Πολ ΜακΚάρτνεϊ

Οπως ήταν αναμενόμενο, με αφόρητο ενίοτε τρόπο, τα σουξέ που έγραψε ή συνέγραψε ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ, ένας από τους πιο επιτυχημένους τραγουδοποιούς του προηγούμενου αιώνα, γνώρισαν μια θάλασσα από διασκευές: από κακές και μέτριες μέχρι αξιοπρεπείς ή αποκαλυπτικές. Και από μουσικούς όπως ο Ελτον Τζον, οι Everly Brothers, ο Πολ Γουέλερ ή ο Στίβι Γουόντερ. Από κανονική νομενκλατούρα δηλαδή, η επέκταση πάντως της οποίας δεν ήταν εξ ορισμού αδιάφορη ιδέα από την πλευρά του παραγωγού Ραλφ Σαλ. Την παίδευε επίσης από το 2003, κάτι που θα μπορούσε να οφείλεται σε ευπρόσδεκτη σχολαστικότητα. Για την ακρίβεια τόση ώστε, όταν ο Σαλ αποφάσισε να κάνει πραγματικότητα το άλμπουμ «The art of McCartney», κάλυψε τις θέσεις πίσω από τα όργανα του στούντιο Abbey Road με την μπάντα που ακολουθεί το Σκαθάρι στις συναυλίες του. Την μπάντα που τα τραγούδια του από τους Beatles, τους Wings ή τους σόλο δίσκους τα ξέρει νότα νότα.
Πόσος ελεύθερος χώρος λοιπόν να απομείνει, όχι για τα ανεπηρέαστα από παροτρύνσεις μεγαθήρια που προσκάλεσε ο Σαλ, αλλά για τους πιο επιρρεπείς σε περιορισμούς ή νουθεσίες; Στην πρώτη κατηγορία ανήκει φυσικά ο Γουίλι Νέλσον, που καταπιάνεται με το «Yesterday», προσφέροντας μια μεγαλόψυχη ακουστική εκδοχή. Ο Μπομπ Ντίλαν επιλέγει να γκαζώσει ελαφρώς το «Things we said today» και κατευθύνοντάς το στις δικές του μουσικές ράγες ακούγεται σαν μηχανοδηγός που γρυλίζει χαρούμενος. Ο Μπράιαν Γουίλσον είναι συγκινητικός στο «Wanderlust» χωρίς να προσθέτει πολύ περισσότερα από τη μελαγχολία του, ενώ στο «Helter Skelter» σχεδόν φαίνονται οι φλέβες που πετάγονται στον λαιμό του Ρότζερ Ντάλτρι. Ο Β.Β. King μπλουζ ξέρει και μπλουζ παίζει στο «On the way» από το «McCartney ΙΙ», ενώ ο Toots Hibbert παρέα με τους Sly & Robbie δεν διστάζουν να κάνουν καλοκαιρινό το «Come and get it». Ολοι τους είτε θεωρούν τον τιμώμενο ως ισότιμό τους είτε τον θαυμάζουν· κανείς τους δεν τον βλέπει σαν τοτέμ.
 
ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ. Μακάρι να ίσχυε το ίδιο και στις υπόλοιπες από τις 34 διασκευές της βασικής έκδοσης. Ο Στιβ Μίλερ δεν είναι ο κατάλληλος για τραγούδια που όπως το «Hey Jude» δεν σηκώνουν ρυθμικές βιασύνες. Ο Γιουσούφ Ισλάμ, δηλαδή ο Κατ Στίβενς, δεν πείθει πολλούς να ασπαστούν την σχεδόν όμοια εκδοχή του στο «The long and winding road», ενώ οι Cure διαβάζουν το «Hello, goodbye» σαν να πρόκειται για γραφή πάνω στην πέτρα. Η διαφορά του αυθεντικού «Let it be» από εκείνο της Κρίσι Χάιντ είναι απλώς στην ευαίσθητη ερμηνεία της και ο Σάμι Χέιγκαρ μάλλον είναι ο μόνος που διασκεδάζει με τη χαβαλεδιάρικη απόδοση του «Birthday». Ο Αλις Κούπερ σίγουρα αγαπάει το «Eleanor Rigby», αν και το φοβάται λίγο. Και δεν είναι οι μόνοι που είτε μιμούνται τα τραγούδια ελπίζοντας να τα κολακεύσουν είτε τα ερμηνεύουν σαν να βρίσκονται σε βραδιά ΜακΚάρτνεϊ με καραόκε.
Ενώ δηλαδή δεν ισχύει, το ακούσιο συμπέρασμα της παρέας του «The Art of McCartney», παρά κάποιες ευχάριστες ενστάσεις, είναι ότι δεν έχει μείνει και τίποτα που να μην έχει ειπωθεί για τη μουσική του νοστιμούλη των Beatles. Ούτε και σαν παλίμψηστο θα ήταν φυσικά γόνιμο να την αντιμετώπιζαν. Η χρυσή αναλογία παρέμβασης και σεβασμού δεν είναι ευτυχώς παίξε - γέλασε - οι συντελεστές ακόμα και επιτυχημένων tribute albums, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τα των Λέοναρντ Κοέν, Ρόκι Ερικσον, Grateful Dead, Doors, The Cure, άντε και Black Sabbath, μόνο ότι προσπάθησαν μπορούν να ισχυριστούν. Των Grateful Dead και των Doors μάλιστα τα είχε αναλάβει επίσης ο Ραλφ Σαλ και σαν να τα είχε πάει καλύτερα. Σαν να πίστευε τότε ότι, εφόσον ο σκοπός των διασκευών δεν είναι ούτε η ιεροπρέπεια ούτε οι φτηνοί εντυπωσιασμοί, πού και πού σηκώνουν και καμιά απερισκεψία.

INFO «The Art of McCartney» κυκλοφορεί σε διπλό CD, διπλό CD με DVD και τριπλό βινύλιο από τη Sony Music