Το δικαίωμα της σιωπής

του Old Boy

Γεννημένος κατά την ταυτότητα το 1920, ίσως όμως στα αλήθεια το 1918, πατημένα 95 ή πατημένα 97, αλουμινάς και μάστορας παντός είδους, γύρισε την Ελλάδα και βοήθησε να χτιστεί, ανήκε σε μια εποχή που όλα χτίζονταν, δεξιός, δεξιότατος, τόσο στις πολιτικές αντιλήψεις όσο και στον τρόπο που διοικούσε τα του οίκου του, δυο παιδιά, πέντε εγγόνια, πέντε δισέγγονα, ένα από κάθε εγγόνι, όταν πέθανε η γιαγιά μου είπα ότι θα αντέξει έξι μήνες, άντεξε κοντά δέκα τέσσερα χρόνια, αν ήταν στο δικό του χέρι και μόνο θα άντεχε σαράντα τέσσερα κι ας παραπονιόταν για μοναξιά, αλλά τίποτα δεν είναι στο δικό μας χέρι και μόνο.

Το στόμα των ανθρώπων που είναι στα τελευταία τους ανοίγει με έναν τρόπο αλλιώτικο: δεν ανοίγει πια επειδή έχουν κάτι να πουν, ό,τι είχαν να πουν το είπαν, ανοίγει για να φανεί από μέσα η μαύρη τρύπα της θνητότητας, ανοίγει σαν πόρτα με θέα προς την άβυσσο της ανθρώπινης μοίρας, ανοίγει προς ένα σκοτάδι το οποίο αν το κοιτάξεις για μια στιγμή παραπάνω είναι έτοιμο να σε καταπιεί. Γι΄αυτό στρέφεις το βλέμμα σου αλλού.

Όταν προς το τέλος της νεκρώσιμης ακολουθίας έρχονται με τα κουστούμια τους οι άντρες από το γραφείο κηδειών, σου θυμίζουν ντετέκτιβς της αμερικάνικης αστυνομίας: έρχονται να τον συλλάβουν, έρχονται να τον πάρουν από το σπίτι του και να τον φυλακίσουν κάπου αλλού, έρχονται να του διαβάσουν τα δικαιώματά του: you have the right to remain silent.

Άπαξ και έρθουν να μας πάρουν, η σιωπή δεν είναι πια δικαίωμά μας, είναι η μόνη μας κατάσταση. Το στόμα άλλωστε δεν θα ανοίξει ξανά. Η πόρτα έκλεισε. Πρώτα φεύγουν τα λόγια, μετά από κάποιο καιρό θα φύγει και το ίδιο το στόμα. Πρώτα θα εξαφανιστούμε από προσώπου γης και μετά υπόγεια θα εξαφανιστεί και το ίδιο το ωραίο πρόσωπό μας, που παραμένει πεισματικά ωραίο όσο είμαστε εδώ, ό,τι άλλο κι αν μας συμβεί στο μεταξύ.

Θα εξαφανιστούμε. Θα μείνουν για κάποιο καιρό αυτά που χτίσαμε. Θα μείνει για κάποιο καιρό αυτό που αφήσαμε πίσω, το καλό και το κακό μαζί. Ο άνθρωπος μόνο και τα δύο μπορεί να αφήσει πίσω, πότε σκέτο το ένα.

Μετά πηγαίνουμε βόλτα προς την παραλία. Στον Φλοίσβο κάποιοι παίζουν ρακέτες. Είναι σαν διακοπές. Όταν η μέρα είναι τόσο φωτεινή, δεν είναι η ζωή το διάλειμμα, αλλά ο θάνατος η παραίσθηση. Ύστερα γυρνάμε πίσω με αυτήν την περίεργη μηχανή.

Οδηγεί ο παππούς.