Τα παπούτσια του Πάσχα (πάλιωσαν)

του Κάπα-Κάπα Μοίρη

Δεν θυμάμαι πόσο παλιό είναι, αρκετά πάντως, έξη χρόνια, εφτά, οκτώ…περυσινά και προπέρσινα ξινά τσουρέκια. Συνήθειο μου ‘γινε να την ανεβάζω αυτή τη μελούρα τέτοιες μέρες, ένας ο Τζεφιρέλι στο γυαλί κι ένα αυτό. Το βγάζω απ’ την κλεισούρα του, μαντάρω μερικές ξηλωμένες λέξεις, ράβω κανένα κουμπί που χάσκει έτοιμο να αποδημήσει, ξαναπιάνω στη θέση της τη φόδρα που ψυχορραγεί, μα δεν χωράω πια μέσα στο τζάρτζαλο. Άλλαξα νούμερο, άλλαξα συνήθειες, άλλαξα χάπια. Αλλά η μυρωδιά των ημερών, κι ας μην έμεινε ούτε μισή αυλή εν ζωή στη γειτονιά, δεν λέει να φύγει.

Μεγάλη Βδομάδα είναι η καργιόλα η ακμή στο πρόσωπο που δεν έλεγε να με εγκαταλείψει, το καινούριο Lee τζιν μπουφάν που ήταν παγίδα για τα δεύτερης κατηγορίας θηλυκά της γειτονιάς, το όχι και τόσο macho παντελόνι-ψάθα Levi’s που μέσα του βρέθηκα παγιδευμένος χωρίς να το καταλάβω και που ποτέ δεν θα φορούσε ο Ρόυ Ρέις, τα κορίτσια που βγάζαν δειλά δειλά βόλτα το γυμνό από καλσόν και παντελόνια δέρμα για να ταΐσουν τον καινούριο ήλιο και τα λιγωμένα μας μάτια, η γλυκόστυφη μυρωδιά της Clearasil στο μέτωπο, ο συμπαίκτης μου ο Σπίθας -ενενήντα κιλά θεριό-που ποτέ δεν νήστευε γιατί φοβόταν πως θα πεθάνει στο δρόμο για την εκκλησία, η γεύση απ’ τα νερόβραστα φασόλια με μαρούλι και λεμόνι, ένα άγχος -κρυμμένο στη ντουλάπα, πίσω απ΄το Playboy- γιατί πάλι είπα ψέματα στη μάνα μου πως εξομολογήθηκα πριν κοινωνήσω, μια ενενηντάρα γαλάζια Scotch με Bachman Turner Overdrive στη μια πλευρά και Carpenters (αναποφάσιστος μια ζωή) στην άλλη, μια βόλτα με το μπλέ χωρίς ταχύτητες Velamos σε όλες τις ενορίες μπας και τη συναντήσω,  ένα superfast πέρασμα από όλους τους επιτάφιους για να μη χαλάσει το γούρι, η πλάτη του πατέρα μου που ξεκίναγε για δουλειά την ώρα που κατηφόριζαν οι νεκροί Χριστοί στην πλατεία, το Leaving on a jet plane που -ακόμη δεν ξέρω γιατί- φανταζόμουν τον εσταυρωμένο να σιγοτραγουδά unplugged επί ξύλου κρεμάμενος, η σπασμένη φωνή του δεσπότη της μικρής μας πόλης που το αεράκι της Μεγάλης Παρασκευής την φόρτωνε με παράσιτα κι απρόσκλητους μικροφωνισμούς, τα κεριά που δεν έλεγαν να μείνουν αναμμένα κάτω απ’ το ψιλόβροχο, η λαχτάρα μου να τη διακρίνω ανάμεσα στο πλήθος για να πάρω όλο κι όλο μισό βλέμμα προκαταβολή, ένας κόμπος στο λαιμό και λίγη υγρασία στα μάτια κάθε φορά που κοίταζα τον άδειο σταυρό και έλεγα μέσα μου “μη γίνεις ρεζίλι τώρα ρε μαλάκα”, τα μακαρόνια φούρνου με σκέτη κόκκινη, πηχτή κι αναμάρτητη  σάλτσα στο μπαλκόνι-θεωρείο του Μάριου, οι εξετάσεις του Ιούνη που τρέχαν με ορμή προς τα πάνω μου για να με καταπιούν όπως τα Langoliers (αυτά τα έμαθα μετά), τα του κουτιού ασπρόμαυρα Zίτα Ελλάς του αδερφού μου -μετά μεγαλοπιάστηκε με Top Ten, που καμιά σχέση δεν είχαν όμως μ’αυτά τα μαγικά παλιούρια του Billy Dane-, ένα τι-σερτ δώρο της μακρινής ξαδέρφης Έλλης από την Αμερική (αυτής που μου ΄μαθε τους Moody Blues και τους Chicago) που διαφήμιζε 4th of July κι έγινε δεύτερος χιτώνας πάνω μου απ’ των Βαΐων μέχρι την Κυριακή του Θωμά, μια κλεφτή γουλιά Skol στο γυράδικο του κυρ’ Γιώργη, η Νάκυ Αγάθου να προλογίζει την Ακολουθία των Παθών με εννιά μποφόρ μαλλί και βλέμμα “μόλις είχα τον πέμπτο οργασμό της μέρας αγόρια” (δεν υπάρχουν γυναίκες πεντοργασμικές σήμερα, είναι σίγουρο πως δεν τις φτιάχνουν όπως παλιά), τα γυαλιά ηλίου της μάνας μου που θα ‘καναν την Νάνα Μούσχουρη να πλαντάξει στο κλάμα από τη ζήλια της, ο φίλος μου ο Δημήτρης που έφυγε να κάνει Πάσχα με τους παππούδες του στην άκρη του κόσμου που λεγόταν Αλεξανδρούπολη και μ’ άφησε χωρίς ταίρι στις θανατηφόρες ατάκες, ο ένας μου παππούς που έκανε πάντα Ανάσταση στο σπίτι για να μη το αφήσει μόνο του τέτοια νύχτα, ο άλλος παππούς που ήταν κι αυτός στην άκρη του κόσμου -εκατό χιλιόμετρα μακριά-  κι όλο κάναμε σχέδια να βρεθούμε ένα Πάσχα μαζί για το Χριστός Ανέστη αλλά ποτέ δεν το βρήκαμε αυτό το ρημάδι το Πάσχα ρε παππού, το καινούριο Γκολ που δεν πρόλαβα ν’ αγοράσω απ’ την Τυχερή Γωνιά για να δω αν η Πρίνσες Παρκ κέρδισε στον τελικό την Μύνχεν Μπούμχεν, το “σήμερον κρεμάται επί ξύλου” το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, το πρώτο ginger ale μοιρασμένο στα δύο στο Ξενία, το άγχος να μη ματώσω γόνατο στο ντερέ μετά που  κοινωνήσαμε και πάει στράφι τόση νηστεία εξαιτίας μιας κίτρινης δερμάτινης μπάλας απ’ το Πακιστάν που μύριζε καινουργίλα, πετσί, χώμα κι άνοιξη.

Και τα καινούρια μου παπούτσια. Κάθε Μεγάλη Τετάρτη.

Αυτά είναι Μεγάλη Βδομάδα.

Το φουρνιστό αρνί, οι ημίγλυκοι καμπάδες, τα πάντα λειψά τσουρέκια,  τα κόκκινα αυγά με στάμπα από φύλλα και το πατριωτικό μπάρμπεκιου της Κυριακής στο παραδιπλανό στρατόπεδο, παρέα με  τίμια μοιρασμένες δόσεις από Νίκο Γούναρη, εξωτικά κλαρίνα, Βογιατζή και Βάνου, Μανώλη Χιώτη, Σώτο Παναγόπουλο και Χρόνη Αηδονίδη από το ραδιόφωνο του άσπρου Renault 10 ή το Philips του σαλονιού που θεός ξέρει ποιανού ράφι το χαίρεται σήμερα, ποτέ δεν με πολυσυγκίνησαν τόσο ώστε να χαλαλίσω δέκα λέξεις και γι αυτά (ετούτες εδώ δεν μετράνε). Ήταν σαν να διάβαζα βιβλίο ανάποδα, να ξέρω δηλαδή απ’ έξω κι ανακατωτά τον επίλογο και να πρέπει να αρχίσω να γράφω την πρώτη παράγραφο. Την γράφω, κάθε χρόνο. Ως το άλλο Πάσχα όμως οι πρώτες σελίδες είναι, πάλι, σκισμένες και δεν ξέρω από πού να ξαναρχίσω. Κάποια στιγμή δε μπορεί, θα βαρεθώ.

Να ‘χεις κι εκείνο τον τίτλο στο εξώφυλλο να μου δείχνει, ως και σήμερα, τα κίτρινα δόντια του…

«We can’t stop time».

Τα ίδια και στη ράχη του βιβλίου. Ένα χρυσοτυπωμένο, καλλιγραφημένο, περιπαιχτικό «you can’t». Που με κοιτάει, περιμένοντας δεν ξέρω τι, στα μάτια. Αλλά έμαθα, με τον καιρό, να το κοιτάω κι εγώ μέχρι να χάσει ένας απ’ τους δυο και να κατεβάσει το βλέμμα. Σε πείσμα όλων των όσων μάθαμε από μικροί, παρά την γκριζίλα που με αγάπησε παράφορα και δεν λέει να ξεκουμπιστεί από μέσα μου, το ΄χω βάλει γινάτι να νικήσω ακόμη κι αν το κατεβάσω πρώτος εγώ.