Ισχύς και υποκρισία

Της Ρένας Δούρου

Το ζήτημα της ισχύος στη διεθνή σκηνή παραμένει πάντα επίκαιρο. Είτε πρόκειται για τη στρατιωτική είτε για την οικονομική ισχύ, το θέμα τίθεται επιτακτικά.

Ποιά χώρα είναι ισχυρή; Εκείνη που μπορεί να επιβάλλει τη θέλησή της στις υπόλοιπες, με τρόπο μονομερή. Στο μεν στρατιωτικό επίπεδο, τα πράγματα είναι πιο σαφή: η ισχυρή χώρα επιβάλλει τη βούλησή της δια των όπλων ή της απειλής τους. Στο δε οικονομικό πεδίο τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Η ουσία και στις δύο περιπτώσεις παραμένει απαράλλακτη: η επιβολή.

Και στις δύο περιπτώσεις η ισχύς, προκειμένου να μην αποτελεί ύβρη, οφείλει, κυρίως μετά από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, να συνοδεύεται από την αίσθηση ότι κινείται εντός του δικαίου. Να υφίσταται δηλαδή, προκειμένου να επιβληθεί με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, η βούληση του ισχυρότερου, μια νομιμοποιητική βάση, η οποία να παραπέμπει στην εκπλήρωση ενός «κοινού αγαθού»: της ειρήνης, της ασφάλειας, της σταθερότητας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι σε αυτά ακριβώς εδράζεται ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ. Αυτή ήταν άλλωστε και η μεταπολεμική προσέγγιση προκειμένου να «εξημερωθεί» η ωμή βούληση των ισχυρών παικτών (που συχνά φθάνει στην άσκηση στρατιωτικής βίας). Ή, με άλλα λόγια, αυτή ήταν η απόπειρα να συνδυαστεί, από την πρωτοεμφανιζόμενη «διεθνή κοινότητα», μετά από το 1945, η ισχύς με το δίκαιο, στο πλαίσιο μιας διεθνούς σκηνής όπου πλέον η άσκηση βίας έχει απονομιμοποιηθεί.

Καμία χώρα, έστω και υπερδύναμη, δημόσια και απροκάλυπτα δεν επικαλείται ως μέσο άσκησης της πολιτικής της, την οικονομική ή στρατιωτική της ισχύ. Η πράξη βέβαια λέει άλλα. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι ισχυροί υιοθετούν σε όλα τα επίπεδα τη στάση των Αθηναίων απέναντι στους Μήλιους, όπως την έχει καταγράψει ο Θουκυδίδης (Ιστορία, Ε'): «ότι δίκαια μεν εν τω ανθρωπείω λόγω από της ίσης ανάγκης κρίνεται, δυνατά δε οι προύχοντες πράσσουσι και οι ασθενείς ξυγχωρούσιν.» Ότι δηλαδή το δίκαιο υπολογίζεται μόνο όταν υπάρχει ίση δύναμη, διαφορετικά οι ισχυροί πράττουν κατά το συμφέρον τους και οι ασθενέστεροι υποτάσσονται. Η συνέχεια με τη σφαγή των Μηλίων από τους Αθηναίους είναι γνωστή...

Ωστόσο συχνά ξεχνάμε την απάντηση των άτυχων Μηλίων: «χρήσιμον (...)μη καταλύειν υμάς το κοινόν αγαθόν», τη δυνατότητα δηλαδή επίκλησης του δικαίου από τον ασθενέστερο. Την αποφυγή της ύβρεως της ισχύος - μια απειλή που συχνά αγνοούν και οι σημερινοί ισχυροί. Κυρίως μάλιστα εκείνοι που διακρίνονται στο πεδίο της οικονομίας. Επιλέγουν να αγνοήσουν την προειδοποίηση των Μηλίων ότι κάποτε μπορεί τα πράγματα να έλθουν με τέτοιο τρόπο, που και οι σημερινοί ισχυροί να αναγκαστούν να επικαλεστούν το δίκαιο, το «κοινό αγαθό».

Ακόμη και μια επιφανειακή ανάγνωση των διεθνών οικονομικών σχέσεων σήμερα αποδεικνύει ότι μπορεί η στρατιωτική ισχύς να αποτελεί ένα είδος ταμπού, ωστόσο η οικονομική μοιάζει εντελώς από-ενοχοποιημένη. Προβάλλεται δεν από αρκετές κυρίαρχες ελίτ ως η "κανονικότητα" του υπέρτατου - ενίοτε και υπερκρατικού - κανόνα στον οποίο οφείλουν άπαντες, κράτη, επιχειρήσεις, πολίτες, υποταγή. Χωρίς αναφορές στο «κοινόν αγαθόν».

Τι κι αν δηλαδή μια κυβέρνηση επικαλείται την, βεβαιούμενη από ανεξάρτητους διεθνείς οργανισμούς, σοβούσα ανθρωπιστική κρίση στη χώρα της; Τι κι αν αυτή είναι μια καθημερινή πραγματικότητα, απτή για όλους; Σύμφωνα με αυτές τις κυρίαρχες ελίτ οι φωνές (και οι κυβερνήσεις) που τα υποστηρίζουν αυτά, πρέπει να βοούν εν τη ερήμω... Και πρέπει να ακολουθούν μια ιεραρχία αναγκών που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των λαών τους. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους πολίτες, οι οποίοι είχαν την "άφρονα" ιδέα να εκλέξουν τέτοιου είδους κυβερνήσεις που διεκδικούν το «κοινό αγαθό»...

Γιατί το 416 π.Χ. αποτελεί μεν μια πολύ μακρινή εποχή.

Ωστόσο το 2015 συνειδητοποιούμε ότι η ισχύς, έστω κι αν ενδύεται τη βελούδινη γλώσσα των τεχνοκρατών και των ελίτ, παραμένει το ίδιο βάρβαρη...