Δεν ξέρω τι θα πει δυστυχία…

του Κωστή Α. Μακρή

Μερικοί φίλοι μου με περιγράφουν ―ίσως κι από φθόνο― «αηδιαστικά ευτυχισμένο».

Δεν ξέρω τι θα πει δυστυχία. Δεν ξέρω τι είναι ο πόνος. Δεν ξέρω πώς νιώθουν οι απελπισμένοι, δεν έχω ιδέα τι θα πει στέρηση, αγνοώ τη λέξη κατάθλιψη και δεν έχω μάθει τι πράγμα είναι η απόγνωση. Μπορεί και να είμαι ανίατα ευτυχισμένος.

Όταν ξυπνάω το πρωί, με πλημμυρίζει μια ηδονική αίσθηση ευδαιμονίας, που σε πολύ παλιά Ελληνικά θα σήμαινε ότι κάποια καλή θεότητα έχει κάνει κατάληψη μέσα μου. Όχι επειδή έμεινε άστεγη λόγω της κρίσης αλλά γιατί εγώ της φάνηκα καλό μέρος για να ασκήσει τα άνωθεν δοσμένα καθήκοντά της. Κι αυτό είναι κάτι που εγώ το θεωρώ ευλογία, σαν να είμαι ο εκλεκτός κάποιας μυστικής μεριάς του σύμπαντος που αποφάσισε να μου συμπαραστέκεται έως το τέλος της πεπερασμένης μου αιωνιότητας.

Αν και ζω μόνος μου, είμαι πολύ καλά δικτυωμένος και έχω άριστη επαφή με όλα αυτά που συμβαίνουν έξω από τα σύνορα του εαυτού μου. Κι αυτά τα σύνορα είναι ―χρησιμοποιώ συχνά αυτήν τη χαριτωμένη έκφραση― η έκταση του αγαπημένου μου μαγικού δέρματος, του τόσο αδιαπέραστου από τα δεινά της ανθρωπότητας.

Λέω δεινά αλλά αγνοώ το νόημα της λέξης. Δεν τα ξέρω εγώ αυτά τα δεινά. Μόνο τις περιγραφές τους ακούω και βλέπω καθημερινά. Οι άλλοι τα λένε δεινά. Εγώ τα ονομάζω συμβάντα, ειδήσεις, πληροφορίες, ενημέρωση… Καθώς, μέσα στη σχεδόν απόλυτη μακαριότητά μου, γίνομαι μόνο εικονικά κοινωνός τους και αυτό που άλλους τους επηρεάζει και τους ταράζει ψυχικά, εμένα μόνο μια παράξενη αναστάτωση μου προκαλεί χωρίς να τραυματίζει την άτρωτη από εξωτερικούς παράγοντες ευτυχία μου.

Την ώρα που πίνω την πρώτη γουλιά από τον πρωϊνό καφέ μου και μέσα μου η ζέστη του απλώνεται σαν λιακάδα της πρώτης μέρας των διακοπών, μερικά παιδιά έχουν ήδη πεθάνει από πείνα, αρρώστιες θεραπεύσιμες (αλλού), βόμβες βαρελιού ή σφαίρες, από αβιταμίνωση, από σεξουαλική κακοποίηση, από φανατικούς, από υπερκόπωση στη δουλειά. Αυτά πρέπει να ήταν δυστυχισμένα παιδιά από δυστυχισμένες οικογένειες σε δυστυχισμένες χώρες.

Καμιά σχέση με μένα. Γιατί εγώ δεν ξέρω τι θα πει δυστυχία.

Μέχρι να αλείψω μια φρυγανιά με βούτυρο και μέλι, κάποιοι έχουν χάσει τη δουλειά τους, ένα μέλος της οικογένειάς τους, ένα χέρι, ένα πόδι ή το κεφάλι τους. Μερικοί έχουν χάσει και τον τόπο τους και φεύγουν για αλλού. Αυτό πρέπει να είναι μια τρομαχτική εμπειρία που εύκολα θα μπορούσε να οδηγήσει τους ίδιους ή τους συγγενείς και φίλους τους στη δυστυχία. Όλα και όλοι τους όμως είναι τόσο μακριά από μένα.

Και στην απόσταση που με χωρίζει από αυτά δεν παρεμβάλλεται μόνο το δέρμα μου. Υπάρχει κι ένα παχύ στρώμα αφράτης και ανεπίγνωστης ευτυχίας που με προστατεύει από κάθε απόπειρα της δυστυχίας να ακουμπήσει πάνω μου το κρύο χέρι της.

Έρχεται η ώρα να ασχοληθώ με την πρωϊνή τουαλέτα μου, να επιτρέψω στο καθαρό νερό να κυλήσει πάνω στο αγαπημένο μου σώμα και να πάρει μαζί του στη διαδρομή προς τα φρεάτια της αποχέτευσης, εκτός από τις κάμποσες χιλιάδες πεθαμένα κύτταρά μου και όλες τις ειδήσεις που έχω ακούσει για το πώς η φτώχεια χτυπάει αλύπητα τα πιο πολλά από τα εκατομμύρια των αφρόνων ανθρώπων (το αντίθετο του χόμο σάπιενς) που μοιράζονται μαζί μου τον πλανήτη.
Και μέσα από αυτές τις ειδήσεις, ίσως βγάλει δειλά το κεφάλι της και κάποια άλλη είδηση για το πώς μερικοί άνθρωποι ―τι μερικοί δηλαδή, πάρα πολλοί, εκατομμύρια ίσως, όπως λένε…― δεν έχουν πρόσβαση σε καθαρό νερό και πώς για μερικούς άλλους το νερό γίνεται κατάρα μετά από κατακλυσμιαίες βροχοπτώσεις, πλημμύρες, τυφώνες ή από μολυσματικά απόβλητα. Οδηγώντας τους σε μια δυστυχία που μου είναι ακατανόητη, γιατί εγώ ― όπως εκείνος ο ήρωας του παραμυθιού που δεν ήξερε τι θα πει φόβος― δεν ξέρω τι θα πει δυστυχία. Και μάλιστα όταν έχω χαρεί ένα απολαυστικό μπάνιο, ένα βαθύ ξύρισμα και μια περιποίηση προς τον εαυτό μου που μπορεί και να μου φανεί χρήσιμη γιατί δεν αποκλείεται να έχω και μια φυσική επαφή με κάποιον άνθρωπο, αν είναι βολικό, επιθυμητό ή απλώς ευχάριστο.

Προχωράει η μέρα.

Μερικές φορές μπορεί και να βγω από το σπίτι, αν είναι απολύτως απαραίτητο ή το θέλω κι ο καιρός το επιτρέπει. Αλλά τις περισσότερες φορές θα συναντήσω ενδιαφέροντες και χαριτωμένους ανθρώπους στο δίκτυο. Μπορεί να μην γνωριζόμαστε και τόσο καλά αλλά δείχνουν χαρούμενοι άνθρωποι, ευχαριστημένοι με τα όσα έχουν καταφέρει στη ζωή τους.

Ίσως όχι τόσο ευτυχισμένοι όσο εγώ αλλά αρκετά μακριά κι αυτοί από τη δυστυχία που αποτελεί την πιο κερδοφόρα πραμάτεια των ΜΜΕ.
Διαβάζω τις σκέψεις τους, βλέπω τις εικόνες της δραστηριότητάς τους, μοιράζομαι τις επιτυχίες τους, χαμογελάω με την έκθεση της καθημερινότητάς τους, βυθομετρώ τις φιλοδοξίες τους και τη σεμνή τους ματαιοδοξία που τόσο μου ταιριάζει, γελάω με τα ευφυολογήματά τους, κουβεντιάζουμε για την πολιτική κατάσταση, για πολέμους και ανακωχές, για τα οικονομικά ζητήματα που απασχολούν τους πιο πολλούς, ανταλλάσσουμε απόψεις για τέχνη, μουσική, ποίηση και άλλα ψηλά πετάγματα του νου και αγαλλιάζει μέσα μου το περίκλειστο σύμπλεγμα κυττάρων, νευρώνων και εγκεφαλικών συνάψεων με τις τόσες πολλές και ποικίλων μορφών χάρες και χαρές που δέχομαι. Που όσο περισσότερο τις συνειδητοποιώ τόσο περισσότερο φουσκώνει η ευτυχία που μου χαρίζει η πολυεδρικότητα της κοινωνικής μου ζωής. Εικονικής και πραγματικής.

Σαν τα καλά ένζυμα είναι αυτές οι συναναστροφές και οι λόγιες εξάρσεις τους. Χαρίζουν όγκο στο εύπλαστο αλλά και τόσο δυνατό ζυμάρι που είμαι και με κάνουν να λαχταράω την ένωση με τον πιο κοντινό φούρνο της ευτυχίας μου.

Έτσι είμαι εγώ. Πλασμένος για να ψηθώ στις υψηλότερες θερμοκρασίες της ευτυχίας και να γίνω ένα καλοψημένο μεγάλο καρβέλι χαράς για όλο τον κόσμο.

Φουσκώνω από χαρά και προσβλέπω, σαν σε θερμή αγκαλιά, στο βραδάκι που θα έρθει και μαζί με τις τελευταίες ειδήσεις του θα μου δώσει πάλι την ευκαιρία να αποδείξω στον εαυτό μου ότι κάποιος καλός δαίμονας βοήθησε να είμαι έτσι πλασμένος: αυτάρκης, μόνος, απρόσβλητος από συμφορές και γεμάτος ως τα μπούνια από ευτυχία.

Αλλά και τελείως κενός ταυτόχρονα.

Απόλυτα άδειος από την ολέθρια γνώση της δυστυχίας.

Ή, ίσως ―κι εδώ είναι που μπερδεύομαι λίγο― εντελώς άδειος από την καταστροφική δυστυχία της γνώσης…

 

01 Απριλίου 2015