Μισογυνισμός

του Sraosha

Στη χριστιανική ασκητική, όπως καταγράφεται στη γραμματεία της και στην προφορική παράδοσή της, το γυναικείο σώμα γίνεται αντιληπτό ως υποψήφια σκόνη, στάχτη και σποδός, ως όργανο εκπειρασμού των ανδρών και ως ένα ξενοδοχείο έτοιμο να ανοίξει για να υποδεχθεί σκουλήκια την ώρα του θανάτου. Τα αντρικά σώματα πάσχουν, αμαρτάνουν, θα τρωθούν και θα ασθενήσουν, θα γίνουνε κι αυτά σκόνη καθαρή -- όμως τελικά θα αναστηθούν.

Το γυναικείο σώμα στους καθόλου ασκητικούς αλλά εντελώς πουριτανικούς καιρούς μας, που θεωρούνε το στριπτίζ μετωνυμία του σεξ και τα σεισοπυγικά βίντεο κλιπ συνεκδοχή της ερωτοπραξίας, αποτελεί πάντοτε σκεύος -- συνήθως όμως όχι ηδονής. Αλλά και για ηδονή μιλώντας, δεν θες, λέει, να έχεις περάσει από γυναικείο σώμα από το οποίο πέρασαν άλλοι πρόσφατα και, αν τελικά έτσι προκύψει, δικαιούσαι να το περιφρονείς. Άλλωστε, οι άντρες περνούν, μαμά. Ο κόλπος είναι αποστειρωμένο δοχείο για εξέταση, άπαξ και έχει ανοιχτεί, ε. Και είμαι βέβαιος ότι μερικοί αναγνώστες διαθέτουν και κάποιου είδους επιχείρημα, μάλλον εξελικτικής ή βιολογικής φύσεως, για να δικαιολογήσουν αυτή την αντίληψη.

Εγώ λέω πάλι ότι όλα αυτά, οι παραβατολογίες και οι ασκητισμοί και οι επιστημονισμοί και οι υγιεινισμοί, είναι προφάσεις μισογυνισμού. Η γυναίκα δεν πρέπει, δεν μπορεί, να αυτενεργεί και να επιθυμεί και να αποφασίζει. Ούτε καν να συναινεί ρητά δεν χρειάζεται -- σιωπή γυναικί κόσμον φέρει. Τη γυναίκα τη διακόπτεις όταν μιλάει, της εξηγείς γιατί αισθάνεται έτσι (οι γυναίκες αισθάνονται μόνο, δεν φρονούν), την ερμηνεύεις. Έτσι πρέπει. Άλλωστε, η γυναίκα παρασέρνεται κι υστεριάζει, άντε να απολαμβάνει στην καλύτερη περίπτωση. Επίσης, όσο αυξάνεται η αυτενέργειά της, είτε τόσο πιο πολύ αντρίζει, είτε τόσο πιο πολύ πουτάνα είναι. Ή άρπυια, σκύλα κι ευνουχίστρια. Μην πάτε μακριά: οι άντρες ολοκληρώνονται μέσα από το ξεδίπλωμα του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς τους, οι γυναίκες από τη χθόνια διακόρευση και από τη μητρότητα, αλλά κι αυτή ως χθόνιο γεγονός και ως διαδικασία -- ενώ είναι το μόνο μυστικό κι αλλόκοτο θαύμα που υπάρχει έξω από τη ντίσνεϋλαντ των θρησκειών.

Κοινοτοπία: μισούμε με πάθος και εμμονικά ό,τι ποθούμε ανεξέλεγκτα, ό,τι ξέρουμε πως θα μας απορροφήσει, θα μας εξουθενώσει και ίσως θα μας αφανίσει εάν του αφεθούμε. Παρ' όλα αυτά, μισούμε όχι τόσο γιατί φοβόμαστε αλλά γιατί φθονούμε. Το έχω δει στους αντιδιανοούμενους, που φθονούν το διανοητικό κεφάλαιο, το μόνο που δεν μπορείς να κλέψεις. Το έχω δει στους πουριτανούς και στους εθελούσια στερημένους που φθονούν την ελευθεριότητα και την ανέμελη χαρά της. Το έχω δει στους ομοφοβικούς, που δεν φοβούνται παρά μισούνε και φθονούν. Το βλέπω στους μισογύνηδες που φθονούν τις γυναίκες επειδή δεν θέλουν να τους αφεθούν. Ή κι επειδή δεν τους θέλουν οι γυναίκες.

Αλλά κι αυτή η κοινοτοπία όζει ψυχολογισμό και ίσως μερική εξιλέωση. Το ζήτημα δεν είναι γιατί κάποιος είναι μισογύνης, όπως το πρόβλημα δεν είναι γιατί κάποιος έχει ρατσιστικά αντανακλαστικά. Το πρόβλημα ξεκινάει όταν μεταφράζεις τον μισογυνισμό σε πεποιθήσεις, σε αξιολογικές κρίσεις και σε ιδεολογία. Πολύ περισσότερο, όταν τον αφήνεις να καθοδηγεί τη συμπεριφορά σου και να διαμορφώνεται τελικα σε πολιτική.

Η φωτογραφία είναι του Bernard Boujot.