Αχυρόκουκλα με φράκο και ημίψηλο

Του Χρήστου Γιανναρά

Δεν ξέρω αν είναι ρεαλιστικός ο παραλληλισμός, αλλά το νόμισμα με παραπέμπει συνειρμικά στο ένδυμα: H αντικατάσταση της δραχμής από το ευρώ είναι, στο ψυχολογικό πεδίο, σύστοιχη με την αντικατάσταση της φουστανέλας από τα «φράγκικα» (το ευρωπαϊκό κοστούμι).

Καταθέτω τον συνειρμό ως υπενθύμιση: H ευρωπαϊκή αμφίεση άλλαξε ριζικά την εξωτερική εμφάνιση του Νεοέλληνα, όχι τη νοο-τροπία, τους εθισμούς, τη συμπεριφορά του. Αποδείχθηκε στην πράξη ότι «το ράσο δεν κάνει τον παπά» και ο φόβος είναι μήπως ούτε το νόμισμα (κωδική σύμβαση και αυτό, περισσότερο αυθαίρετη από το ένδυμα) αρκεί για να καταστήσει τον ελλαδικό οικονομικό βίο «εφάμιλλον του ευρωπαϊκού».

Δεν ξέρω αν την αλλαγή της ενδυμασίας συνόδευε κομματική προπαγανδιστική εκμετάλλευση, αλλά μπορώ να τη φανταστώ: «Σας οδηγήσαμε στο ένδυμα του Ευρωπαίου, εξασφαλίσαμε συμμετοχή στην αμφίεση των ισχυρότερων λαών της Ευρώπης, τώρα περιλαμβανόμαστε ενδυνατολογικά στην οικογένεια των περισσότερο αναπτυγμένων ευρωπαϊκών κρατών». Με την ιστορική πείρα που μεσολάβησε οι φράσεις αυτές ηχούν σήμερα κωμικές, όπως ίσως θα ηχούν σε λίγα χρόνια και οι αντίστοιχες τώρα θριαμβολογίες για το νόμισμα.

Τα επιτεύγματα και καυχήματα της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας (πολιτικός φιλελευθερισμός, αντιπροσωπευτικό σύστημα, κράτος δικαίου, κράτος πρόνοιας, συνδικαλισμός δεν έφτασαν ποτέ να αποτελέσουν κατορθώματα και της ελλαδικής κοινωνίας: να αφομοιωθούν δημιουργικά για να υπηρετήσουν τις ντόπιες ανάγκες. Φορέθηκαν σαν ξένο ρούχο, «κάλπικον δάνειον», όπως έλεγε ο Μακρυγιάννης. Πιθηκίσαμε τους θεσμούς όπως και το ένδυμα - προσεταιριστήκαμε ακόμη και ενδυματολογικές ιδιαιτερότητες που στις δυτικές κοινωνίες είχαν προκύψει από μακρά εξέλιξη ταξικών διακρίσεων, είχαν συνδεθεί με τίτλους καταγωγής και εξουσίας.

Δεν ξέρω ποιος πρώτος επέβαλε στο νεόφυτο ελλαδικό κράτος το κωμικοτραγικό μασκάρεμα των υψηλών αξιωματούχων και του πολιτικού κόσμου με φράκο και ημίψηλο (το μασκάρεμα κράτησε περίπου εκατόν πενήντα χρόνια, ώς και τη δικτατορία του 1967, δίχως αντίρρηση ή διαμαρτυρία). Αυτό που όλοι ξέρουμε είναι ότι, κάτω από την ευρωπαϊκή μεταμφίεση, ο Ελλαδίτης έχασε και τις όποιες αρετές διέσωζε στο πλαίσιο της παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας. Ή, τουλάχιστον, το ευρωπαϊκό ένδυμα δεν εμπόδισε τον Ελλαδίτη να είναι άπληστος, μπαγαπόντης, οιηματίας, ασυνεπής, φυγόπονος, ασύδοτος κλέφτης του κρατικού κορβανά, αδίστακτος ψεύτης στις πολιτικές του επαγγελίες. Οι εξαιρέσεις βεβαιώνουν τον κανόνα και σίγουρα δεν οφείλονται στο ένδυμα.

Ισως να είναι αλλιώς με το νόμισμα, δεν είναι μόνο εξωτερικότητα, όπως το ένδυμα. Το νόμισμα (η αξία του, η ισχύς του, οι διεθνείς ισοτιμίες του) λειτουργεί σε συνάρτηση με τον δυναμισμό μιας κοινωνίας, την παραγωγικότητα (δημιουργικότητα και εργατικότητα) των μελών της, τις επιδόσεις της στην τεχνολογία και στο εμπόριο. Το νόμισμα «μετράει» και τη λειτουργικότητα, την αποδοτικότητα των διοικητικών μηχανισμών ενός κράτους, αντανακλά την ευσυνειδησία και τη συνέπεια στις ανταλλακτικές σχέσεις, τις απαιτήσεις ποιότητας, επομένως την κατά κεφαλήν καλλιέργεια και τους θεσμούς που την προάγουν.

Λοιπόν δεν μπορεί παρά να έχει πρακτικές (πραγματικές) συνέπειες το γεγονός ότι η σημερινή Ελλάδα γίνεται δεκτή σε κοινή χρήση του ίδιου νομίσματος με χώρες υψηλής βιομηχανικής ανάπτυξης και τεχνολογίας, χώρες που έχουν από μακρού κατορθώσει άριστη οργάνωση παραγωγής και εμπορίας, βεβαιωμένη και ελεγχόμενη αποδοτικότητα της κρατικής υπαλληλίας, λαμπρούς δείκτες κατά κεφαλήν καλλιέργειας ή τουλάχιστον ευσυνειδησίας. Να έχει η Ελλάδα το ίδιο νόμισμα με χώρες τέτοιας ανάπτυξης, είναι κάτι που δεν μπορεί να μείνει δίχως καίριες συνέπειες. Ομως:

Η οικονομία είναι έκφραση και αποτέλεσμα των επιτευγμάτων μιας κοινωνίας, όχι προϋπόθεση επιτευγμάτων. Στο ελλαδικό κράτος κυριαρχούσε πάντοτε η αντίθετη ακριβώς βεβαιότητα: ότι η κακοδαιμονία και η μιζέρια οφείλονται στη φτώχεια - ήταν μια βολική ψευδαίσθηση. Την ψευδαίσθηση ήρθε να διαψεύσει η ένταξή μας στην Ενωμένη Ευρώπη. Είκοσι χρόνια τώρα η Ελλάδα εισπράττει πακτωλούς χρημάτων απίστευτους, χωρίς να παύει να είναι χώρα έσχατης υποβάθμισης και διάλυσης κάθε τομέα του συλλογικού βίου.

Οι πακτωλοί απέβλεπαν στη σύγκλιση της ελλαδικής με τις οικονομίες των ανεπτυγμένων χωρών της Ευρώπης: Να εκσυγχρονιστούν οι υποδομές της παραγωγής, η αποδοτικότητα των υπηρεσιών, οι αγροτικές καλλιέργειες. Να αποκτήσει η Ελλάδα δρόμους, τρένα, λιμάνια, αεροδρόμια, αστικές συγκοινωνίες. Να συμβαδίσει το ελλαδικό κράτος με τους ρυθμούς και την ποιότητα ζωής των υπόλοιπων Ευρωπαίων εταίρων της.

Τι αποτελέσματα είχε η εισροή τέτοιου παραμυθένιου πλούτου στη χώρα; Το χρήμα σκορπίστηκε σε ένα όργιο ψηφοθηρικών παροχών, χαριστικών επιδοτήσεων και διορισμών, σε ξεδιάντροπη κομματική κραιπάλη. Ονειρώδεις βίλες και κότερα των «διαπλεκομένων» με το κομματικό κράτος αετονύχηδων, των αναρίθμητων σε κάθε υπουργείο «συμβούλων» των δικτυωμένων σε κοινοτικά προγράμματα «ημετέρων». H «υποδομή» που κατορθώθηκε για να μετάσχει η ελλαδική οικονομία στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα είναι: ανακατασκευή ενός ελάχιστου τμήματος του οδικού δικτύου της χώρας, μιάμιση γραμμή «μετρό» στην Αθήνα και το εντελώς δυσλειτουργικό τερατοδρόμιο των Σπάτων.

Ναι, το ευρώ δεν είναι όπως το ημίψηλο και το φράκο. Στην αμφίεση ο πιθηκισμός είναι απλά κωμικός, όμως το νόμισμα δεν αστειεύεται. Οταν με το μέτρο της ισχύος εύρωστων οικονομιών μετράμε λογιστικά τερτίπια συγκάλυψης αθλιοτήτων ή ανικανότητας, κατάληξη πιθανότερη είναι η Αργεντινή: τα πλήθη των απελπισμένων που λεηλατούν «υπεραγορές».

Από το διάγραμμα αυτό φαίνεται καθαρά η πολύ στενή σχέση (συντελεστής συσχέτισης 0,92) της γεννητικότητας και του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες ΜΑΔ στις 11 από τις 13 περιφέρειες της χώρας. Οσο χαμηλότερο είναι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ΜΑΔ σε μια περιφέρεια τόσο χαμηλότερη είναι η γεννητικότητα και το αντίθετο. Είναι κατά συνέπεια σαφές ότι μια πολιτική που θα συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη των οικονομικά λιγότερο ευνοημένων περιφερειών της χώρας, εκτός από τα άμεσα οφέλη για τον πληθυσμό (αύξηση της απασχόλησης, βελτίωση των συνθηκών ζωής κ.λπ.) θα συμβάλει μεσοπρόθεσμα και στην αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας η οποία αποτελεί το υπ' αριθ. 1 πρόβλημα της χώρας. H περιφερειακή, δηλαδή, ανάπτυξη θα συμβάλει και στη δημογραφική αναζωογόνηση του τόπου.