Το μυστικό της Τιβεριάδας

του Πιγκουίνου
Στέκομαι σιωπηλός στην όχθη αυτής της άχρονης θάλασσας. Και προσπαθώ να αφουγκραστώ τα μυστικά της. Εις μάτην. Όλα τα σβήνει ο βουβός κυματισμός.
 
 
Όλα! Αλλά πάλι, ίσως αυτό να μ'έφερε μέχρις εδώ. Ίσως γι'αυτόν ακριβώς το λόγο να ήρθα. Για την ανάγκη να αποθέσω και τα δικά μου μυστικά. Να τ'ακούσει ετούτη η θάλασσα και να τα ξεπλύνει. 



Στέκομαι στην όχθη. Και παρότι πασχίζω να το καταλάβω, ετούτο το μέρος παραμένει δυσεξήγητο. Γιατί η θάλασσα μπροστά μου είναι πιο κάτω από τη θάλασσα. Κατά διακόσια μέτρα. Και παρότι θάλασσα τη λες, είναι στ'αλήθεια λίμνη. Είκοσι χιλιόμετρα μήκος, δέκα χιλιόμετρα πλάτος. Και ο αέρας φυσάει αλλιώς. Και οι ήχοι είναι πιο πνιχτοί. Και ο ήλιος φωτίζει διαφορετικά. Τί περίεργο μέρος!



Βρισκόμαστε στη γη της Γαλιλαίας. Κι αυτά εκεί απέναντι είναι τα υψίπεδα του Γκολάν. Και η Συρία. Αν μου τόλεγες ότι θα βρεθώ ποτές εδώ, δεν θα σε πίστευα. Και όμως νάμαι! Στέκομαι σιωπηλός και κάπως σαστισμένος. Που βρέθηκα σε ετούτο το μέρος.



Για τη χριστιανική πίστη, αυτή εδώ η λίμνη είναι ιδιαιτέρως σημαντική. Σε αυτά τα νερά ψάρευαν οι μαθητές του Ιησού, όταν τους βρήκε και τους εκάλεσε μαζί του. Σε αυτά τα νερά περιπάτησε ο Ιησούς κατά τας Γραφάς. Στα μέρη γύρω από τη λίμνη, διαδραματίζονται οι βιβλικές αναφορές. Στην Κανά, στην Καπερναούμ, στη Βηθσαϊδά και στα Μάλγαρα. Όλα τους είναι τοπωνύμια που αποδίδονται σε οικισμούς γύρω από τη λίμνη.



Και βέβαια στην Τιβεριάδα. Την πόλη που βρισκόμαστε. Το μεγαλύτερο τουριστικό θέρετρο της θάλασσας της Γαλιλαίας.



Η Τιβεριάδα ιδρύθηκε το 20 μ.Χ. από τον Αντύπα (όχι τον οδηγώ-και-σε-σκέφτομαι, τον άλλον ντε: τον Ηρώδη Αντύπα) που απεφάσισε να αξιοποιήσει το προνομιούχο αυτό λοκέισον, που βρίσκεται πάνου στις όχθες της λίμνης και κοντά σε ιαματικές πηγές. Να πηγαίνει ο Εβραίος να κάμει τα σπα του, να λούζει τα μπουκλάκια του, να σιάχνει επιδερμίδα, να ισιώνει από τους ρευματισμούς.


 

Δυστυχώς και παρά τα κίνητρα που έδωκε ο Ηρώδης Αντύπας (φοροαπαλλαγές, κληρώσεις με πλούσια δώρα, διαμερισματάκια με δωρεάν τις παροχές), οι φανάτικ Εβραίοι δεν δέχθηκαν να αποικίσουν τη νέα πόλη γιατί χτίστηκε δίπλα σε νεκροταφείο και δεν είχε καθόλου καλό φενγκ σούι.



Μακριά από τέτοιους σκοταδισμούς, κάμποσοι εξελληνισμένοι Εβραίοι (δηλαδής Εβραίοι που είχαν ενστερνιστεί πλήρως τον ελληνικό πολιτισμό και είχαν εκμονδερνιστεί -τύπου σανδάλι, γκρικ συρτάκι και τζατζίκι) δέχθηκαν ωραιότατα να εγκατασταθούν εδώ. Και η πόλη άρχισε να παίρνει τα πάνω της.



Η πόλη άκμασε μετά τον πρώτο Ιουδαϊκό Πόλεμο και την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους το 70 μ.Χ. και κυρίως μετά την πλήρη εκδίωξη των Εβραίων από την Ιερουσαλήμ το 135 μ.Χ., όταν πολλοί μετοίκισαν εδώ. Εκείνη την εποχή, η Τιβεριάδα συναγωνιζόταν σε μέγεθος και ισχύ, πόλεις όπως η Βαβυλώνα και η Αλεξάνδρεια. Όχι για να μην μας νομίζεις τίποτις παρακατιανές κωμοπόλεις.



Τον 2ο και 3ο αιώνα, η Τιβεριάδα αναδείχθηκε σε κέντρο του εβραϊκού πολιτισμού, με δεκατρείς συναγωγές περικαλώ και μεγάλη παραγωγή θρησκευτικών κειμένων από τους Ραβίνους. Ήταν μία ήσυχη περίοδος τότες: ψαρεύαμε, λέγαμε προσευχές, γράφαμε Ταλμούδ, χορεύαμε το Hava Nagila, τρώγαμε τα κασσέρ μας, ζούπερ την περνάγαμε.



Κι ύστερα εξαπλώθηκε η χριστιανική πίστη στην ευρύτερη περιοχή. Και μία ωραία πρωία, ανακαλύψαμε πως ανήκομεν στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Και πως πρωτεύουσά μας δεν είναι η Ρώμη, αλλά η Κωνσταντινούπολη. Και άρχισαν να χτίζονται εκκλησιές χριστιανικές και να μιλιούνται πιότερο τα ελληνικά.



Αλλά επειδής οι Εβραίοι δεν τα σηκώναν κάτι τέτοια, τον 7ο αιώνα τάχθηκαν υπέρ των Περσών και εξεδίωξαν τους Βυζαντινούς. Έξαλλος ο αυτοκράτορας Ηράκλειος, μετά τη μάχη της Νινευής και την ανακατάληψη της περιοχής, κατέσφαξε τον εβραϊκό πληθυσμό της και όσοι διασώθηκαν, κατέφυγαν στην Αίγυπτο.



Το 634 μ.Χ. την πόλη κατέλαβαν οι Άραβες και τη διαίρεσαν σε χριστιανικό και σε μουσουλμανικό τομέα. Επειδής ήτανε πολύ λαρτζ επέτρεψαν σταδιακά και την επανεγκατάσταση κάποιων εβραϊκών οικογενειών και τον 8ο αιώνα, η Τιβεριάδα αναδείχθηκε στην πιο πολυπολιτισμική πόλη της ευρύτερης περιοχής.



Και -αν θέλεις το πιστεύεις- κατά τους πρώτους αιώνες αραβικής κυριαρχίας, η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει προς το πιο αλέγκρο, το πιο ηδονιστικό και το πιο ξεσαλωμένο. Πώς ήταν η Μύκονος το '70 και η Ίμπιζα το '90; Ένα τέτοιο πράμα!



Για να καταλάβεις, ο άραβας γεωγράφος al-Muqaddasi που γυρνούσε το 985 μ.Χ. στην περιοχή με το Street View Car του, κατέγραψε σόδομα και γόμορα! "Δύο μήνες χορεύουν, δύο μήνες χλαπακιάζουν, δύο μήνες βαράνε μύγες, δύο μήνες τριγυρνάνε τσίτσιδοι (α να χαθείς, σάτυρε!), δύο μήνες παίζουν φλάουτο (φλάουτο το λέμε τώρα;) και δύο μήνες κυλιούνται στις λάσπες". Σαν να περιγράφει κανείς τα Μάταλα.



Αλλά και μεταγενέστεροι περιηγητές, περιγράφουν μία πόλη ρέκλα, χαβαλέ και αραλίκι. Με ωραιότατα τζαμιά, με θερμές πηγές, με σπίτια που στέκονταν με υποστηρίγματα απάνου στη λίμνη, με άφθονο φρέσκο ψάρι, με ζεστά πρωινά, ήσυχα απογεύματα και αραχτές βραδιές κάτου από τους έναστρους ουρανούς της Γαλιλαίας.



Αργότερα, κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το μουσουλμανικό στοιχείο κυριάρχησε και η πόλη έχασε την μουλτικάλτσουραλ ταυτότητα. Φορέσαμε φέσια και μπούρκες. Και ο χρόνος περνούσε χωρίς τίποτις ν'αλλάζει.



Ως το 1948 και την ίδρυση του Ισραήλ. Τότες, σχεδόν όλοι οι μουσουλμάνοι εγκατέλειψαν την πόλη, η οποία έγινε αμιγώς εβραϊκή. Και εντελώς τουριστική, καθώς προσελκύει χιλιάδες Εβραίους και χριστιανούς προσκυνητές. Μεγάλα ξενοδοχεία χτίστηκαν τη δεκαετία του '60 και του '70, ενώ ακόμα και σήμερα πραγματοποιούνται τεράστια έργα από το κράτος του Ισραήλ για ενίσχυση των υδάτινων αποθεμάτων της λίμνης (που η στάθμη της έχει πέσει κατά πεντέξι μέτρα) και χωροθέτηση νέων γειτονιών με τεράστια οικιστικά συγκροτήματα για Ορθόδοξους Εβραίους εποίκους.



Ναι, αυτούς με τα μπουκλάκια, τα καπέλα και τις γκαμπαρντίνες. Αυτούς που δεν δέχονται την τεχνολογία, δεν κάμουν προγαμιαίες σχέσεις και πετάνε πέτρες στη Ντάνα Ιντερνάσιοναλ.



Ναι, ενδιαφέρουσες οι ιστορικές αναφορές και σαγηνευτικές οι διηγήσεις των περιηγητών, αλλά δεν αρκούν για να σου δώκουν την αίσθηση αυτού του μέρους. Στο είπα και στην αρχή: είναι δυσεξήγητη η αίσθησή του. Εκ πρώτης όψεως, η σύγχρονη Τιβεριάδα μοιάζει με ξεπεσμένη λουτρόπολη.



Και όπως οι περισσότερες λουτροπόλεις, διαθέτει μεγάλες δόσεις μελαγχολίας και παπουδέ διάθεσης.



Η οποία επιτείνεται από τη σύνθεση των κατοίκων και τα χαρακτηριστικά των τουριστών.



Γκρουπς με Ρώσους τουρίστες έτοιμους να βουτήξουν σε κάθε χόλι γούρνα για να βαφτιστούν, Αμερικάνοι στο όριο της πλήρους αποχαύνωσης που μένουν σε υπερτιμημένα χοτέλς, πούλμαν με αποφασισμένες θεούσες (Ιταλίδες, Ελληνίδες, Πολωνές) που έχουν πάρει το φουλ πακέτο της προσκυνηματικής εξτραβαγκάντσας και σαρώνουν τα μοναστήρια. Α και διάφοροι γκρούβαλοι που καταλύουν στα κιμπούτς της περιοχής. Τα κοινοβιακά ντε. Που συνδυάζουν σοσιαλισμό και σιωνισμό, σε μία βερσιόν απλυσιάς και χίπικης διάθεσης.



Περπατώ κατά μήκος της παραλίας και παρατηρώ τον κόσμο. Αυτή η εποχή δεν είναι χάι σίζον, επομένως μην περιμένεις νταβαντούρια και κοσμοπλημμύρες.



Άσε που έχουμε και το θέμα με τη Συρία. Είπαμε, μία θάλασσα μας χωρίζει -που είναι λίμνη. Δέκα χιλιόμετρα πλάτος μόλις. Δεν είναι και εξαιρετικά ασύνηθες να πέσει καμία ξέμπαρκη ρουκέτα προς τα εδώ. Καλού-κακού, κράτα ομπρέλα!



Σου είπα ότι το μέρος είναι δυσεξήγητο. Ίσως γιατί περπατάς σε μέρη και ονομασίες που σου είναι πολύ οικείες ως αναφορές. Χελόου, τις έχεις διδαχθεί στα Θρησκευτικά.



Ίσως γιατί θυμίζει και λίγο Ελλάδα. Ναι, θυμίζει.



Θα μπορούσαμε να είμαστε στον Ωρωπό. Ή στην Αιδηψό. Η διαφορά είναι πως εδώ έχει φοίνικες και κτήρια που παραπέμπουν σε Μέση Ανατολή. Και ύστερα, είναι αυτή η ζέστη. Τα καλοκαίρια είναι αφόρητα. Οι χειμώνες ξηροί. Γενικά, δεν σε βλέπω να παίρνεις εξοχικό κατά δω. Όχι, το μέρος δεν είναι ειδυλλιακό. Αλλά παραμένει ενδιαφέρον.



Γιατί αν αφαιρέσεις το χρώμα από τις φωτογραφίες, σου είναι αδύνατον να το προσδιορίσεις χρονικά και γεωγραφικά. Θα μπορούσε να είναι παντού και πουθενά. Θα μπορούσε να είναι πατρίδα και ξενιτιά. Θα μπορούσε να είναι μουσουλμανικό, χριστιανικό ή εβραϊκό. Θα μπορούσε να είναι όλα ή και εντελώς τίποτα.



Με ετούτα και με κείνα, πέρασε η ώρα. Οι ώχρες και τα καστανοκίτρινα του δειλινού βάφουν με νοσταλγία τον αποχαιρετισμό της μέρας. Μία οικογένεια Εβραίων, γαντζωμένη στην κουπαστή, αγναντεύει τον πεπερασμένο της ορίζοντα.



Ξανακοιτάζω τη θάλασσα. Κι αυτές τις πέτρες που λαξεύονται εδώ και αιώνες από τα νερά της Γαλιλαίας. Αυτές τις όχθες πούναι το σκηνικό της πιο σημαντικής θρησκευτικής αφήγησης για το δυτικό κόσμο. Αυτόν τον σιωπηλό παφλασμό που κρύβει μέσα του, τα μυστικά αιώνων.

Κλείνω τα μάτια και ρίχνω μέσα στη θάλασσα και τα δικά μου μυστικά. Και αφήνω το ταλαιπωρημένο βοριαδάκι πούρχεται από το Λίβανο κι απ'τη Συρία, να με κανακέψει και να με καθησυχάσει. Πως όλα είναι σημαντικά. Και εξίσου ασήμαντα. Γιατί είμαι μία φευγαλέα εντύπωση σε έναν τόπο που δεν έχει αρχή μήτε και τέλος.