Φανί Αρντάν: «Εχω ανάγκη να αγαπήσω και όχι να αγαπηθώ»

Της Γιούλης Επτακοίλη

«Έχετε στη διάθεσή σας είκοσι λεπτά. Μετά, η Φανί έχει άλλη μία συνέντευξη και στη συνέχεια θα επισκεφθούμε το Μουσείο της Ακρόπολης. Οπότε, σας παρακαλώ να μην ξεπεράσουμε τον προγραμματισμένο χρόνο».

Ο ατζέντης της ήταν πολύ σοβαρός, πιστός στον ρόλο του «θηριοδαμαστή» των δημοσιογράφων. Με αποχαιρέτησε με μια θερμή χειραψία και έμεινα μόνη μου στη μικρή σουίτα της «Μεγάλης Βρετανίας» να σκέφτομαι αν έπρεπε ή όχι να τραβήξω τις βαριές κουρτίνες για να φωτιστεί λίγο το δωμάτιο.

Προτού προλάβω να αποφασίσω, άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα η -66χρονη- Φανί Αρντάν. Μου φάνηκε πολύ ψηλή και, ρίχνοντας μια γρήγορη κλεφτή ματιά στις κομψές μαύρες γόβες της, είδα ότι δεν οφειλόταν σε πολύ ψηλά τακούνια.

Τα μαλλιά της ήταν ολόισια, διαφορετικά από το προηγούμενο βράδυ -όταν ανέβηκε στη σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών για να παραλάβει το τιμητικό βραβείο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου- και έδειχνε εξαιρετικά κομψή με την τύπου balloon ασπρόμαυρη ριγέ φούστα της και το μαύρο μεταξωτό, ελαφρώς διαφανές πουκάμισο.

Κάθισε στον καναπέ απέναντί μου και με ένα ζεστό χαμόγελο έδωσε το «σύνθημα» για την έναρξη της συνέντευξης.

– Είστε χαρούμενη που θα επισκεφθείτε το Μουσείο της Ακρόπολης;

– Δεν θα έλεγα ότι μου αρέσουν ιδιαίτερα τα μουσεία. Η ιδέα τού να μπω στη σειρά για να βγάλω εισιτήριο και να ακούω κάποιον να μου λέει «προχωρήστε παρακαλώ». Ζούμε στον αιώνα της χαμένης ομορφιάς. Δεν είμαστε ικανοί να παράγουμε ομορφιά και την αναζητάμε στο παρελθόν. Για να είμαι ειλικρινής, προτιμώ να συναντώ την ομορφιά τυχαία, στον δρόμο. Όποτε έχω την ευκαιρία...

– Ένας πολύ καλός φίλος, μιλώντας για σας, σχολίασε ότι είστε η ιδανική γυναίκα. Νιώθετε έτσι;

– Είναι τρελό. Δεν νιώθω καθόλου ιδανική γυναίκα και δεν έχω και πολύ καλή ιδέα για τον εαυτό μου. Όταν μου κάνουν κομπλιμέντα θέλω να κοιτάξω πίσω να δω αν μιλάνε σε κάποιον άλλο.

– Δηλαδή όλα αυτά τα χρόνια της μεγάλης καριέρας, η διασημότητα σας είναι βάρος;

– Όχι, δεν την αισθάνομαι βάρος. Μου αρέσει η δουλειά μου, λατρεύω το σινεμά, το θέατρο, το να είμαι ηθοποιός. Και αγαπώ τους ανθρώπους. Εντάξει, καμιά φορά τους μισώ κιόλας.

Φανατισμός

– Πότε τους μισείτε;

– Όταν φανατίζονται. Δεν αγαπώ τα πολιτικά κόμματα, δεν αγαπώ τις ομάδες, την πολιτική ορθότητα, τον φασισμό, τον κομμουνισμό. Αγαπώ τους ανθρώπους, τον καθένα ξεχωριστά. Μερικές φορές το να μιλάς και να γελάς, το να φοβάσαι μαζί με τους άλλους είναι όμορφο. Είναι σαν ένα κύμα. Αλλά γενικά αγαπώ τις δυαδικές σχέσεις. Γιατί οι άνθρωποι όταν είναι σε γκρουπ παύουν να είναι άτομα.

– Ήρθατε στην Αθήνα για να παραλάβετε το ειδικό τιμητικό βραβείο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Πόσο καλά γνωρίζετε το σύγχρονο ελληνικό σινεμά;

– Θα ήταν ψέματα να πω ότι το γνωρίζω πολύ καλά. Μου άρεσε πολύ η «Ξενία» του Πάνου Κούτρα όπως και η «Στρέλλα», του ίδιου νομίζω σκηνοθέτη. Συμβαίνει από καιρό σε καιρό να δω κάποια ελληνική ταινία αλλά δεν μπορώ να πω ότι έχω ολοκληρωμένη εικόνα. Στην τελετή, όμως, πέρασα πολύ καλά. Βρέθηκα με όμορφους ανθρώπους οι οποίοι αγαπούν το σινεμά και κάνουν τη δουλειά τους με πάθος είτε είναι σκηνοθέτες είτε φωτιστές και ηχολήπτες.

– Είναι «ήρωες». Δεν είναι εύκολο να κάνεις κινηματογράφο σε καιρό μεγάλης οικονομικής κρίσης.

– Όταν δεν έχεις τίποτα να χάσεις, είσαι πιο δημιουργικός. Κάνεις τέχνη με όλο σου το μυαλό, με όλη σου την ψυχή, με όλη σου την ενέργεια. Και μιλάς γι’ αυτό που πραγματικά σε απασχολεί. Μπαίνεις στην ουσία των πραγμάτων. Δεν θέλεις να κάνεις απλώς άλλη μια ταινία. Και σε καιρούς κρίσης το κοινό διψάει για τέχνη. Για θέατρο, για μουσική, για κινηματογράφο. Γι’ αυτό πιστεύω ότι εσείς οι Έλληνες τώρα μπορείτε να κάνετε τη φωνή σας να ακουστεί δυνατά, χωρίς να φοβάστε. Είστε γρήγοροι και έξυπνοι. Και όλος ο κόσμος αυτή τη στιγμή έχει το βλέμμα του πάνω σας. Είναι η ευκαιρία σας...

– Βρεθήκατε ποτέ σ’ αυτήν τη θέση; Να μην έχετε τίποτα να χάσετε;

– Ναι... Έχω βρεθεί. Κοίταζα τα άδεια μου χέρια. Σταμάτησα να ζω. Αλλά όταν βρήκα το κουράγιο να συνεχίσω, ένιωθα ελεύθερη. Δεν φοβόμουν τίποτα πια. Ένιωθα δυνατή και ελεύθερη.

– Έχετε πίσω σας μια πολύ μεγάλη καριέρα, σημαντικές ταινίες, συνεργασίες με σπουδαίους σκηνοθέτες -Τριφό, Ρενέ, Αντονιόνι- και ηθοποιούς. Υπάρχει κάποιο κοινό στοιχείο σε όλη αυτήν την πορεία;

– Όταν διαβάζω ένα σενάριο για να αποφασίσω αν θα δεχτώ τον ρόλο που μου προτείνουν ή όχι, το πιο σημαντικό είναι να μου αρέσει η γυναίκα που θα ερμηνεύσω. Θα μπορούσα να υποδυθώ μια δολοφόνο. Θα μπορούσα να την αγαπήσω πολύ. Αλλά αν η γυναίκα που θα κληθώ να παίξω είναι σνομπ, είναι στενόμυαλη ή κομφορμίστρια, θα αρνηθώ. Η ζωή είναι πολύ σύντομη και αν πρέπει να γίνω κάποια άλλη, πρέπει να την αγαπήσω, γιατί για δύο ή τρεις μήνες θα είμαι αυτή η γυναίκα. Έχω ανάγκη να αγαπήσω, δεν έχω ανάγκη να αγαπηθώ.

Θα ήθελα να είχα ένα κομμωτήριο

– Η νέα σας ταινία «Obsessive Rhythms» (η δεύτερη μεγάλου μήκους όπου η ίδια υπογράφει το σενάριο και τη σκηνοθεσία) μιλάει για το τίμημα του έρωτα, για τις επιλογές που κάνουμε στη ζωή μας. Εσείς, ποιες θυσίες θα κάνατε;

– Εξαρτάται... Θυσία από θυσία διαφέρει. Θα θυσίαζα τα πάντα για το παιδί μου ή για τον άνδρα μου αν υπήρχαν πολύ σοβαροί λόγοι, ασθένειας λ.χ. Αλλά δεν θα μπορούσα να αγαπήσω έναν άνδρα -άρα και να κάνω θυσίες- που δεν θα ήθελε να γίνω μητέρα. Αυτό για μένα θα ήταν το τέλος της αγάπης, απόδειξη ότι αυτός ο άνθρωπος δεν με αγαπάει. Η αγάπη δεν πρέπει να σε κλείνει σε ένα κουτί, πρέπει να είναι γενναιόδωρη. Και να σε κάνει να νιώθεις ο βασιλιάς ή η βασίλισσα του κόσμου.

– Νιώθετε καλά πίσω από τις κάμερες;

– Πολύ καλά, απλώς το περίεργο είναι ότι μερικές φορές θέλω να πεταχτώ από την καρέκλα μου και να πάρω μέρος στο γύρισμα! Γενικά, πάντως, δεν μιλάω πολύ κατά τη διάρκεια του γυρίσματος. Μιλάω μόνο αν κάποιος ηθοποιός με ρωτήσει κάτι ή ζητήσει τη βοήθειά μου για κάποια σκηνή.

– Έχετε σκεφτεί ποτέ τι θα κάνατε αν τα πράγματα δεν πήγαιναν τόσο καλά;

– Θα τα παρατούσα. Θα ήταν μεγάλος ο πόνος να μείνω στον κινηματογράφο χωρίς να μπορώ να κάνω τα πράγματα που θέλω. Θα έφευγα μακριά, πολύ μακριά. Πολλές φορές έχω σκεφτεί ότι θα ήθελα να έχω ένα κομμωτήριο. Ένα μικρό συνοικιακό κομμωτήριο με πελάτισσες απλές γυναίκες.