Νταλάρας-Βιτάλη-Γλυκερία: Επιστροφή στην πατρίδα του τραγουδιού

Του Γιώργου Παυριανού

 

Περιμένουμε στην ουρά, μπροστά στην "Ιερά Οδό" μαζί με ένα ετερόκλητο κοινό, οι περισσότεροι κυριλέ, αρκετοί νέοι, μερικοί επώνυμοι και πολλοί "θανατικοί θαυμαστές" που λέει και η μάννα μου. Ήρθαμε εδώ να ακούσουμε τον μέγιστο Γιώργο Νταλάρα μαζί με την ιέρεια Ελένη Βιτάλη και την Γλυκερία, το αηδόνι της Ανατολής. Είναι δύσκολο στις μέρες μας να σηκωθείς, να βρεις παρέα, να κλείσεις τραπέζι και να πας σε ένα μαγαζί να ακούσεις τραγούδια. Γιατί ήρθαμε λοιπόν εδώ εμείς;  Γιατί έχουμε την προσδοκία, για να μην πω την πεποίθηση, ότι θα ζήσουμε μια άλλη εμπειρία, γνωστή αλλά χαμένη στο βάθος του μυαλού. Να τραγουδήσουμε μαζί. Να έρθει ένα τραγούδι και να μας ενώσει πάνω από πάθη και διαφορές.

Το μαγαζί του Ηλία Μαροσούλη είναι γεμάτο, βρίσκουμε ένα τραπέζι πάνω στον εξώστη και παρατηρούμε τα πάντα αφ’ υψηλού. Η σκηνή έχει μεταμορφωθεί από τον Νίκο Σούλη, που είναι και ο σκηνοθέτης της παράστασης, σε μια αλάνα σαν κι αυτές που βλέπουμε συχνά στις υποβαθμισμένες συνοικίες της Αθήνας. Στο πίσω μέρος ένας τοίχος γεμάτος γκράφιτι και συνθήματα. Κάτω στη σάλα βουητό, κουβέντες, αναμονή. Τα γκαρσόνια πηγαινοέρχονται να εξυπηρετήσουν. Στα παρασκήνια, κλεισμένος στο καμαρίνι του, ο Νταλάρας ετοιμάζεται να βγει μπροστά στο κοινό...

Λένε πως η γεύση ξυπνάει τη μνήμη. Τρως κάτι και το μυαλό σου γυρνάει στα παλιά. Άλλοι θυμούνται με την όσφρηση. Μια μυρωδιά μπορεί να τους μεταφέρει σε άλλο χρόνο. Εγώ πάλι όταν ακούω ένα τραγούδι είναι σαν να βλέπω το βιντεοκλίπ της περασμένης μου ζωής. Ιδιαίτερα με τη φωνή του Νταλάρα νοιώθω μια χαρά και μια συγκίνηση μαζί σαν να ήμουν ξενιτεμένος και γύρισα πάλι πίσω στην πατρίδα. Σα να άκουσα μετά από χρόνια ξανά Ελληνικά. Μου αρέσει αυτή η χροιά που είναι άλλοτε βελούδινη και άλλοτε ένρινη και λαϊκή. Μα περισσότερο από τον Νταλάρα μου αρέσουν τα τραγούδια του. Αυτά που του έδωσαν σπουδαίοι συνθέτες και στιχουργοί κι αυτός τα είπε μοναδικά, νταλαρικά.

Νάτος τώρα επάνω στη σκηνή. Με μια σπουδαία ορχήστρα, πάνω από δώδεκα μουσικοί, να τον συνοδεύει. Τα φώτα χαμηλώνουν, πλησιάζει το μικρόφωνο και όπως αρχίζει να τραγουδάει τα τραγούδια της ζωής μας, αισθάνεσαι στην αίθουσα, δειλά στην αρχή και ύστερα πιο δυνατά, ένα μουρμουρητό που γίνεται τραγούδι στο στόμα του κόσμου. Αγαπημένα λόγια και μουσικές που όλοι τα θυμόμαστε και τώρα τα επαναλαμβάνουμε σαν ξόρκι και σαν προσευχή.

Στον γκρεμισμένο τοίχο της αλάνας προβάλλονται οι μελαγχολικές φωτογραφίες του Νικήτα Καραγιάννη που με δύναμη και ευαισθησία αποτύπωσε τα ταπεινά σπίτια μιας άλλης εποχής και μιας άλλης ζωής.

Το ρεπερτόριο είναι πλούσιο. Από το "Λεβενχούζεν" μέχρι τα "Βεγγαλικά" κι από τα "Παραπονεμένα λόγια" μέχρι την "Αλάνα". Βέβαια το ρεπερτόριο είναι ένα θέμα κάθε φορά που εμφανίζεται. Ο καθένας θέλει να ακούσει τα δικά του αγαπημένα τραγούδια, αλλά με τόσα που έχει πει, πάντα κάποιοι θα μείνουν παραπονεμένοι. Φέτος ζήτησε από τον Γιάννη Κολλιάκο, "θανατικό θαυμαστή", να του κάνει έναν κατάλογο. Από αυτά άλλα τα έβαλε στο πρόγραμμα και άλλα όχι. Το "Αχ χελιδόνι μου" που ήθελα εγώ δεν το λέει.
Τι να πούμε για τη φωνή του Νταλάρα; Κάθε φορά κατορθώνει να μας εκπλήσσει. Φωνητικά βρίσκεται στην πιο καλή στιγμή του. Σίγουρα βοηθάει η τεχνική του και η άψογη προετοιμασία του αλλά τώρα ακούγεται πιο γλυκός, πιο συναισθηματικός. Νοιώθεις ότι δίνει όλη την ψυχή του.
Από πέρυσι, στο "Άξιον εστί" του Σταύρου Ξαρχάκου, είχα καταλάβει την αλλαγή προς το καλύτερο της Ελένης Βιτάλη. Το αγρίμι μέσα της ηρέμησε, ομόρφυνε, η φωνή της γέμισε φως. Όταν ανακοινώθηκε η συνεργασία, οι μάγισσες και οι χαρτορίχτρες του τραγουδιού έκαναν δυσοίωνες προβλέψεις ότι θα τσακωθεί, θα τα παρατήσει, θα εγκαταλείψει. Τίποτα από αυτά δεν έγινε. Ο Νταλάρας της έδωσε το χώρο που της ανήκε και η Ελένη άνθισε. Αν ο Νταλάρας είναι ο μύστης του τραγουδιού, η Βιτάλη έγινε η μεγάλη ιέρεια. Το γρέζι της φωνής ξύνει παλιές πληγές, ανοίγει καινούργιες αλλά μπορεί να σε κάνει και να κλάψεις όπως το έπαθα εγώ όταν τραγούδησε τον "Αμάραντο".

Σα να μην πέρασε μια μέρα, η Γλυκερία, νεανική σαν φοιτήτρια και έμπειρη όσο λίγες στο χώρο, παίρνει το μικρόφωνο και μιας και ο ευσπλαχνικός αλκοολισμός έχει κάνει τη δουλειά του, αρχίζει να τραγουδάει για τις χαρές του έρωτα. Το κέφι απλώνεται στην αίθουσα, τα ποτήρια τσουγκρίζουν, το τραγούδι γίνεται ομαδικό. Θαυμάζω την Γλυκερία γιατί μπορεί να μεταδώσει την αισιοδοξία της στον κόσμο. Είναι ένα αηδόνι που κελαηδάει και σε κάνει να ελπίζεις ότι σε λίγο θα ξημερώσει. Κι ενώ έξω στην Ιερά Οδό ξημερώνει πραγματικά, αρχίζει να λέει ένα Εβραϊκό τραγούδι και μας αφήνει όλους άφωνους. Μια σημαντική στιγμή της Γλυκερίας που ξεπερνάει τον ίδιο της τον εαυτό.

Ναι τραγουδήσαμε στην "Ιερά Οδό". Και συγκινηθήκαμε και νοσταλγήσαμε και κέφι κάναμε, όχι τρελλό, αλλά κάναμε. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι νοιώσαμε για λίγες ώρες ότι υπάρχει κάτι που μας ενώνει. Το τραγούδι. Και επειδή τον τελευταίο καιρό έχει πέσει πολλή μούγκα στην στρούγκα, αισθανθήκαμε όμορφα που είπαμε αθάνατα τραγούδια όλοι μαζί. Δεν διασκεδάσαμε, ψυχαγωγηθήκαμε.

Βγαίνουμε έξω. Τα διπλανά "λαϊκά κέντρα" μετράνε τους λιγοστούς πελάτες τους. Η Ιερά Οδός γεμάτη από κουλουρτζήδες και καντίνες με σουβλάκια. Ταξί ψάχνουν απελπισμένα για πελάτες. Λεωφορεία με μισοκοιμισμένους επιβάτες. Μουτρωμένοι περαστικοί φτύνουν στα πεζοδρόμια. Ζητιανάκια πιάνουν δουλειά στα φανάρια. Οι πρώτες σταγόνες της βροχής πέφτουν από τον συννεφιασμένο ουρανό. Όχι, δεν είναι αυτή η πατρίδα μου, η χώρα της μιζέριας και της ζητιανιάς. Η πραγματική πατρίδα μου βρίσκεται μέσα στην" Ιερά Οδό", όμορφη, φωτεινή, αισιόδοξη, γεμάτη υπέροχα τραγούδια.