Ο Άγγελός μου

Της Μάρθας Αυγήτα

— Είστε καλά; Συγγνώμη που ρωτάω αλλά είστε πολύ χλωμή.

Ένας μεγάλος άντρας, γύρω στα 60, με ατσούμπαλο σουλούπι.

— Μίλησέ μου κοπέλα μου, είσαι καλά; Εδώ, εδώ κοίταξέ με λίγο.

Έσκυψε με επιμονή, μπροστά της.

— Κοίτα με σε παρακαλώ, εδώ, εγώ σου μιλάω

Της έπιασε το χέρι και της γύρισε λίγο το κεφάλι προς το μέρος του

— Μα είσαι παγωμένη κορίτσι μου. Κοίτα με λίγο, πως σε λένε;

— Μαρία

— Μπράβο Μαρία, μπράβο κορίτσι μου.

Έβαλε το ένα χέρι του στην πλάτη της απαλά και το κούναγε ανεπαίσθητα πέρα-δώθε

— Μη φοβάσαι Μαρία, όλα θα πάνε καλά. Εδώ είμαι τώρα.

— Ναι

— Ο Γιώργος είμαι, όλα θα πάνε καλά. Πιες λίγο νεράκι

Της έδωσε το ποτήρι στα χείλια σαν μωρό. Έβαλε το χέρι κάτω από το πηγούνι της και της έδωσε μια γουλιά.

— Το παιδί ; που είναι το παιδί;

— Θα το βρούμε κοπέλα μου, εδώ είναι κλειστός ο χώρος μην φοβάσαι.

— Το παιδί;

— Πως το λένε Μαρία; Θα πάω εγώ να στο φέρω.

— Όχι εσύ, ποιος είσαι εσύ;

Τον κοίταξε πρώτη φορά στα μάτια με τρόμο. Ένας άγνωστος. Ποιος ήταν και πως είπε ότι τον λένε;

— Δεν θα πας για το παιδί. Εγώ θα πάω.

— Ναι κοπέλα μου θα πας, κάτσε λίγο όμως, κάτσε να συνέρθεις

— Το παιδί; Πήγε τουαλέτα μου είπε.

Κάνει να σηκωθεί και να τον σπρώξει (ποιος είναι αυτός;). Ξανακάθεται. Για κάποιο λόγο τα πόδια δεν στηρίζουν. Τα χέρια δεν σφίγγουν την καρέκλα να δώσουν ώθηση. Τα μάτια δεν εστιάζουν πουθενά.

— Το παιδί, σε παρακαλώ

— Πως το λένε κορίτσι μου, να πάμε μαζί να το βρούμε

— Ανδρέα. Ναι μαζί, ποιος είσαι;

Κάνει πάλι μια προσπάθεια να σηκωθεί. Τώρα την κρατάει κι ο Γιώργος. Την στηρίζει με το χέρι του κάτω απ’ το ένα μπράτσο. Σηκώνεται. Στέκεται και κοιτάει σαν να ψάχνει αλλά στην πραγματικότητα δεν βλέπει στα 3 μέτρα.

— Μη βιάζεσαι, μαζί θα πάμε. Να πάρω και την τσάντα σου

— Όχι την τσάντα μου, εγώ θα την πάρω

Αρπάζει την τσάντα απ’ τα χέρια του (ποιος είναι αυτός;) και την κρατάει σφιχτά σαν να πρόκειται να πετάξει.

— Εσύ την τσάντα κορίτσι μου, μη φοβάσαι. Κράτα με και μην φοβάσαι, όλα θα πάνε καλά

Κάνανε τρία βήματα μαζί. Ο Γιώργος σταθερά και αργά και η Μαρία δίπλα. Όσο την πήγαινε, προχωρούσε. Συνέχισε να την ρωτάει διάφορα, τι φορούσε ο Ανδρέας, πόσο χρονώ ήταν, γλυκά και ήρεμα. Η Μαρία συνερχόταν λεπτό το λεπτό, βήμα το βήμα. Θυμήθηκε την γκρι φόρμα του παιδιού με τον Σιλβέστρο στο στήθος, τα μακριά του μαλλιά, τα κόκκινα παπούτσια. Ένα-ένα τα θυμόταν και τα έλεγε στο Γιώργο.

— Έτσι μπράβο κορίτσι μου. Βήμα-βήμα, εδώ είμαι εγώ.

— Μήπως μπήκε εκεί με τα μπαλάκια, του αρέσουν τα μπαλάκια

— Να πάμε εκεί, να τώρα βρήκες και λίγο το χρώμα σου, να πάμε να δούμε.

Δεν την άφησε καθόλου απ’ το μπράτσο. Φτάσανε στον περιφραγμένο χώρο με τα μπαλάκια και την στήριξε στο κάγκελο. Βεβαιώθηκε ότι στέκεται καλά και έπιασε την κοπέλα, που ήταν εκεί με τα παιδιά, να ρωτήσει για τον Ανδρέα. Ναι μέσα ήταν. Νάτος!

— Ανδρέα! Ανδρέα!

— Περίμενε κούκλα μου, θα έρθει εδώ το παιδί

... ... ...

Σήμερα έβρεχε πάλι. Κωλόκαιρος μεγαλοβδομαδιάτικα. Και έπρεπε να κάνει και δουλειές το απόγευμα. Ψώνια, υποχρεώσεις, χαζομάρες. Τελειώνοντας από την δουλειά της φυσικά, γιατί νωρίτερα που να ξεμυτίσει;

Πήγε να πάρει και το μικρό. Είχαν λίγο χρόνο τον τελευταίο καιρό αλλά, ακόμα και τα ψώνια μαζί, χρόνος ήταν. Τον έβαλε στο αμάξι, μιλήσανε λιγάκι να δει και τα δικά του κέφια και τελικά αποφάσισαν να πάνε σε ένα κοντινό εμπορικό κέντρο για να μοιράσουν τη διαφορά. Μισά ψώνια - μισό παιχνίδι.

Φτάσανε σχετικά ήρεμα και άρχισαν να μπαίνουν στα μαγαζιά μαζί. Η Μαρία ένοιωθε στην αρχή λίγο άβολα, με τον κόσμο και τα φώτα και τις φωνές αλλά τα πήγαινε μια χαρά. Ο μικρός γκρίνιαζε αλλά κι αυτός πάλευε με τη βαρεμάρα, ανάμεσα στις μπλούζες ή τις κοριτσίστικες λαμπάδες. Τελειώσανε και κάθισαν στον παιδότοπο. Πήρε λίγα λεφτά ο μικρός και έφυγε για τα παιχνίδια του.

Δεν θυμάται τίποτα άλλο. Μέχρι εκεί. Και μετά, ένας άγνωστος να της κρατάει το μπράτσο και να φωνάζει «Ανδρέα»

... ... ...

— Είσαι καλύτερα; Θες να σου φωνάξω ένα ταξί να σας πάει;

— Όχι, όχι έχω το αυτοκίνητο Γιώργο

— Μήπως να σε πάρει ένα ταξί καλύτερα; Ή να σας πάω εγώ αν θες

— Όχι σ’ ευχαριστώ πολύ

Ήρεμα, τον ευχαρίστησε. Έσφιξε στο ένα χέρι το παιδί και στο άλλο την τσάντα και κατέβηκαν τις κυλιόμενες.

Βήμα – βήμα. Καθώς πλήρωνε το παρκινγκ, σκέφτηκε ακριβώς αυτό: βήμα – βήμα.

«Έχεις μόνο να φτάσεις στο αμάξι». Έφτασε.

«Θα ανέβεις τη ράμπα μέχρι το δρόμο» Βγήκε.

«Θα οδηγήσεις μέχρι το σπίτι»

«Θα ξεκλειδώσεις, θα ανέβεις, θα βάλεις το παιδί για ύπνο»

Άνοιξε το ντουζ να τρέξει και μπήκε από κάτω. Σαν να πλένει κάποιον ξένο, μηχανικά. Επικεντρωμένη στο νερό, όπως την έλουζε από ψηλά και έτρεχε στο πρόσωπο. Και δάκρυα στο πρόσωπο. Και φωνές μετά, πνιχτές φωνές. Και να μην τελειώνει, να μην καθαρίζει, να μην σταματά. Και πόνος και πνίξιμο. Και η φωνή του Γιώργου ξαφνικά και η δική της φωνή μετά :

«Βήμα – βήμα»

Έβαλε μια μεγάλη πετσέτα γύρω της, έπεσε στο κρεβάτι και λίγο αργότερα κοιμήθηκε. Ζεστός, καθαρός ύπνος. Και ανάλαφρος μάλλον. Δεν είχε να ξυπνήσει πρωί την άλλη μέρα. Δεν είχε να πάει πουθενά. Και εκεί, στο διπλό κρεβάτι, μόνη της, ένοιωσε καλά. Εδώ, αυτή τη στιγμή. Και είδε πως αυτό το μπορούσε. Ένα βήμα τη φορά, ένα σκαλί, μια λακκούβα, μια χαρά, μια λύπη. Μια στιγμή. Μέχρι να ξαναβρεί την αναπνοή της. Μέχρι να μην φοβάται τα φώτα, τον κόσμο, τους ήχους, τις φωνές. Ένα βήμα τη φορά. Και κάποια στιγμή θα αράξει. Θα ξεκουραστεί απ’ το πολύ περπάτημα.

Και ίσως και να φτάσει.