Καθώς ξεπροβάλλει η Άνοιξη

του Γιάννη Πάσχου

Καθώς ξεπροβάλει η Άνοιξη, έχω δυο υποθέσεις να τακτοποιήσω.

Πρώτον τα νέα βλαστάρια των δένδρων και κυρίως της μουριάς και δεύτερον  να περιποιηθώ τα κλωνάρια και τα άνθη  της κουτσουπιάς. Η μουριά με ενδιαφέρει γιατί ίσκιο παχύ κι ελαφρύ κρατά το καλοκαίρι και καρπούς όμορφους  κάνει ζηλευτούς από ανθρώπους και  ζωντανά. Η κουτσουπιά όμως, με  ενδιαφέρει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, γιατί είναι το σημείο συνάντησης μου με τον Ιούδα.

Προσπαθώ ολοχρονίς να είναι όσο γίνεται καλύτερα λουλουδιασμένη την κατάλληλη στιγμή και τα κλωνάρια της νάναι γερά, λεία και ζωντανά, έτοιμα το βάρος και τους σπασμούς του μετανοήσαντος σώματος να αντέξουν.

Αφού έχω ολοκληρώσει όλες τις εργασίες, δηλαδή, ξεβοτάνισμα της ρίζας, καθάρισμα και κόψιμο των ξερών κλαδιών, άσπρισμα του κορμού και άνοιγμα του μονοπατιού που οδηγεί στο δένδρο, κάθομαι και τον περιμένω πλέκοντας τη θηλιά. Περιμένω ξάγρυπνος μέρα και νύχτα μέχρι τη Μεγάλη Πέμπτη έως ότου ο Ιούδας να φανεί.

Κάθε φορά τον ακούω από μακριά να πλησιάζει αγκομαχώντας. Λυσσομανά, οδύρεται και καταριέται τον εαυτό του. Ακούω αναφιλητά  και οιμωγές  καθώς σκίζεται μέσα στα βάτα και στα αγριόχορτα. Μυρίζω το αίμα από τα ματωμένα του πόδια, τη βαριά αναπνοή  και τις στάλες του ιδρώτα.

Έρχεται, λέω, τη δική μου κουτσουπιά προτίμησε και φέτος. Μόλις φθάνει σε κακή κατάσταση, στέκεται για λίγο όρθιος εμπρός μου και μου υποδεικνύει το κλωνάρι που επιθυμεί  να κρεμαστεί. Του δίνω την θηλιά,  τη περνά στον λαιμό, γυρνά το βλέμμα του προς τον ουρανό, κάτι ψελλίζει και ρίχνεται στο κενό. Το σώμα του μετέωρο συσπάται και σταδιακά παραδίνεται σε πλήρη ακινησία. Τότε μαζεύω το σκοινί, χαλαρώνω την θηλιά και αποκαθηλώνω το ταλαιπωρημένο σώμα στη ρίζα του δένδρου. Τρεις μέρες το μοιρολογώ. Μετά το αποχωρίζομαι.

Συμφιλιωμένος με  τύψεις και  ενοχές, φορώντας ωραίο λευκό λινό πουκάμισο και κρατώντας μια  κάτασπρη λαμπάδα περιδιαβαίνω τα εκκλησάκια το βράδυ της Ανάστασης. Αν και θα το ήθελα, γραβάτα δεν φορώ, δεν μπορώ. Με  εμποδίζει το μελανό σημάδι τριγύρω στο λαιμό.

(Γιάννης Πάσχος, Μια νυξ δι εν έτος, Εκδόσεις Μελάνι, 2009)