Πρώτη άνοιξη αριστερά

του Άρη Δαβαράκη

Σ’ αυτό το νησί που το λατρεύω, την Μύκονο, ήρθα για πρώτη φορά με τους γονείς μου το 1965, όταν ήμουνα 12 χρονών. Από τότε δεν μπορώ ούτε κατά προσέγγιση να μετρήσω πόσες φορές έχω ξανάρθει – γιατί, αργότερα, πιο μεγάλος, είχα εισιτήριο για Παρασκευή με επιστροφή Κυριακή, ούτε θυμάμαι για πόσα καλοκαίρια. Ύστερα, για κάποια χρόνια χαλάστηκα με την πολλή τη σαχλαμάρα και δεν ερχόμουνα. Τα τελευταία χρόνια όμως ξανά, με το που πατάω το πόδι μου στο νησί, κάτι παθαίνω και αλαφραίνω όπως παλιά, ανασαίνω, γίνομαι πολύ ευτυχισμένος με πολύ λίγα πράγματα.

Για το Πάσχα το φετινό δεν σήκωσα (εσωτερική) συζήτηση.  Από τον Φεβρουάριο ακόμα, με φρέσκια-φρέσκια την «πρώτη-φορά-αριστερά» κυβέρνησή μας, μόλις «φόρτωνα» έλεγα θα περάσουν οι μέρες, θα μεγαλώσουνε, θαρθεί Μεγάλη Βδομάδα και –πρώτα ο Θεός –η Ανάσταση θα με βρει στις Κυκλάδες. Πέρασαν πολλά καλοκαίρια και Πάσχα και χειμωνιάτικες ανάπαυλες στην Μύκονο για να συνειδητοποιήσω πως η γιαγιά μου η Ελισάβετ (που παντρεύτηκε τον Σμυρνιό Ζαχαρία) ήταν απ’ αυτό εκεί το νησί απέναντι, την Τήνο. Από δω, από τις Κυκλάδες ξεκινήσανε οικογενειακώς οι Βιδάληδες να μεταναστεύσουν στην Αλεξάνδρεια γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα. Έχω λοιπόν αίμα Κυκλαδίτικο στις φλέβες μου –με δυνατό DNA. Ίσως να παίζει κι’ αυτό κάποιο ρόλο στο πώς «βολεύομαι» τόσο καλά εδώ ώστε να νοιώθω και επαρκώς Κυκλαδίτης, όσο και Επτανήσιος (Κερκυραίος) και Αλεξανδρινός και Σμυρνιός και τελικά Ελλαδίτης.

Γιατί περί αυτού πρόκειται η Ελλάδα. Ένα φως δυνατό που διατρέχει τους αιώνες και τις ψυχές μας – και είναι πιο δυνατό από μας, γενναιόδωρο, άφοβο, σκόρπιο, προκλητικό και με πολλές απαιτήσεις. Δεν εντάσσεται εύκολα σε κανόνες και κουτάκια έτοιμα και από αλλού φερμένα, ούτε κατάφερε ποτέ της, λόγω της πολυπλοκότητάς της πιθανότατα, να φτιάξει ένα πρόσωπο, μια μορφή, ένα καλούπι που να περιλαμβάνει όλες τις εκδοχές της. Γι’ αυτό τα τραβάμε όλα αυτά που τραβάμε μέχρι και σήμερα, στα γεμάτα μέσα στην 2η δεκαετία του 21ου αιώνα, χωρίς να έχουμε βρει επιτέλους έναν τρόπο να ζούμε καλά, να βγάζουμε τα προς το ζείν, να διαμορφώσουμε μια κοινωνία με αρχές και στόχους, να ξέρουμε τι θέλουμε και κατά που τραβάμε.

Σήμερα που μιλάμε είμαστε χωμένοι με τα μπούνια μέσα σε μια περιπέτεια τόσο μεγάλη που κυριολεκτικά δεν ξέρουμε τι θα μας ξημερώσει αύριο. Το χτές μας το πολιτικό το αποκηρύξαμε ανεπιστρεπτί και μπήκαμε με θάρρος σ’ ένα μονοπάτι απάτητο που δεν ξέρουμε που οδηγεί. Κανείς δεν θέλει πια να κάνει πίσω, αλλά και κανείς δεν νοιώθει ασφάλεια μέσα σε όλη αυτή την ασάφεια που έγινε, ξαφνικά, κοινό κτήμα. Χρωστάμε πολλά, έχουμε φορτωθεί υποχρεώσεις δυσβάσταχτες, τόκους και δόσεις που θέλουν συνεχώς καινούργια δάνεια και δεσμεύσεις για να ξεπληρωθούν. Δεν είναι ξεκάθαρο πως δημιουργήθηκαν όλα αυτά τα τεράστια, τα ιλιγγιώδη χρέη – το μόνο σίγουρο είναι πως έχουμε βάλει την υπογραφή μας και έχουμε αποδεχτεί ότι χρωστάμε και θα χρωστάμε στο διηνεκές πολύ περισσότερα απ’ όσα βγάζουμε, πολύ περισσότερα και από όσα μπορούμε να δανειστούμε.

Ε, αυτή η πραγματικότητα κοντεύει να μας τρελάνει. Πως τα κάναμε έτσι, ποιοί τα κάνανε έτσι, πως θα σταθούμε ξανά στα πόδια μας όταν ούτε να προγραμματίσουμε δεν προλαβαίνουμε, ούτε να σκεφτούμε, ούτε να συνεργαστούμε ούτε να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας τι θέλουμε επιτέλους να συμβεί και πως θα συμβεί αυτό που θέλουμε – αν καταφέρουμε κάποτε να το συγκεκριμενοποιήσουμε;

Πρώτη φορά αριστερά, χωρίς αστεία, θα πει πρώτη φορά βόλτα στο όπου θέλουμε –χωρις λουράκι. Θα πεί άναψε κόκκινο φώς, άρα μέχρι να ξαναγίνει πράσινο δεν περνάω απέναντι με δική μου ευθύνη, όχι γιατί κάποιος με κρατάει, μου το απαγορεύει, με αναγκάζει να είμαι νόμιμος. Δεν μπορείς να είσαι αριστερός και να περιμένεις από κάποιον άλλον να σου πει τι θα κάνεις, πως θα ζήσεις, τι θα σκέφτεσαι, τι θα πιστεύεις. Η μεγάλη διαφορά στην πολιτική μας ζωή από την 25η Ιανουαρίου και μετά, είναι πως είμαστε όλοι συνεχώς υπεύθυνοι και υπόλογοι για όλα, τα καλά και τα στραβά. Είμαστε υπεύθυνοι πολίτες. Δηλαδή ό,τι «παρατηρούμε» πως δεν μας κάνει, πως δεν γίνεται σωστά, πως δεν είναι σωστό, πρέπει να βρίσκουμε τον τρόπο να παρεμβαίνουμε και να προτείνουμε λύσεις διορθωτικές – ή να τις επιβάλλουμε αν έχουμε την πλειοψηφία και το δίκιο με το μέρος μας.

Η Ελλάδα είναι πολύ μεγάλη υπόθεση και πολύ μικρή χώρα, ανοργάνωτη, χωρίς θεσμούς, χωρίς διοίκηση, χωρίς αρχές, χωρίς μέση και τέλος.  Ο ένας τραβάει από δω, ο άλλος τραβάει από εκεί – και αυτή η μεγάλη υπόθεση που είναι πατρίδα μας δεν βολεύεται με νόμους και διατάγματα και έτσι βρίσκεται συνεχώς σε δυσμενή θέση απέναντι στους «άλλους».

Προτού χτιστεί ένα οικοδόμημα, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να το οραματιστεί κάποιος, να το «δεί» μέσα στο μυαλό του, να το μεταφέρει στο χαρτί, στα σχέδια, στους αριθμούς, τις στατικές μελέτες, τα κόστη. Πρέπει να το δεί και να είναι απολύτως σίγουρος γι’ αυτό και να μπορεί και να το επικοινωνήσει αυτό το οικοδόμημα στους συνεργάτες, στους εντολοδόχους,  στους επενδυτές, στους κτίστες και τους εργάτες που θα εργαστούν σκληρά για να κάνουν το όραμα οικοδομή  βιώσιμη και χρήσιμη σε όλους.

Εδώ είμαστε λοιπόν τώρα. Στο πιο δύσκολο σημείο. Αν δεν εκφραστεί το όραμα ώστε ν’ αρχίσει η οικοδομή του, αυτό το ερείπιο μέσα στο οποίο ζούμε θα αποσυντίθεται μέρα με την ημέρα και θα σαπίζει και όλο και περισσότεροι θα ζούμε δίχως τα απαραίτητα, όλο και περισσότεροι θα είναι οι «άλλοι» που δεν θα μας πιστεύουν πια ούτε θα μας εκτιμούν ούτε θα μας σέβονται.

Εδώ που φτάσαμε μόνο εμείς οι ίδιοι μπορούμε να σώσουμε τους εαυτούς μας –δηλαδή την Ελλάδα.

Ζούμε δηλαδή μια ιστορική πρόκληση και πρέπει να το χωνέψουμε: Αν δεν βρούμε λύσεις που να τις θέλουμε, να μας αρέσουν και να είναι και πραγματοποιήσιμες, πολύ σύντομα θα οδηγηθούμε μέσα στην στραβομάρα μας σε αδιέξοδα που ούτε να τα φανταστώ δεν θέλω.

Ούτε εγώ, ούτε και εσείς.  

Χριστός Ανέστη!