Το μαύρο κάστρο

του Πιγκουίνου

Μια φορά κι έναν καιρό σε μία χώρα μακρινή, ζούσε ένας βασιλιάς. Ευγενικός και ευπροσήγορος, καλόκαρδος κι ευαίσθητος!
 


Δεν υπήρχε μέρα που να μην την ξεκινήσει, χαμογελώντας και καλημερίζοντας τους υπηκόους του. Δεν υπήρχε πρόβλημα, που να μην προσπαθήσει να βρει τη λύση του. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να δοκιμάζεται από έγνοιες και βάσανα, που να μην σπεύσει να τον βοηθήσει!
 


Από το ξημέρωμα μέχρι το δείλι, ο βασιλιάς περιπλανιόταν στην επικράτειά του και βοηθούσε τους πάσχοντες, προσέφερε στους στερημένους, περιέθαλπτε τους αρρώστους, τις χήρες, τα ορφανά. Κι επέβλεπε τα κτήματα, τ'αλώνια, τα χωράφια. Που ευωδίαζαν καρπούς, που εγενούσαν πλούτο.



Κι όταν τελείωνε τη μέρα του, ανέβαινε στο υπνοδωμάτιό του απάνου στον πύργο του και κοιτάζοντας από το παραθύρι του τ'αστέρια, ευχαριστούσε την μοίρα του που τον έκαμε βασιλιά για να μπορεί ν'αγαθουργεί και να προσφέρει. Κι ύστερα έπεφτε στο κρεβάτι του κατάκοπος, αλλά χορτασμένος. Που σκόρπισε χαμόγελα και ευεργέτησε τους ανθρώπους.
 


Και δεξιώσεις έκαμε και μεγάλες τελετές. Φώναζε ακροβάτες και σαλτιμπάγκους και σπουδαίους θεατρίνους κι έβαζε τους υπηρέτες του να στρώσουν τραπέζια γιομάτα μ'όλης της γης τα καλά για νάρθουν οι υπήκοοι και να φάνε. Και μοσχοβολούσαν τα φαγητά και μεθούσαν τα ρουθούνια τους. Και γλεντούσαν και χορεύανε. Κι εκείνος γέλαγε και χαιρότανε με τη χαρά τους.



Κι όλα κυλούσαν όμορφα στο βασίλειο.



Ώσπου μια μέρα -καταραμένη μέρα- εκεί που εκατέβαινε ο βασιλιάς τα σκαλοπάτια του πύργου του, κοντοστάθηκε κι άκουσε άθελά του, ένα διάλογο μεταξύ δύο ιπποκόμων.



Πούλεγε ο ένας στον άλλον για το βασιλιά και τη μεγάλη του μύτη. Πούναι σαν μελιτζάνα γεμιστή. Σαν μπαλόνι φουσκωμένο, σαν καράβι φορτωμένο. Σαν σαλάμι, σαν τρομπόνι, προσοχή γιατί λερώνει! Σαν καρβέλι, σαν βαρέλι, σαν χοντρό-χοντρό μπιζέλι.



Και όσο έλεγαν, τόσο γέλαγαν. Και όσο γέλαγαν, τόσο έλεγαν.



Σάστισε ο βασιλιάς, τα'χασε! Δεν ήξευρε τί να υποθέσει! Ψηλάφισε με τα δάχτυλά του τη μύτη του. Μα ήταν στ'αλήθεια μεγάλη; Ουδέποτε τούχε περάσει απ'το μυαλό πως δεν είναι η μύτη του, μία μύτη κανονική. Μία μύτη σαν τις άλλες. Που μυρίζουνε και φταρνίζονται και εισπνέουνε και οσμίζονται.



Σκέφτηκε πως ήτανε μάλλον τυχαίο το περιστατικό κι απεφάσισε να μην δώκει συνέχεια. Βγήκε λοιπόν εκείνη τη μέρα στο βασίλειό του, όπως το συνήθιζε καθημερινώς. Για να εκτελέσει τις ευεργεσίες του.



Όμως πρόσεξε για πρώτη του φορά πως όλοι τον εκοιτάγανε ουχί στα μάτια, μα στη μύτη. Και του φάνηκε πως καναδυό κρυφογελάγανε μαζί του. Σαν ν'άκουσε κάποιους να τον κοροϊδεύουνε κιόλας. Κι όταν ένας χωρικός, του επρόσφερε ως πεσκέσι ένα μοσχάρι, εκείνος σκέφτηκε πως επρόκειτο μάλλον για κακόγουστο χωρατό -ξαναψηλάφησε τη μύτη του και ντράπηκε πολύ. Γιατί είχαν δίκιο, τι να λέμε; Αυτό δεν ήταν μύτη, αλλά μουσούδι σε μοσχαροκεφαλή.



Ο βασιλιάς γύρισε άρον άρον στο κάστρο του και ζήτησε να σκεπάσουν όλους τους καθρέπτες. Και κλείστηκε στο δωμάτιό του. Κανέναν δεν ήθελε να δει, κανέναν ν'ανταμώσει. Ντρεπότανε, φοβότανε, τον ενδιέφερε μονάχα να κρυφτεί.



Κι ήτανε τέτοια η στεναχώρια του που άρχισε η μύτη του πράγματι να πρήζεται και να μεγαλώνει. Και όσο την ψηλαφούσε, τόσο τον κυρίευε η απελπισία και η θλίψη. Μέχρι που άρχισε και να τον πονάει! Να κοιμηθεί δεν μπορούσε από την αγωνία, να βγει στον ήλιο δεν ήθελε από τη στεναχώρια, να μιλήσει σε άνθρωπο δεν τόλμαγε από την εντροπή του.

 



Κι ύστερα μια μέρα -μια μαύρη μέρα- απεφάσισε να φύγει. Όλοι οι δρόμοι όμως, του φάνηκαν αδιέξοδοι. Και όλοι οι άνθρωποι, οχτροί του. Μονάχα ένας δρόμος του απέμεινε. Κι αυτόν απεφάσισε να πάρει.



Περπάτησε στη μεγάλη, μακριά αποβάθρα προς τη θάλασσα, ισορρόπησε στην άκρη της και κοίταξε για μία τελευταία φορά το κάστρο του. Που του φάνηκε μαύρο και σκοτεινό. Σαν να μην χτίστηκε ποτές για βασιλιάδες ευγενικούς και ευπροσήγορους, καλόκαρδους κι ευαίσθητους!




Κι έτσι εκείνος έφυγε. Και το κάστρο ερήμωσε. Και το βασίλειο μαράζωσε. Και οι άνθρωποι δυστύχησαν. Κι άρχισαν να κατηγορούν ο ένας τον άλλον, σαν συνειδητοποίησαν πως το φταίξιμο ήταν δικό τους. Και τα χωράφια ρημάξανε και τα τσουκάλια αδειάσανε και τα λουλούδια μαράθηκαν. Και μία αφόρητη μυρουδιά απλώθηκε στη χώρα.


Και τότε -μόνο τότε- δυστυχώς κατάλαβαν ότι οι μύτες τους ήσαν πια βάσανο και βαρίδι και τιμωρία. Γιατί το μόνο που τους έμεινε να εισπνεύσουν, ήταν η ολοδική τους δυσοσμία.

 
 
Σημείωση: Το Blackness Castle βρίσκεται στη Σκωτία. Λίγα χιλιόμετρα μακριά από το Εδιμβούργο. Το επισκέφθηκα ένα βροχερό πρωινό, με παρέα μου τα κοράκια και την ησυχία της βαλτώδους θάλασσας που το περιβάλλει. Βασιλιάς με μεγάλη μύτη απ'όσο ξεύρω, δεν το κατοίκησε ποτές. Μήτε υπάρχει τέτοια ιστορία. Αλλά μην νομίζεις ότι την σκαρφίστηκα έτσι απλά. Την αφιερώνω σε όλους εκείνους τους βασιλιάδες που ατύχησαν να γεννηθούν σε χώρες βουτηγμένες στη δυσοσμία.