σπαθί,
Την Ελλάδα, της μάχης τα πεδία!
Πεσμένος πάνω στην ασπίδα πιο πολλή
Ο Σπαρτιάτης δεν είχε ελευθερία.

VII

Ξύπνα ! (Όχι η Ελλάδα – εκείνη ξύπνια είναι)
Ξύπνα πνεύμα μου! Και την αιτία σκέψου
Που πήρε το αίμα σου το δρόμο που οδηγεί στη λίμνη των πατέρων, κρίνε·
Και πίσω, προς το σπίτι στρέψου !

ΙΙΧ

Ξεπέρνα τα τονωτικά ετούτα πάθη τα παράφορα,
Ήρθε η ανάξια ηλικία, είσαι μεγάλος·
Κατσούφιασμα, χαμόγελο θα ‘πρεπε να ‘ναι αδιάφορα
Για σένα όταν έρχονται από το κάλλος.

ΙΧ

Αν νοσταλγείς τα νιάτα σου γιατί να ζήσεις;
Του τιμημένου του θανάτου η γη
Εδώ είναι ― προχώρα στο πεδίο για ν’ αφήσεις
Την ύστατη πνοή.

Χ

Ψάξε ― λίγοι τον αναζήτησαν, πολλοί τον έχουν βρει ―
Έναν τάφο στρατιώτη, είν’ το καλύτερο για σένα· ετοιμάσου,
Κοίταξε γύρω, τον τόπο τον δικό σου διάλεξε με προσοχή
Και ύστερα, για πάντα ξεκουράσου.