Michael Anastassiades: Ενας διεθνής Ελληνας ντιζάινερ

Της Τασούλας Επτακοίλη

Εχει συμπεριληφθεί στη λίστα του περιοδικού Wallpaper με τους ανερχόμενους σταρ του διεθνούς ντιζάιν. Η γερμανική εφημερίδα Die Zeit τον έχει αποκαλέσει «ποιητή του φωτός». Συνεντεύξεις και παρουσιάσεις των δημιουργιών του έχουν δημοσιεύσει η Telegraph, η Wall Street Journal, οι Financial Times - που έχουν εξάρει «το ταλέντο του αλλά και τη ζεν ηρεμία και τη μεσογειακή ζεστασιά του». Εργα του βρίσκονται στις συλλογές του MoMA της Νέας Υόρκης, του Victoria and Albert Museum του Λονδίνου, του ΜΑΚ της Βιέννης. Πριν από λίγες ημέρες τελείωσε μια έκθεση αφιερωμένη σε εκείνον, στην γκαλερί Apartment της Κοπεγχάγης, στις αίθουσες της οποίας δικά του φωτιστικά «συνομίλησαν» με έπιπλα της θρυλικής σουηδικής φίρμας Märta Maas-Fjetterström. 

Ο 47χρονος Μιχάλης Αναστασιάδης, ο διεθνής Ελληνας σχεδιαστής, αντιμετωπίζει με  ψυχραιμία αυτά τα... κύματα δημοσιότητας. «Ολα γίνονται στην ώρα τους, φθείρεσαι αν αντιμετωπίζεις τη ζωή με βιασύνη. Κι εγώ έχω μάθει να περιμένω», λέει. Και είναι αλήθεια ότι κόπιασε -και περίμενε πολύ- όχι μόνο για την αναγνώριση, αλλά, κυρίως, για να ασχοληθεί με αυτό που, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, τον γέμιζε: το ντιζάιν.

Με Κύπριο πατέρα και Χιώτισσα μητέρα, μεγάλωσε στην Κύπρο. Εκείνη την εποχή πανεπιστήμιο δεν υπήρχε στο νησί. Ετσι, το 1988, τελειώνοντας το λύκειο, ο Μιχάλης έφυγε για να σπουδάσει στην Αγγλία. «Προτιμούσα να ασχοληθώ με κάτι δημιουργικό, καλλιτεχνικό. Αλλά τέτοια παράδοση δεν υπήρχε στην οικογένειά μου και ήταν δύσκολο να σπάσω το καλούπι. Οι γονείς μου ήθελαν να γίνω επιστήμονας», λέει. Συμβιβάστηκε με την επιθυμία τους και γράφτηκε στο λονδρέζικο Imperial College. Λίγα χρόνια μετά, με το πτυχίο του πολιτικού μηχανικού στα χέρια του, αποφάσισε να κάνει την επανάστασή του: άρχισε σπουδές βιομηχανικού σχεδίου, παίρνοντας Master από το φημισμένο Royal College of Art. Το να μείνει στο Λονδίνο ήταν πλέον μονόδρομος, αλλά το επαγγελματικό μέλλον του αβέβαιο.

«Αρχισα να χτυπάω πόρτες, που όμως δεν άνοιγαν. Κάποια στιγμή κουράστηκα και επέλεξα να  δημιουργήσω τη δική μου επιχείρηση. Ηταν ο μοναδικός τρόπος να κρατηθεί ζωντανή η δημιουργικότητά μου, να μη μείνουν τα όνειρά μου στα χαρτιά». Το 1994 αγόρασε ένα πέτρινο τετραώροφο κτίριο της βικτωριανής εποχής στη Lower Marsh Street, στην περιοχή του Waterloo, και με τη βοήθεια του Βέλγου αρχιτέκτονα Wim de Mul το μεταμόρφωσε σε ένα όμορφο σπίτι και ένα λειτουργικό εργαστήριο. Στο ισόγειό του -πρώην κρεοπωλείο- σήμερα βρίσκεται το κατάστημά του.

Ο Μιχάλης Αναστασιάδης ξεκίνησε με λίγες, σχεδόν χειροποίητες, δημιουργίες από μέταλλο, ξύλο, πέτρα και γυαλί: φωτιστικά, έπιπλα, διακοσμητικά και χρηστικά αντικείμενα. «Τα περισσότερα τα σχεδίαζα αναζητώντας τα ιδανικά κομμάτια για το δικό μου σπίτι», εξηγεί. «Αλλωστε, από τους δασκάλους μου, τον Anthony Dunne και τη Fiona Raby, έμαθα ότι ντιζάιν είναι να θέτεις ερωτήματα για την καθημερινότητά σου και να προσπαθείς να τα απαντήσεις. Με αυτόν τον τρόπο ένα αντικείμενο μπορεί να ανταποκρίνεται είτε στις πρακτικές είτε στις συναισθηματικές ανάγκες του χρήστη. Ποιο είναι το μέγα ζητούμενο; Να είναι χρήσιμο!»

Πολύ σύντομα το όνομά του άρχισε να συζητείται στο χώρο. Και οι υποψήφιοι συνεργάτες, από μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες, χτυπούσαν πλέον τη δική του πόρτα. Αλλά στις σειρήνες της μαζικής παραγωγής εκείνος δεν υπέκυπτε. «Ηθελα την ελευθερία να μη στηρίζομαι σε κανένα σύστημα και, κατά συνέπεια, να μην περιορίζομαι από αυτό». Ο Piero Gandini, CEO της μιλανέζικης φίρμας Flos, ήρθε αυτοπροσώπως στο Λονδίνο για να τον πείσει. Και το πέτυχε. Μέσω της Flos, οι δημιουργίες του Αναστασιάδη ταξιδεύουν σήμερα σε όλο τον κόσμο και σημειώνουν άκρως ικανοποιητικό αριθμό πωλήσεων - μπεστ σέλερ του είναι η «Ball Light», που τιμάται περίπου 1.000 ευρώ. Ο ίδιος, πάντως, αισθάνεται την ανάγκη να ξεκαθαρίσει τη θέση του: «Πρωταρχική ανάγκη μου είναι να δημιουργώ. Αν θα πετύχω; Το θεωρώ δευτερεύον. Ενας ζωγράφος ζωγραφίζει, είτε πουλάει είτε όχι».

Λάτρης του μίνιμαλ, θεωρεί πως «κάτι είναι όμορφο όταν έχει απογυμνωθεί σε σημείο που δεν μπορείς πια να αφαιρέσεις τίποτε άλλο». Πώς βλέπει το ελληνικό ντιζάιν; «Παλαιότερα έλεγα ότι ασχολούμαι με το βιομηχανικό σχέδιο και με κοιτούσαν σαν εξωτικό πτηνό. Αυτό έχει πια αλλάξει. Και οι συνάδελφοί μου έχουν ξεπεράσει το μιμητισμό των τάσεων του εξωτερικού». Και ποιο είναι, τελικά, το μυστικό της επιτυχίας του; «Το γεγονός ότι κράτησα απόσταση από τις μόδες, δεν μπήκα σε κουτιά, δεν μίλησα με τη συνηθισμένη γλώσσα του ντιζάιν. Και αυτό κάποια στιγμή το κοινό το εκτιμά...».